Του Κώστα Σπανούλη
Προέδρου Πανελλήνιου Συνδέσμου Αγροτικών Φωτοβολταϊκών
Η ηλεκτρική ενέργεια στη χώρα μας παράγεται από ΑΠΕ (κυρίως Φωτοβολταϊκά και Αιολικά), φυσικό αέριο και ελάχιστο λιγνίτη. Η ενέργεια αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής στη χονδρική αγορά και το ρεύμα πωλείται στη λιανική από εταιρείες οι οποίες με τη σειρά τους το μεταπωλούν στους καταναλωτές. Να σημειώσουμε ότι οι μεγαλύτερες εταιρείες είναι και προμηθευτές. Η ακρίβεια που πλήττει νοικοκυριά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τον αγροτικό κόσμο, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό, άμεσα ή έμμεσα, στην υψηλή τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Ενεργειακή πολιτική και αγροτικός κόσμος
Η ενεργειακή πολιτική που εφαρμόζεται από το 2023 και μετά στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Αντί να ενισχύει τη διάχυση της παραγωγής ενέργειας σε πολλούς, ευνοεί τη συγκέντρωση έργων σε λίγους μεγάλους επενδυτές.
Συγκεκριμένα: Μεγάλα έργα, διαδικασίες fast track και εικονικές ενεργειακές κοινότητες κατέλαβαν κατά προτεραιότητα τις διαθέσιμες ηλεκτρικές υποδομές της χώρας, ξεπερνώντας κατά πολύ μέχρι σήμερα όχι μόνο το στόχο του ΕΣΕΚ 2025 (Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα) των 8,5 GW αλλά ακόμη και τo στόχο του 2030 των 13,5 GW στα φωτοβολταϊκά, χωρίς μάλιστα να έχουν τηρηθεί ακόμη και οι δεσμεύσεις για αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών από το 2023 και μετέπειτα.
Την ίδια στιγμή, οι μικροεπενδυτές και οι αγρότες αποκλείστηκαν στην πράξη από την πρόσβαση στο δίκτυο, καθώς εντάχθηκαν τελευταίοι στη σειρά αξιολόγησης των αιτήσεων.
Παράλληλα, η λειτουργία της αγοράς ενέργειας, με συχνές περιόδους μηδενικών ή αρνητικών τιμών στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις, που ενδεχομένως συνδέονται και με φαινόμενα χειραγώγησης, υπονομεύοντας τη βιωσιμότητα των μικροεπενδυτών και κυρίως των αγροτών. Εξάλλου ο ACER (Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης), κάλεσε τις εθνικές αρχές να διεξάγουν έρευνα αγοράς για να διαπιστωθεί εάν έλαβε χώρα χειραγώγηση και παρακράτηση δυναμικότητας κατά τις ώρες με τις πιο ακραίες τιμές και επέβαλε τη RAAEY (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, Αποβλήτων και Υδάτων) να πραγματοποιήσει έρευνα στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, ο ΠΣΑΦ (Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αγροτικών Φωτοβολταϊκών) κατέθεσε προσφυγή κατά τις απόφασης (αρ. Ε52/2025) του κλάδου ενέργειας της RAAEY και για το κλείσιμο των φωτοβολταϊκών πάρκων έως 500 KW. Η υπόθεση εκδικάζεται αρχές Ιουνίου 2026.
Οι παραπάνω εξελίξεις δεν οδήγησαν σε ουσιαστική μείωση του ηλεκτρικού τιμολογίου για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ακόμη και στα ελάχιστα μικρά αγροτικά φωτοβολταϊκά έργα έως 500 kW που κατασκευάστηκαν, η οικονομική βιωσιμότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η παραγόμενη ενέργεια δεν αποζημιώνεται πλήρως σε περιόδους υψηλής παραγωγής, λόγω περικοπών (κλείσιμο λειτουργίας πάρκων) καθώς και μηδενικών ή αρνητικών τιμών στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Το αποτέλεσμα είναι να καταγράφονται απώλειες εισοδήματος που εκτιμάται ότι θα φτάσουν φέτος το 42% με άμεσο κίνδυνο οικονομικής ασφυξίας και αδυναμίας εξυπηρέτησης δανειακών υποχρεώσεων.
Τσιφλικάδες ενέργειας;
Όλα τα παραπάνω πιέζουν στη σταδιακή συγκέντρωση της παραγωγής ενέργειας σε λίγους, αντί της ενίσχυσης ενός αποκεντρωμένου μοντέλου με συμμετοχή πολιτών και αγροτών.
Τελικά ο στόχος είναι να δημιουργηθούν νέοι τσιφλικάδες στον τομέα της ενέργειας;
Tελικά θέλουμε πολλά έργα σε πολλούς ή όλα τα έργα σε λίγους;
Οι αγρότες παρά τον οικονομικό «στραγγαλισμό», δεν πωλούν τα πάρκα τους!
Και γιατί δεν πουλάνε;
Διότι στον πρωτογενή τομέα, η δραστική μείωση του ενεργειακού κόστους αποτελεί βασική προϋπόθεση επιβίωσης και ανάπτυξης. Η ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας μέσω μικρών φωτοβολταϊκών μονάδων μπορεί να προσφέρει σταθερότητα στο κόστος παραγωγής, μηδενίζοντας το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, μειώνοντας κατά 25% το κόστος παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και να στηρίξει ουσιαστικά την αγροτική δραστηριότητα.
Η δυνατότητα των αγροτών να παράγουν τη δική τους ενέργεια δεν είναι προνόμιο, αλλά δικαίωμα. Οι αγρότες συνέβαλαν διαχρονικά στην ανάπτυξη των ηλεκτρικών υποδομών (Δίκτυα ΔΕΔΔΗΕ χαμηλής και μεσαίας τάσης, τα οποία πληρώθηκαν από τους ίδιους ή μέσω του αγροτικού εξηλεκτρισμού) και αποτελούν βασικούς καταναλωτές ενέργειας για την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Ωστόσο, είχε σαφώς προβλεφθεί ενεργειακός χώρος για αγροτικά φωτοβολταϊκά (στόχος του ΕΣΕΚ το 2020, τα 750 MW, μέχρι σήμερα, το 2026, συνδέθηκαν μόλις 450 MW). O στόχος δεν επετεύχθη όχι με ευθύνη των αγροτών αλλά γιατί είτε δεν έλαβαν όρους σύνδεσης, είτε οι όροι σύνδεσης που δόθηκαν περιελάμβαναν περιορισμό πώλησης/συμψηφισμού ρεύματος καθιστώντας την επένδυση ασύμφορη.
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σημαντικό ποσοστό των φωτοβολταϊκών ανήκει σε αγρότες, ενισχύοντας την ενεργειακή τους αυτάρκεια και μειώνοντας το κόστος παραγωγής. Αντιπροσωπευτικό, το παράδειγμα της Γερμανίας όπου οι αγρότες μηδένισαν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για την αγροτική τους παραγωγή μιας και κατέχουν το 16% του συνόλου των Φ/Β της χώρας (επισυνάπτεται το διάγραμμα του Γερμανικού Υπουργείου Ενέργειας). Αντίθετα, στην Ελλάδα οι 450.000 Έλληνες αγρότες, δηλαδή το 13% του εργατικού δυναμικού της χώρας, κατέχει μόλις το 2% των Φ/Β μονάδων.
Ακόμη και η δέσμευση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη τείνει να τιναχθεί στον αέρα καθώς στο πρόγραμμα «Φωτοβολταϊκά στο χωράφι» κατατέθηκαν περίπου 20.000 αιτήσεις αγροτών, αλλά εγκρίθηκαν μόλις 5.337 έργα, λόγω εξάντλησης του διαθέσιμου προϋπολογισμού των 30 εκατ. ευρώ. Από αυτά, έχουν υλοποιηθεί μέχρι σήμερα μόλις περίπου 600 έργα, καθώς πολλές αιτήσεις είτε απορρίφθηκαν στην πράξη, χωρίς χορήγηση όρων σύνδεσης, είτε εγκρίθηκαν με σοβαρούς περιορισμούς στην έγχυση ενέργειας, καθιστώντας τις επενδύσεις οικονομικά ασύμφορες.
Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η αναθεώρηση της ενεργειακής πολιτικής προς μια πιο δίκαιη και αποκεντρωμένη κατεύθυνση. Η στήριξη του πρωτογενούς τομέα και η ενεργειακή δημοκρατία προϋποθέτουν την ουσιαστική συμμετοχή των αγροτών στην παραγωγή ενέργειας.
Η ενέργεια δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο αποκλεισμών και συγκέντρωσης σε λίγους. Αν η πολιτεία δεν διασφαλίσει άμεσα δίκαιη πρόσβαση των αγροτών στα δίκτυα και στην παραγωγή ενέργειας, τότε θα φέρει ακέραια την ευθύνη για την περαιτέρω αποδυνάμωση του πρωτογενούς τομέα.
Εν κατακλείδι, κρίνεται απαραίτητη η αποζημίωση για τις οικονομικές απώλειες των αγροτικών φωτοβολταϊκών των προηγούμενων ετών (με αναδρομική ισχύ), όπως και η απορρόφηση όλης της παραγόμενης ενέργειας από τα αγροτικά Φ/Β μέχρι τη λήξη των συμβάσεών τους.
Παράλληλα, μονόδρομος είναι η απελευθέρωση ηλεκτρικού χώρου, που ήδη έχει δεσμευθεί από το ΕΣΕΚ το 2020 αλλά και τα 1.350 ΜW από την πρωθυπουργική δέσμευση του κ. Μητσοτάκη, για να αποκτήσει ο κάθε αγρότης, κυρίως οι νέοι αγρότες, το δικό του φωτοβολταϊκό και να παραμείνει στην ελληνική περιφέρεια και στα χωράφια του.
Πηγή: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















