Του Ηλία Ε. Κουρκούτα*
Το έχουμε γράψει και το επαναλαμβάνω συχνά, είμαστε οι σχέσεις και τα βιώματά μας, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και συνδεόμαστε με τους άλλους σε ένα μεγάλο ποσοστό καθορίζεται από τα βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, αλλά και από άλλες εμπειρίες στη διαδρομή μας και βέβαια και από το εσωτερικό αναπτυξιακό δυναμικό μας που διαφέρει ανάλογα με το άτομο και εξαρτάται από μια σειρά άλλων παραμέτρων και γεγονότων που ξεπερνούν το πλαίσιο της οικογένειας.
Σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστά αυτό που αναφέρουμε μια μονόπλευρη μηχανιστική αλήθεια, ούτε μια στατική πραγματικότητα, δεν «αναπαράγουμε» ευθύγραμμα μηχανικά ή ως απλά μιμητικά όντα, αυτό που μας συμβαίνει, όπως συχνά παρουσιάζουν την ανθρώπινη εξέλιξη, κάποιες ψυχολογικές θεωρίες.
Ακόμη κι όταν ακραία τραύματα (λόγω πολέμου, μεγάλων καταστροφών) μας αποσυντονίζουν, όταν διαρκούν πολύ, τους μηχανισμούς άμυνας/διαχείρισης και μας αφήνουν έκθετους σε φοβίες και άγχη, μπορούμε με βοήθεια να ανασυνταχτούμε ψυχικά και να επεξεργαστούμε αυτά που μας αποσταθεροποιούν, με βασικότερο την «αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον εαυτό μας και στα πράγματα».
Αναπτύσσουμε δεσμούς και διαμορφωνόμαστε από τα συναισθήματα που έχουμε εισπράξει, από τις στάσεις των γονέων και τις επιθυμίες τους για μας, τις κρυφές και φανερές προσδοκίες, το πώς εσωτερικεύουμε εμπειρίες, τους τρόπους που ερμηνεύουμε αυτά που βιώνουμε ανάλογα την αναπτυξιακή φάση. Η ανεργία παραδείγματος χάρη, και η κατάθλιψη του πατέρα πιθανόν να προκαλέσει συμπόνια κα θλίψη σε ένα μικρό παιδί, αλλά και αίσθημα ενοχής και υποχρέωσης να κάνει κάτι για αυτόν, όπως κάνουν και πολύ μικρά παιδιά που χαϊδεύουν και παρηγορούν τη μητέρα που ενδεχομένως περνάει μια καταθλιπτική φάση. Μπορεί όμως να προκαλέσει θυμό ή και οργή για την αδυναμία του γονέα ή ένα αίσθημα εγκατάλειψης/παραμέλησης).
Όλα αυτά εξαρτώνται βέβαια από την ηλικία, τη σχέση του ζεύγους, την σειρά μεταξύ αδελφών που έχουμε στην οικογένεια, τη θέση που νοιώθουμε να έχουμε, τους ρόλους που αναλαμβάνουμε συνειδητά ή ασυνείδητα ή μας αναθέτουν (το αγαπημένο παιδί, ο πρίγκιπας ή ο διεκδικητικός, ποτέ ευχαριστημένος γιος, το ευαίσθητο, αδύναμο ή αντίθετα, το ενοχικό παιδί που είναι υποχρεωμένο ή δεν επιτρέπεται να στενοχωρεί τους γονείς, το ναρκισσιστικό και εγωκεντρικό πλάσμα που μπορεί αυτό να συνιστά και άμυνα απέναντι σε φανταστικές ή πραγματικές αδικίες/ματαιώσεις και δυναμικές σχέσεων που δεν ελέγχει στην οικογένεια. Μια υπέρμετρα ναρκισσιστική απαιτητική ή χειραγωγική στάση που εκκινεί από την ανάγκη αποκλειστικότητας της γονεϊκής αγάπης, της εξέχουσας θέσης στην οικογένεια, και τα αισθήματα ματαίωσης/αδικίας που νοιώθουμε συχνά ως παιδιά μέσα μας ακόμη και στην ενήλικη ζωή.
Η τελειομανία και συχνά οι ψυχαναγκασμοί, η εσωτερική ανασφάλεια και η πάλη με τα αρνητικά συναισθήματα που δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εκφράζονται ή φοβόμαστε ότι μας αποδυναμώνουν ή γιατί φοβόμαστε την επιθετικότητά μας και δεν έχουμε μάθει να διεκδικούμε οφείλονται συχνά, ακριβώς στην καταστολή τους και σε μια υπέρμετρα ενοχική στάση απέναντι στην επιθετικότητά μας, εφόσον δεν έχουμε το δικαίωμα να εξοργιζόμαστε με τον γονέα ή να τον αμφισβητήσουμε ή να αναπτύξουμε τα δικά μας «θέλω», έχοντας ενδοβάλλει την υποχρέωση να είναι κανείς το υπάκουο/τέλειο παιδί, αυτό που θα εκπροσωπήσει ή θα αποκαταστήσει τη τιμή, την υπερηφάνεια ή την αξία του γονέα από τους γονείς.
Τα μοντέλα δεσμού που έχουμε εσωτερικεύσει και επεξεργαστεί (η θέση και ο ρόλος που συνειδητά ή ασυνείδητα αναλαμβάνουμε ή μας αποδίδεται) συχνά επαναλαμβάνονται στις επιλογές συντρόφων ή στον τρόπο που βιώνουμε τις επαγγελματικές μας σχέσεις, ενώ συνήθως είναι αρκετά περίπλοκα να τα αντιληφθούμε ή να τα συνδέσουμε με τις εσωτερικές μας εμπειρίες.
Αναφέρω την προσωπική εμπειρία γνωστού συνάδελφου, όπως την περιγράφει. Είχε μια καταθλιπτική και ναρκισσιστική, αλλά και ψυχαναγκαστική μητέρα, με επιβαρυμένο από πλευράς ματαιώσεων οικογενειακό ιστορικό και έναν αδύναμο και ευαίσθητο πατέρα, επίσης εξαρτησιακή προσωπικότητα. Ως ζευγάρι, δημιούργησαν μια πραγματικά «διαστροφική» σχέση. Ο πατέρας εμφανιζόταν από τη μητέρα, ως ο κακός, ο εγωιστής αλκοολικός που παραμελεί το σπίτι και κοιτάει τον εαυτό του, ανίκανος να φροντίσει την οικογένεια και την σύζυγο που υποφέρει. Το χειρότερο –και σύνηθες – ενέπλεξαν τον μοναχογιό στη δυναμική της σχέσης, ο οποίος μετατράπηκε σε προστάτη/υπερασπιστή της μάνας. Έγινε ο αποκλειστικός παρηγορητής, το προσωπικό της αντικαταθλιπτικό, καταλήγοντας να μισεί τον πατέρα. Κάθε βράδυ στο κρεβάτι χάιδευε τα μαλλιά, μιας μάνας μόνιμα σε κατάθλιψη γεμάτη μίσος και οργή για τον αλκοολικό σύζυγο. Ο γιος αποκομμένος και εξοργισμένος με τον κακοποιητικό πατέρα, δήλωσε, «ότι μόνο αργότερα κατάλαβα πόσο ευαίσθητος ήταν και ότι «αυτή» τον ωθούσε στον αλκοολισμό κάνοντας με (συναισθηματικό) υποχείριο της, έχοντας εμφυτεύσει το μίσος της για αυτόν σε μένα. Είναι ένα ακραίο, αλλά ενδεικτικό παράδειγμα των δυναμικών του ζεύγους και του πως μπορεί να εμπλέξουν σε ρόλους μέσα από διαστροφικές συναισθηματικές δυναμικές τα παιδιά τους.
Στις περιπτώσεις των μέσων οικογενειών, παρόμοιες δυναμικές έχουν πολύ πιο ήπιο χαρακτήρα. Η διαφορά είναι ότι στο βάθος υπάρχει η έγνοια για τον άλλον, το συναισθηματικό δέσιμο και μολονότι διαπιστώνονται αλληλοκατηγορίες/συγκρούσεις, τα παιδιά δεν «αλλοιώνονται» ουσιαστικά ψυχικά, παρά το «σπάσιμο των νεύρων τους», όπως δήλωνε ένας έφηβος.
Τα κληρονομικά που προκαλούν τόσες αναταραχές και συγκρούσεις, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι έχουν να κάνουν με τις παιδικές ζήλειες/άγχη, τους ανταγωνισμούς που συχνά κρύβονται πίσω από εκλογικευμένες συμπεριφορές, αλλά αναδύονται μετά τον θάνατο του γονέα ή στο μοίρασμα της περιουσίας που είναι το μοίρασμα της αγάπης των γονέων και της θέσης που είχαν τα παιδιά στην καρδιά τους.
Η πρώτη κατάσταση ζήλειας είναι ακριβώς η ζηλόφθονη επιθυμία του παιδιού προς το μεγαλύτερη ή μικρότερο αδελφό, εφόσον απειλείται η ύπαρξη του από την ύπαρξη του άλλου. Η επιθυμία να έχει αυτό που κατέχει ο άλλος , όχι επειδή έχει ανάγκη το αντικείμενο, αλλά επειδή το κατέχει ο άλλος. Ουσιαστικά είναι αυτό που ακούμε συχνά, ως απάντηση στο ερώτημα: Τι ζηλεύει από εσάς ο/η αδελφός/η; «Το ότι υπάρχω», είναι συχνά η απάντηση, το οποίο και ισχύει.
Όσον αφορά τις (πάντα) επίκαιρες κρίσεις άγχους και πανικού, θα τις αναλύσουμε σε επόμενο σημείωμα, όπως και τις επιλογές συντρόφων. Θα αναφέραμε, μόνο, ότι συχνά υποδηλώνουν αντικρουόμενα συναισθήματα/αισθήματα εγκλωβισμού σε σημαντικές σχέσεις, όπως και επιθετικά/εχθρικά συναισθήματα (οργή, θυμό) που το άτομο αδυνατεί να εκφράσει και καταλήγουν να προκαλούν εσωτερική σύγχυση, αίσθημα αδυναμίας/εξάντλησης, φόβο, ενοχή και εκρήξεις πανικού, που καταλήγει σε πάλη ουσιαστικά με τον εαυτό μας. Η αδυναμία και ο φόβος να διαχειριστούμε τα αντικρουόμενα αισθήματα, τις αρνητικά φορτισμένες καταστάσεις, οδηγεί σε σωματική αδυναμία ή καταθλιπτικά συναισθήματα. Το άτομο νοιώθει να καταβάλλεται λόγω της μεγάλης σύγχυσης και του αισθήματος απώλειας έλεγχου του εαυτού, καθώς και του αισθήματος αβοήθητου, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να βοηθηθεί
Τα άγχη και οι φοβίες που έχουν προκληθεί από τις μετασεισμικές δονήσεις έχουν μια φανερή αιτία και αφορούν όλον τον πληθυσμό, αλλά πάλι βιώνονται διαφορετικά από το άτομο, ανάλογα με την προσωπικότητα και του τι έχει προηγηθεί.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























