Το συγκεκριμένο αφιέρωμα απευθύνεται κυρίως σε παιδιά και στόχος του είναι:
‧ Να δείξει στα παιδιά ότι πρέπει και μπορούν να έχουν μεγάλα όνειρα
‧ Να έχουν υπομονή για να πετύχουν αυτά τα όνειρα
‧ Να δείξει ότι όποιο ταλέντο κι αν διαθέτουν είναι πολύ σημαντικό να δουλεύουν σκληρά γιατί χωρίς δουλειά δεν θα μπορέσουν να το αναδείξουν
‧ Να πιστεύουν στον εαυτό τους
‧ Να μην εγκαταλείπουν ποτέ, ακόμη κι αν οι δυσκολίες είναι μεγάλες
‧ Να παραμένουν πάντα ταπεινοί, ακόμη κι όταν καταφέρουν να φτάσουν στην κορυφή
. Τις περισσότερες φορές, η επίτευξη των στόχων έρχεται μέσα από τη συλλογική δουλειά και προσπάθεια
- Η υγιής ενασχόληση με τον αθλητισμό κάνει μόνο καλό σε παιδιά και ενήλικες
Κείμενα: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
Εικονογράφηση: Άρτεμις Διαμαντή
Ένα ζεστό καλοκαιράκι, τον Αύγουστο του 1982, γεννήθηκε στην πόλη της Λάρισας ο Βασίλης Σπανούλης. Ο Βασίλης, είναι ο μικρότερος γιος της οικογένειας του Θανάση και της Γεωργίας Σπανούλη. Ο πρώτος και μεγαλύτερος γιος είναι ο Δημήτρης.
Ο Δημήτρης, ξεκίνησε να παίζει μπάσκετ, και στη συνέχεια τον ακολούθησε και ο μικρότερος αδελφός ο Βασίλης. Σε ηλικία 12 ετών πήγε στην ομάδα του Κεραυνού Λάρισας όπου ήδη έπαιζε ο μεγάλος αδελφός. Ο Βασίλης ξεχώρισε αμέσως για το ταλέντο του στο μπάσκετ.

Το 1997, ο Βασίλης ήταν 15 ετών. Τότε, ο αγαπημένος του μπαμπάς «έφυγε» από τη ζωή. Ήταν κάτι που τον στενοχώρησε πάρα πολύ όπως είναι λογικό. Ο μεγάλος αδελφός, ο Δημήτρης, έπρεπε να αναλάβει τον ρόλο του «πατέρα» στην οικογένεια. Όμως ο Βασίλης δεν το έβαλε κάτω. Παρόλο που περνούσε δύσκολα, δεν σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται. Ονειρευόταν ότι μια μέρα θα γίνει ο καλύτερος παίχτης μπάσκετ στην Ευρώπη.

Ο Βασίλης προπονούταν σκληρά κάθε μέρα. Έπαιζε μπάσκετ και σκεφτόταν ότι θα κάνει περήφανο τον μπαμπά του που είχε πάει στον Παράδεισο. Αγωνιζόταν πλέον στον Γ.Σ. Λάρισας, που ήταν η μεγαλύτερη ομάδα της πόλης εκείνη την περίοδο. Το ταλέντο του εντυπωσίασε τους ανθρώπους της ομάδας του Αμαρουσίου στην Αθήνα κι έτσι ο Βασίλης άνοιξε τα φτερά του και πήρε μεταγραφή στο Μαρούσι, το καλοκαίρι του 2001.

Εκεί, συνάντησε δυσκολίες στην αρχή, μιας και υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός. Αφού προπονούταν μέρα και νύχτα πολύ σκληρά, κάποια στιγμή ο προπονητής Παναγιώτης Γιαννάκης τον έβαλε να παίξει. Ο Βασίλης ήταν από τους καλύτερους παίχτες της ομάδας και το 2003 αναδείχθηκε ως ο κορυφαίος νέος παίχτης του Ελληνικού Πρωταθλήματος. Μάλιστα, μέσα από την παρουσία του στο Μαρούσι, κατόρθωσε να κερδίσει μια θέση στην ομάδα της Εθνικής Ελλάδος των αντρών.
Οι φίλοι του έβγαιναν συνεχώς έξω, έκαναν ταξίδια και διασκέδαζαν. Ο Βασίλης όμως είχε μέτρο στις εξόδους του. Από πολύ μικρός είχε βάλει ως προτεραιότητα της ζωής του το μπάσκετ γιατί το λάτρευε. Φαινόταν ότι τίποτα δεν θα τον σταματούσε.

Το καλοκαίρι του 2005 κατόρθωσε ως βασικός παίχτης της Εθνικής να κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Μπάσκετ στο Βελιγράδι της Σερβίας, κερδίζοντας στον τελικό την Εθνική Γερμανίας. Ήταν η πρώτη μεγάλη στιγμή στην καριέρα του. Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε τι θα ακολουθούσε, ενώ είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι δεν σταμάτησε ποτέ να προπονείται σκληρά.
Αφού πήρε μεταγραφή στον Πρωταθλητή Ελλάδος Παναθηναϊκό και πανηγύρισε το πρώτο του Πρωτάθλημα, το καλοκαίρι του 2006 πήγε στην Ιαπωνία ως μέλος της Εθνικής ομάδας, για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Μπάσκετ. Εκεί, η Ελλάδα τερμάτισε στη δεύτερη θέση, πίσω από την Ισπανία. Ωστόσο έμεινε στην ιστορία η πρόκριση στον ημιτελικό αγώνα απέναντι στην υπερδύναμη Αμερική. Ο Βασίλης Σπανούλης, σ’ εκείνο τον αγώνα ήταν πρώτος σκόρερ με 22 πόντους. Άλλωστε το ίδιο καλοκαίρι είχε πάρει μεταγραφή για το καλύτερο Πρωτάθλημα του κόσμου, το ΝΒΑ και συγκεκριμένα για την ομάδα των Χιούστον Ρόκετς!

Στην Αμερική ο Βασίλης παρέμεινε μόλις για έναν χρόνο γιατί δεν ήταν χαρούμενος εκεί. Όταν έφτασε στο ΝΒΑ δούλεψε πολύ, αλλά δεν βρήκε μεγάλο χρόνο συμμετοχής στην ομάδα του. Απογοητεύτηκε, όμως δεν τα παράτησε. Χωρίς να φερθεί εγωιστικά άκουσε την καρδιά του και την οικογένειά του και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα και στην ομάδα του Παναθηναϊκού. Εκεί, ένιωθε καλά ενώ είχε αφήσει τη δουλειά του στη μέση από την προηγούμενη χρονιά.
Ακούγοντας τους προπονητές του, έγινε και πάλι χαρούμενος. Αγωνίστηκε για τρία χρόνια στον Παναθηναϊκό και κατάφερε το 2009 να κατακτήσει τον πρώτο του Ευρωπαϊκό τίτλο με συλλόγους, κερδίζοντας την ρωσική ΤΣΣΚΑ Μόσχας στον τελικό. Εκείνη την χρονιά μάλιστα ο Βασίλης κατόρθωσε να ξεχωρίσει και έγινε MVP, δηλαδή ο πολυτιμότερος παίχτης της ομάδας στην Ευρώπη.

Πήγαινε πολύ καλά και έδειχνε την αξία του σε κάθε αγώνα. Τον ήθελαν πολλές ευρωπαϊκές ομάδες, ωστόσο ο Βασίλης, το καλοκαίρι του 2010, αποφάσισε να κάνει κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο: έφυγε από τον πρώτο εκείνη την περίοδο Παναθηναϊκό και πήρε μεταγραφή για τον δεύτερο Ολυμπιακό. Η φιλοδοξία του ήταν να γίνει αρχηγός του Ολυμπιακού και να καταφέρει μετά από πολλά χρόνια να κάνει αυτή την ομάδα πάλι πρώτη.
Στον Ολυμπιακό, το ξεκίνημά του δεν ήταν το καλύτερο δυνατό. Όλοι, οι συμπαίχτες του, οι προπονητές του, ο κόσμος, είχαν πολύ μεγάλες απαιτήσεις από εκείνον. Ο Βασίλης έδειξε υπομονή και επιμονή. Επικεντρώθηκε σ’ αυτό που ήξερε άψογα να κάνει: σκληρή προπόνηση. Έτσι, το 2012, μόλις δυο χρόνια μετά την μεταγραφή στον Ολυμπιακό, η ομάδα κατάφερε με τον Βασίλη αρχηγό να γίνει πρώτη στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Ο τελικός εναντίον της ΤΣΣΚΑ Μόσχας που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 2012, ήταν μια μάχη στην οποία ο Ολυμπιακός ήταν ο ανίσχυρος και η Ρώσοι ήταν οι ισχυροί. Μια μάχη όπως αυτή του Δαυίδ εναντίον του Γολιάθ. Όταν ανατράπηκε η μεγάλη διαφορά των 19 πόντων και με καλάθι στο τέλος ο Ολυμπιακός έγινε Πρωταθλητής Ευρώπης μετά από δεκαπέντε χρόνια, ο Βασίλης και η παρέα του πετούσαν στα ουράνια. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησαν όλοι ότι τίποτα σ’ αυτή τη ζωή δεν είναι ακατόρθωτο. Ο Βασίλης τα είχε καταφέρει πολύ καλά. Για μια ακόμη φορά έγινε MVP στην Ευρώπη, δηλαδή ο πολυτιμότερος παίχτης.
Τα επόμενα χρόνια κατέκτησε κι άλλους τίτλους με τον Ολυμπιακό, με κορυφαίο ένα ακόμη Ευρωπαϊκό το 2013 στο Λονδίνο, κερδίζοντας την ισπανική Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό. Μέχρι το 2021 που λόγω ηλικίας αποφάσισε να σταματήσει το μπάσκετ, ο Βασίλης Σπανούλης έγινε πρώτος σε τελικές πάσες στην ιστορία του Ελληνικού Πρωταθλήματος, πρώτος σε τελικές πάσες στην ιστορία της Ευρωλίγκα και πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Ευρωλίγκα. Παρά τα κατορθώματά του και την δημοφιλία του, ο Βασίλης παρέμεινε σε όλη την καριέρα του ταπεινός.

Σε όλη αυτή την πορεία μέχρι και το τέλος της καριέρας του, στήριγμά του ήταν η σύζυγός του η Ολυμπία. Μαζί δημιούργησαν μια μεγάλη και πολύ όμορφη οικογένεια. Πλέον, ο Βασίλης, δουλεύοντας ως προπονητής μπάσκετ, θα ζει ευτυχισμένος με την Ολυμπία και τα έξι παιδιά τους: τον Θανάση, που πήρε το όνομα του παππού του και πατέρα του Βασίλη, τον Δημήτρη, τον Βασίλη junior, την Αιμιλία, την Αναστασία και την Αλεξάνδρα. Και η σύντομη πορεία μέχρι στιγμής στην προπονητική, δείχνει αυτό που ξέρουμε ήδη: ότι έχει μέσα του το μπάσκετ. Ήδη έχει κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 2025 ως προπονητής της Εθνικής Ελλάδος και ως προπονητής της Μονακό, μετά το ξεκίνημα στο Περιστέρι, οδήγησε τους Γάλλους στον τελικό της Ευρωλίγκας. Πλέον είναι προπονητής στον Άρη Θεσσαλονίκης.

ΤΕΛΟΣ
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

























