Τελικά η κρίση της δημοκρατίας στην χώρα μας έπιασε πάτο… Πρώτη φορά από επίσημα χείλη το «ρουσφέτι» ονομάζεται «εξυπηρέτηση του πολίτη» και αναγνωρίζεται επίσημα ότι είναι η δουλειά του βουλευτή
Γράφει ο Γιώργος Σούλτης
Μέσα στον κυκεώνα της εξευτελιστικής υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέμενα με περιέργεια να ακούσω τι θα πει ο πρωθυπουργός της χώρας. Και τι ακούσαμε στο «διάγγελμα» του; Ότι το ρουσφέτι στη χώρα μας είναι δεδομένο, ότι όλοι οι βουλευτές όλων των κομμάτων χρόνια τώρα κάνουν ρουσφέτια! Χαρακτηριστικά είπε «Τώρα ανακάλυψαν κάποιοι το ρουσφέτι; πέστε μου έναν βουλευτή που δεν έκανε ποτέ μια εξυπηρέτηση!». Μετά την τοποθέτηση αυτή του πρωθυπουργού και το εντατικό κομματικό επικοινωνιακό φροντιστήριο, όλοι οι βουλευτές της παράταξής του, πήραν την γραμμή αυτή και δεν λέγεται τι ακούσαμε στα έντυπα και τα ηλεκτρονικά μέσα. Κάποιος έλεγε με πάθος: «Μα έκανα τη δουλειά μου, η δουλειά του βουλευτή είναι να εξυπηρετεί του πολίτες!!! Εγώ απλά έκανα μια εξυπηρέτηση, κέρδισα τίποτα εγώ;» Ακριβώς το ίδιο είπε και ο πρωθυπουργός κανένας βουλευτής δεν κατηγορείται ότι πήρε χρήματα. Όταν ο δημοσιογράφος του διατύπωσε την αντίρρηση του: «…. Μα κερδίζατε «σταυρούς» στις εκλογές», ο βουλευτής εξανέστη και με έντονο επικριτικό ύφος απάντησε: «Ο σταυρός στις εκλογές είναι δημοκρατία, είστε εναντίον της δημοκρατίας;».
Τελικά η κρίση της δημοκρατίας στην χώρα μας έπιασε πάτο… Πρώτη φορά από επίσημα χείλη το «ρουσφέτι» ονομάζεται «εξυπηρέτηση του πολίτη» και αναγνωρίζεται επίσημα ότι είναι η δουλειά του βουλευτή. Θα μου πείτε: «Kαλά εσύ τώρα ανακαλύπτεις το ρουσφέτι; Αυτό υπάρχει από την ίδρυση του ελληνικού κράτους!» Σωστά έτσι είναι, χρόνια τώρα το γραφείο του κάθε «βουλευτή Καλοχαιρέτα» παίζει αυτό το ρόλο. Δέχεται κόσμο για ποικίλες εξυπηρετήσεις και βέβαια όλοι αυτοί οι εξυπηρετούμενοι είναι οι πελάτες του βουλευτή, δηλαδή αυτοί που τον ψήφισαν και πηγαίνουν στην συνέχεια να παραλάβουν το αντίτιμο. Ο λαός μας από την μια πλευρά τρέχει στα γραφεία των βουλευτών για τα ρουσφέτια, αλλά από την άλλη το διακωμωδεί και γελάει με την όλη κατάσταση. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε το τραγούδι του Θωμά Μπακαλάκου «Ήρθε ο βουλευτής στο χωρίο, βόλτες από κει και από δω […] Θα σας γλυτώσουμε από τη δυστυχία […] και όσο για τα φτωχά κορίτσια σας, γαμπρούς εμείς θα βρούμε…». Από την εποχή του Σουρή ακόμα εκατοντάδες ταινίες, θεατρικές επιθεωρήσεις και άπειρες γελοιογραφίες διακωμωδούν το ελληνικό αυτό σπορ…. Όμως για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία το ρουσφέτι αναγνωρίζεται επίσημα ότι είναι «η δουλειά του βουλευτή»! Για πρώτη φορά ανερυθρίαστα και με απόλυτα φυσιολογικό ύφος ο πρωθυπουργός και οι βουλευτές του μιλούν για την υποχρέωση τους στις «εξυπηρετήσεις».
Με ενοχλεί όμως και η ποικίλη αρθρογραφία που διαβάζω στις εφημερίδες και στα διάφορα blogs, η οποία αναφέρεται στο διαχρονικό και διακομματικό φαινόμενο του ελληνικού ρουσφετιού και λίγο πολύ το αποδίδουν στο DNA των Ελλήνων. Ειλικρινά είτε πρόκειται για επιστημονικά άρθρα είτε για κωμικά χρονογραφήματα, είτε για πολιτική κριτική θεωρώ ότι με αυτό τον τρόπο κατά μια έννοια δικαιολογούν την όλη κατάσταση και θεωρούν το ρουσφέτι στην Ελλάδα ένα μη αναστρέψιμο φαινόμενο. Είναι αλήθεια ότι το «ρουσφέτι» με την μορφή της εξυπηρέτησης των ημέτερων κομματικών συμφερόντων σε διάφορά επίπεδα (και κυρίως σε επίπεδο μεγάλων συμφερόντων) αποτελεί μια παθογένεια του παγκόσμιου πολιτικού συστήματος και της δυτικής δημοκρατίας. Στην Ελλάδα όμως μιλάμε για έναν άνευ προηγουμένου ευτελισμό όταν τα ρουσφέτια ονομάζονται επίσημα «εξυπηρετήσεις» και ακούμε του ίδιους τους βουλευτές να μιλάνε για αυτές τις εξυπηρετήσεις με ύφος συνωμοτικό, στους (μαφιόζικους) τηλεφωνικούς διαλόγους που είδαμε να περιέχονται στη δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Θα συμφωνήσω ότι αυτή η παθογένεια υπάρχει διαχρονικά και διακομματικά. Όποιο κόμμα και αν πέρασε από την κυβέρνηση (ακόμα και επί οικουμενικής κυβέρνησης) υπηρέτησε το ρουσφέτι με τον χειρότερο τρόπο. Θα συμφωνήσω ακόμα ότι το ρουσφέτι στην Ελλάδα αποτελεί πλέον μέρος της κουλτούρας μας, θεωρείται αυτονόητο και μάλιστα θεωρούνται ανόητοι όσοι δεν το χρησιμοποιούν. Εκεί όμως που θα διαφωνήσω κάθετα είναι ότι για αυτή την κουλτούρα μας και την νοοτροπία μας φταίει το DNA μας. Για μένα είναι ξεκάθαρο, φταίει όλο το πολιτικό σύστημα και σήμερα έχουμε φτάσει στον πάτο αυτής της διαχρονικής κρίσης. Ζούμε σήμερα μια μέγιστη κρίση του πολιτικού μας συστήματος και της δημοκρατίας μας. Ποτέ και από κανένα κόμμα δεν υπήρξε η πολιτική βούληση να «χτυπηθεί» το ρουσφέτι και αυτό γιατί το σύστημα των κομμάτων στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην «αγοραία ψήφο» των βουλευτών: «Ψήφισε με και εγώ είμαι εδώ…».
Παλιότερα όταν το ΠΑΣΟΚ στηριζόταν σε ένα ζωντανό και οργανωμένο κόμμα μελών και λιγότερο στους βουλευτές, το ρουσφέτι και πάλι δεν μειώθηκε αλλά μάλλον αυξήθηκε, τον κύριο λόγο τότε είχαν τότε οι γραμματείς των περιβόητων κλαδικών. Αυτό ήταν άλλωστε ένα επιχείρημα του Κώστα Σημίτη για να προχωρήσει τότε στη διάλυση των κομματικών μηχανισμών. Βέβαια με τον τρόπο αυτό φτάσαμε στη πλήρη διάλυση των κομμάτων και την αντικατάστασή τους από το κόμμα των οπαδών-ψηφοφόρων. Σήμερα με τα κόμματα (όλα) να έχουν γίνει πλέον κόμματα στελεχών και βουλευτών χωρίς μέλη παρά μόνο με ψηφοφόρους, το ρουσφέτι αυξήθηκε ακόμα περισσότερο και μεταμορφώθηκε επίσημα σε εξυπηρέτηση! Το ρουσφέτι σήμερα όχι μόνο καλά κρατεί, αλλά έχει γίνει αυτονόητο και έχει πάρει μια επίσημη μορφή και για αυτό φταίνε μόνο τα ίδια τα κόμματα! Το «χτύπημα» του ρουσφετιού είναι θέμα μόνο πολιτικής βούλησης.
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μπορώ να σκεφτώ τρείς μόνο πολιτικές ενέργειες που στόχο είχαν την καταπολέμηση του ρουσφετιού. Πρόκειται για τα εξής:
1) Την θέσπιση των Γενικών πανελλαδικών εξετάσεων, σαν τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Ο νόμος έγινε το 1964 επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος ήταν και Υπουργός Παιδείας.
2) Την θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ που αφορούσε τους διορισμούς στο δημόσιο και έγινε με κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου με το νόμο Πεπονή το 1994.
3) Την θεσμοθέτηση του συστήματος «Διαύγεια» από τον Γιώργο Παπανδρέου το 2010. Οι τρεις αυτοί θεσμοί έδειξαν καθαρά ότι αν μια κυβέρνηση έχει την πολιτική βούληση να μηδενίσει το ρουσφέτι μπορεί άνετα να βρει τρόπους με τους οποίους θα το πετύχει. Πόσες φορές αλήθεια οι προστρέχοντας στον βουλευτή τους για διορισμό, τον άκουσαν να λέει: «Aν είναι μέσω ΑΣΕΠ δεν μπορώ να κάνω τίποτα!». Η νοοτροπία των πολιτών δεν καθορίζεται από το DNA τους αλλά καλλιεργείται από το εκπαιδευτικό σύστημα και τους νόμους. Αλήθεια ποιος σήμερα μπορεί να σκεφτεί να ζητήσει ρουσφέτι για τις πανελλαδικές; Ο καθένας γνωρίζει ότι αυτό είναι αδύνατον.
Η μηχανοργάνωση και η μηχανογράφηση είναι ένα όπλο για την αντιμετώπιση των παρεμβάσεων σε μια διαδικασία. Μας το θύμισε και ο πρωθυπουργός στο διάγγελμα του, αλλά φτάσαμε στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και το ρουσφέτι αυξάνει συνεχώς. Η μηχανογράφηση δεν αρκεί αν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για την δημιουργία ενός «απαραβίαστου» θεσμού. Αυτό αποδείχτηκε από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠE όπου υπήρχε μηχανογράφηση, αλλά τα «ρουσφέτια» υλοποιούνταν «χεράτα»! Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει το «χεράτα» παρά ότι η δουλειά πρέπει να γίνει βάζοντας χέρι στο ηλεκτρονικό σύστημα; Ένα ηλεκτρονικό σύστημα δημιουργείται από ανθρώπους και έχει συγκεκριμένες προδιαγραφές και μια από τις προδιαγραφές μπορεί άνετα να είναι ότι το σύστημα επιτρέπει να γίνουν χειροκίνητες παρεμβάσεις για κάποιους λόγους.
Όλη αυτή η κατάσταση ήταν που έφτασε τον πρωθυπουργό Εντι Ράμα της γειτονικής Αλβανίας να «διορίσει» υπουργό μια «τεχνητή νοημοσύνη». Κατάλαβε ότι όσο απαραβίαστα και αν είναι τα ηλεκτρονικά συστήματα, ο άνθρωπος μπορεί πάντα να τα παραβιάζει. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για το μέτρο που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός για τον «ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργών και βουλευτών». Μα και τώρα οι πρόεδροι του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν βουλευτές! Γιατί άραγε οι βουλευτές δεν θα τηλεφωνούν στους τεχνοκράτες υπουργούς; Το θέμα είναι καθαρά θέμα πολιτικής βούλησης!!! Αν δεν υπάρξει πολιτική βούληση το ρουσφέτι θα αυξάνεται! Και πολιτική βούληση δεν φαίνεται να υπάρχει στον ορίζοντα από κανένα κόμμα.
Το ρουσφέτι δεν αγγίζει μόνο στους βουλευτές και τους υπουργούς, βρίσκεται στους δήμους και στις περιφέρειες και αγγίζει από τους εκλεγμένους συμβούλους έως το δήμαρχο και τον περιφερειάρχη. Βρίσκεται στα νοσοκομεία και σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες από την αποκεντρωμένη διοίκηση έως το τελευταίο ταπεινό δημόσιο γραφείο και σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται στο στρατό και στην αστυνομία. Για όλα αυτά δε φταίει το DNA μας αλλά μια νοοτροπία στην οποία εκπαιδεύτηκαν και εθίστηκαν οι Έλληνες από το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Ένα πολιτικό σύστημα το οποίο αντί να προσπαθήσει να σταματήσει αυτή την κατρακύλα έφτασε στο σημείο να ονομάζει επίσημα το ρουσφέτι «εξυπηρέτηση και δουλειά του βουλευτή».
Ακούσαμε τους βουλευτές για τους οποίους έχει αρθεί η ασυλία να λένε: «..μα δεν ζήτησα κάτι παράνομο, ότι ζήτησα ήταν νόμιμο και στα πλαίσια των καθηκόντων μου..» και λέγοντας όλα αυτά το κακό είναι ότι τα πίστευαν απόλυτα! Δηλαδή για τα αιτήματα που ήταν δίκαια και απλά καθυστερούσαν έπρεπε να βοηθηθούν οι ψηφοφόροι του βουλευτή εις βάρος όλων των άλλων ελλήνων που δεν είναι «δικοί μας»! Δεν ξέρω αν αυτό είναι νόμιμο με την στενή έννοια του όρου, αλλά ηθικό και δίκαιο δεν είναι σίγουρα. Στη σημερινή Ελλάδα τα ίδια γίνονται παντού και το χειρότερο είναι ότι γίνονται και σε θέματα που αφορούν θέματα ζωής και θανάτου για κάποιους πολίτες, όπως είναι τα θέματα της υγείας.
Στην τοπική αυτοδιοίκηση η κατάσταση σε σχέση με το ρουσφέτι είναι ακριβώς ή ίδια και μάλιστα μπορεί να πάρει και άλλες διαστάσεις λόγω της εγγύτητας (δηλαδή επειδή όλοι είμαστε γνωστοί). Αν κάποιος υποψήφιος σύμβουλος ή δήμαρχος ή περιφερειάρχης τολμήσει να εντάξει στον προεκλογικό του λόγο μια στρατηγική για την κατάργηση του ρουσφετιού, είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται να εκλεγεί! Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναλάβουν την διοίκηση του δήμου ή της περιφέρειας όπου όλοι θέλουν να επανεκλεγούν. Οι πολίτες θεωρώντας αυτονόητο το ρουσφέτι απευθύνονται στο φίλο τους Δημοτικό Σύμβουλο ή στον αντιδήμαρχο για κάθε τι που τους απασχολεί.
Και το αν απευθύνονται για το δίκαιο αίτημά τους, δεν είναι καθόλου κακό. Το κακό είναι να ικανοποιήσεις κατ΄εξαίρεση το αίτημα του αιτούντος ενώ δεν γίνεται το ίδιο για όλους τους πολίτες! Σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για αίτημα, αλλά για ρουσφέτι. Το ίδιο κακό είναι να ικανοποιήσεις το ρουσφέτι κατά προτεραιότητα παραβιάζοντας μια σειρά εκτέλεσης των εργασιών που υπάρχει. Ευτυχώς που για τους διορισμούς υπάρχει το ΑΣΕΠ και γλύτωσε την αυτοδιοίκηση από ένα βραχνά με τα ρουσφέτια των διορισμών. Οι πολίτες όμως πιστεύουν (βλέποντας και κάποια παράθυρα που χρησιμοποιούνται) ότι αν το θέλει ο δήμαρχος πάντα υπάρχει τρόπος και έτσι τα αιτήματα για το «βόλεμα» αποτελούν το πρώτο αίτημα εξυπηρέτησης στην αυτοδιοίκηση. Τα αιτήματα για ρουσφέτια είναι πάρα πολλά, μικρά και μεγάλα, από την διαγραφή των κλίσεων έως και την μετακίνηση του κάδου των σκουπιδιών και ότι άλλο μπορεί να αφορά τον κάθε πολίτη. Πολλές φορές τα αιτήματα είναι δίκαια, γιατί τα προβλήματα των δήμων είναι πολλά. Ο δήμος πρέπει να δέχεται τα αιτήματα των πολιτών να τα αξιολογεί και να προσπαθεί να τα λύσει. Άλλο αυτό και άλλο να εξυπηρετείς κάποιον κατά παρέκκλιση ρίχνοντας κάποιον άλλο πολίτη ή να παραβιάζεις τις προτεραιότητες. Και ακόμα χειρότερο όταν η ικανοποίηση κάθε αιτήματος γίνεται με αντάλλαγμα πόσες ψήφους θα πάρεις!
Το ρουσφέτι στους δήμους, μέσα σε ένα κράτος και ένα πολιτικό σύστημα όπου ονομάζει το ρουσφέτι «εξυπηρέτηση», δεν πρόκειται να εξαφανιστεί! Και ακόμα χειρότερα κανένας δήμαρχος δεν τολμάει να διακηρύξει επίσημα ότι θα χτυπήσει το ρουσφέτι! Βέβαια αν μια δημοτική παράταξη (όχι μόνο ο δήμαρχος) έχει την συλλογική πολιτική βούληση να χτυπήσει το ρουσφέτι, τότε μπορούν να γίνουν βήματα μέσω της αδιάβλητης μηχανογράφησης κάποιων διαδικασιών. Εγώ πάντως σαν αντιδήμαρχος τα εννέα χρόνια ψυχράνθηκα με πολλούς φίλους μου (και έχασα και φίλους) όταν τους είπα: «Αυτό δεν γίνεται είναι ρουσφέτι ή Δίκιο έχεις θα γίνει το αίτημα σου αλλά με την σειρά προτεραιότητας…. Αλλιώς θα είναι ρουσφέτι…..».
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























