Τον κίνδυνο εργαλειοποίησης του Συντάγματος και ελέγχου της σύνθεσης της Βουλής από την Κυβέρνηση, υπογράμμισε στην ομιλία της ως Εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής η Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Συνταγματικής Αναθεώρησης Ευαγγελία Λιακούλη, Τομεάρχης Δικαιοσύνης, Θεσμών και Διαφάνειας και βουλευτής Λάρισας του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, κατά τη συζήτηση της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας για αναθεώρηση των άρθρων 56 και 57 του Συντάγματος ώστε τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα των Βουλευτών να καθορίζονται όχι πλέον Συνταγματικά, αλλά με κοινό νόμο που θα ψηφίζει η εκάστοτε πλειοψηφία.
Η Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ αποδόμησε την κυβερνητική επιχειρηματολογία για τη μεταφορά του λεπτομερειακού συνταγματικού καταλόγου των κωλυμάτων εκλογιμότητας και των ασυμβιβάστων στον κοινό νόμο, σημειώνοντας ότι με τον τρόπο αυτό η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποκτά ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο πολιτικής εξόντωσης, θεσπίζοντας “φωτογραφικά” κωλύματα, στοχεύοντας συγκεκριμένους αντιπάλους, ή καταργώντας ασυμβίβαστα που εξυπηρετούν τα στελέχη της.
Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά: «Κάθε περιορισμός στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι με κωλύματα και ασυμβίβαστα, πρέπει να είναι αναγκαίος, αναλογικός, δίκαιος, σαφής και προβλέψιμος. Αυτή ακριβώς η προβλεψιμότητα, η ασφάλεια δικαίου, εξασφαλίζεται από τον συνταγματικό κατάλογο, καθώς ο πολίτης, ο υποψήφιος βουλευτής, αλλά και κάθε ψηφοφόρος γνωρίζει εκ των προτέρων και με βεβαιότητα ποιες ιδιότητες αποκλείουν ή περιορίζουν την εκλογιμότητα. Η σαφήνεια αυτή είναι βασική εκδήλωση των αρχών του κράτους δικαίου. Αν λοιπόν η ρύθμιση περάσει στον κοινό νόμο, μια Κυβέρνηση θα μπορεί να εμποδίσει την εκλογή ή, ακόμα χειρότερα, να οδηγήσει σε έκπτωση εν ενεργεία βουλευτές που δεν της είναι αρεστοί».
Η Ε. Λιακούλη υπογράμμισε ότι η λογική της Νέας Δημοκρατίας στην αναθεώρηση των εν λόγω άρθρων αντιτίθεται σε βασικές αρχές της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου σύμφωνα με την οποία τα κωλύματα πρέπει να ερμηνεύονται στενά, διότι αποτελούν περιορισμό πολιτικού δικαιώματος, ενώ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για αυθαιρεσίες και υπερβολές από την εκάστοτε Κυβέρνηση, αφού θα μπορεί να αλλάζει τους κανόνες του “εκλογικού παιχνιδιού” χωρίς αυξημένη πλειοψηφία.
Στη συνέχεια, η Βουλευτής άσκησε δριμεία κριτική στο κυβερνητικό αφήγημα περί εισαγωγής “μερικού ασυμβιβάστου” μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας που σημαίνει ότι ένας Βουλευτής που Υπουργοποιείται θα χάνει προσωρινά την έδρα του, το οποίο παρουσιάστηκε από τη Νέα Δημοκρατία δήθεν ως “λύση” απέναντι στον πελατειασμό, υπενθυμίζοντας το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε αυτή η ιδέα.
«Η πρόταση αυτή τέθηκε από τον Πρωθυπουργό στο δημόσιο διάλογο εν μέσω ορυμαγδού σκανδάλων που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία – από το σκάνδαλο των υποκλοπών και τη χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων για τη σχέση της Κυβέρνησης με το παράνομο λογισμικό Predator, έως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και το “πάρτι” που είχε στηθεί στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Η Κυβέρνηση προσπαθούσε εναγωνίως να διαχειριστεί επικοινωνιακά το πολιτικό κόστος και να αλλάξει την ατζέντα και παρουσίασε το ασυμβίβαστο ως δήθεν μεταρρύθμιση που θα “καθάριζε” το τοπίο. Όμως, η οργανική σύνδεση Κυβέρνησης και Κοινοβουλίου είναι δομικό χαρακτηριστικό του πολιτεύματος που διασφαλίζει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και τη λογοδοσία. Κι αν η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο Υπουργός χωρίς βουλευτική έδρα θα είναι πιο «ανεξάρτητος». στην πραγματικότητα θα είναι πιο «ανεξέλεγκτος», αφού η κρίση των πολιτών για τον βουλευτή στην κάλπη είναι ο ύστατος δημοκρατικός μηχανισμός ελέγχου», τόνισε.
Παράλληλα, η Βουλευτής επεσήμανε τον κίνδυνο δημιουργίας ενός συστήματος “αμοιβαίας κάλυψης” μεταξύ Υπουργών και Βουλευτών, αφού οι ίδιοι φορείς θα εναλλάσσονται μεταξύ θέσεων ελέγχοντος και ελεγχόμενου, ισοπεδώνοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δυσχερή θεσμική θέση των “αναπληρωτών” Βουλευτών και στις συνέπειες στη σύνθεση της Βουλής κάθε φορά που θα αλλάζει το υπουργικό συμβούλιο.
«Οι Βουλευτές που θα αναπληρώνουν όσους υπουργοποιούνται, θα είναι προσωρινοί και “υπό αίρεση”, εγκλωβισμένοι σε έναν αδυσώπητο πολιτικό ανταγωνισμό με τον εκάστοτε Υπουργό της ίδιας περιφέρειας. Ταυτόχρονα, οι κυβερνητικές ανακατατάξεις θα μετατρέπονται σε εργαλείο ελέγχου της σύνθεσης της Βουλής, αφού οι αλλαγές στα πρόσωπα των Υπουργών θα σημαίνουν αλλαγές και στα πρόσωπα των Βουλευτών, με κίνδυνο αλλοίωσης της βασικής αρχής της αντιπροσωπευτικότητας», υπογράμμισε.
Καταλήγοντας, η Ε. Λιακούλη υπογράμμισε ότι τα σκάνδαλα δεν “φυτρώνουν” από το γεγονός ότι ένας υπουργός είναι συγχρόνως βουλευτής, αλλά από την απουσία πραγματικής λογοδοσίας και θεσμικών αντίβαρων, από την ατιμωρησία, από την υποβάθμιση των ανεξάρτητων θεσμών, από τη συρρίκνωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, για τα οποία η Κυβέρνηση δεν προτείνει το παραμικρό. «Το Σύνταγμα αναθεωρείται μόνο όταν υπάρχει πραγματική θεσμική ανάγκη και πλατιά συναίνεση και η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δημιουργεί θεσμικές παρενέργειες που θα “καταδιώκουν” το πολίτευμά μας για δεκαετίες», τόνισε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

























