Του Βάιου Κουτριντζέ, συγγραφέα
Η σκηνή ανοίγει σιγά σιγά. Μια όμορφη γυναίκα, τριάντα, περίπου, ετών, στέκεται όρθια στο κέντρο της. Τα μαλλιά της είναι μακριά, ως τη μέση της, κοκκινωπά. Φοράει μία κίτρινη φούστα που τονίζει τη θηλυκότητά της και φαρδιά κρεμ μπλούζα. Στο βάθος, δεξιά (για τους θεατές) ένα γραφείο, όπου κάθεται ένας άντρας τριανταπέντε ετών. Σε μια καρέκλα, σ’ επαφή με το γραφείο, κάθεται ένας πενηντάρης με το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο. Συνομιλούν, την κοιτούν κι οι δυο και γελούν διακριτικά. Στον τοίχο που βλέπουν απέναντί τους οι θεατές ένα παράθυρο και από κάτω ένα σχεδιαστήριο και ένα κόκκινο κάθισμα γραφείου που στριφογυρίζει. Η γυναίκα γυρίζει για λίγο, τους παρατηρεί και, ύστερα, μονολογεί, κοιτώντας το κοινό. Απευθύνεται στους άντρες θεατές.
* * *
ΕΡΓΑΖΟΜΑΙ ΧΡΟΝΙΑ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, όλοι με μένα έχουν να κάνουν, σιγανομουρμουρίζουν και λοξοκοιτούν τα καλοσχεδιασμένα πόδια μου (λυγίζει πλάγια το αριστερό πόδι), γιατί να μην το πω; δεν είμαι σεμνότυφη, «μπανίζουν» τα μπούτια μου, κι εγώ ανιχνεύω τον πόθο, μπηγμένο σαν καρφί, μες στα ξελιγωμένα μάτια τους· μα τι νομίζουν, καλέ, οι χαλβάδες! πως δεν τους βλέπω; πως δεν ακούω τις προστυχιές τους; τι τα ’χω τ’ αυτιά μου; (ανασηκώνει τα κοκκινωπά μαλλιά της με τα χέρια, για να φανούν τ’ αυτιά της και μετά αφήνει τα μαλλιά να πέσουν απότομα και τα χαϊδεύει), «σαν της κοκκινομάλλας γραμματέως του Λέμμυ Κώσιον (το λέω για όσους από σας διάβαζαν «Μυστήριον» και «Μάσκα» μικροί, τα ’παιρνε και μένα ο αδελφός μου και τους έριχνα καμιά ματιά, γιατί εγώ διάβαζα μόνο ΄΄Μανίνα΄΄), άσε (εμφατικά) εκείνα τα φοβερά βλέμματά τους! με ακινητοποιούν, μ’ ανατριχιάζουν, ριγώ σύγκορμη και φοβάμαι μη λιγωθώ και σωριαστώ στο πάτωμα, κι εκείνος δε με προστατεύει μα χαζογελάει και δαύτος (γυρίζει τους κοιτά και λέει: με τι να γελούν άραγε, μήπως φεγγίζει η φούστα μου; (τσακίζει το σώμα της και κοιτάζεται) αλλά, μπα! προσέχω η καψερή, οφείλω, όμως, να το παραδεχτώ: τα πόδια μου τα ’δειχνα, και, μάλιστα, όσο μπορούσα πιο ψηλά! (ποια γυναίκα δεν το κάνει;) και περιμένω να φύγουν οι παρείσακτοι, για να του κάνω καψόνια –έτσι δε λένε στο στρατό τους την αδιανόητη ταλαιπωρία;- να δει αυτός ο κύριος (δείχνει με τρόπο πίσω της) που θαρρεί πως μ’ έχει σίγουρη, θα του ξίνιζα τα μούτρα, ξέρουμε εμείς οι γυναίκες από κάτι τέτοια, θα του έστρεφα την πλάτη αν μπορούσα, αλλά δεν είναι εφικτό -πού να σας εξηγώ τώρα,..(σταματάει)
Σ’ αυτό το σημείο ο πελάτης σηκώνεται να φύγει κι ακούγεται η ακόλουθη συνομιλία:
-Γεια σου Άγη, τα λέμε.
-Γεια σου, Ηλία, το βράδυ στο Φράνκλιν.
-Εντάξει.
Ο πελάτης φεύγοντας περνάει κοντά στην κοπέλα την κοιτάζει πατόκορφα, απροκάλυπτα, χαμογελάει και απομακρύνεται προς την έξοδο (που βρίσκεται αριστερά όπως κοιτάει το κοινό).
…και να ’σου τον που στρογγυλοκάθισε στο κόκκινο στριφογυριστό κάθισμα στο σχεδιαστήριο και δε μου ’δωσε καμιά σημασία, μωρέ, ωραίος τρόπος για κάποια που του κρατάει συντροφιά ολημερίς και ολονυχτίς, γιατί ο εν λόγω το ξημερώνει πού και πού, τι στο διάτανο γράφει κι όλο ανακάθεται και κοιτάζει με βλέμμα απλανές, που το διαπερνάει από μέσα μου και με κεντάει σαν βελόνα, τα πολυάριθμα βιβλία στις επιτοίχιες βιβλιοθήκες, πολυάριθμα -όταν λέω- ακριβολογώ, τώρα τελευταία, μάλιστα, έχει χάσει το λογαριασμό και ψάχνει με τις ώρες για να βρει κάποιο βιβλίο που προφανώς το χρειάζεται και βρίζει ανενδοίαστα κι ανίερα, ντροπή του, αν είχε λιγάκι τσίπα θα ’λεγε και κανένα ΄΄συγγνώμη΄΄ που τον ακούω, όμως θριαμβολογεί κάθε φορά που ανακαλύπτει αυτό που αναζητεί και τότε απευθύνεται σε μένα και μου λέει: «το τσακώσαμε, Γαληνάκι μου», Γαλήνη είναι το όνομά μου, ναι ξέρω τι θα πείτε, πως είναι παράξενο το όνομά μου και δεν το συναντήσατε ποτέ σ’ άλλη γυναίκα και φυσικά δε θα γνωρίζετε ποια ήταν η Γαλήνη, ανοίξτε και κανένα βιβλίο, ρε αστοιχείωτοι, να δείτε, τι το βαστάτε το ρημάδι το κινητό κολλημένο στην παλάμη σας σαν έμφυτη προεξοχή, άμα δε νογάτε να το χρησιμοποιήσετε σωστά, θαρρείτε τάχα και δεν ξέρω τι βλέπετε σαν γουρλώνετε τα μάτια και τρίβεστε, η Γαλήνη, βρε αστοιχείωτοι, ήταν μια Νηρηίδα πανέμορφη σαν εμένα, (δε μ’ αρέσει να περιαυτολογώ, αλλά αυτή είναι η αλήθεια, πώς να το κάνουμε), προσωποποίηση της γαληνεμένης θάλασσας, αλλά σε ποιους μιλάω, εσείς γνωρίζετε όλες τις τσούλες που σας κουνιούνται ξεδιάντροπα, πίξελ είναι, βρε χαϊβάνια, βρείτε καμιά ζωντανή γκόμενα, που μ’ αυτά και με τ’ άλλα μασκαριλίκια σας γέμισε ο κόσμος γυναίκες ανικανοποίητες·
© Βάιος Κουτριντζές
συνεχίζεται
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























