Του Μενέλαου Κατσαμπέλα
Στη Λάρισα βρίσκονται αυτές τις μέρες, ο εικαστικός καλλιτέχνης, Φίλιππος Τσιτσόπουλος, γιος του ηθοποιού, Γιώργου Τσιτσόπουλου και η φωτογράφος, Χλόη Ακριθάκη, κόρη του Αλέξη Ακριθάκη, με την ευκαιρία της παράτασης της έκθεσης «Πορτραίτα – Τοπία» έργων τους στην γκαλερί Cask, αλλά και της παράστασης που δίνει ο Φίλιππος απόψε στο Β’ Αρχαίο Θέατρο, με τον τίτλο «ΔΕΕ – Διαταραχή έλλειψης ειλικρίνειας».
Παράλληλα, ο Φίλιππος Τσιτσόπουλος, συμμετείχε σε σχετικό work shop στο πλαίσιο των δράσεων του Δικτύου Αρχαίου Δράματος, σε συνεργασία με το Θεσσαλικό Θέατρο.
Η έκθεση, που φιλοξενεί φωτογραφίες της Χλόης Ακριθάκη τραβηγμένες στην Τσεχία και έργα – αυτοπροσωπογραφίες του Φίλιππου Τσιτσόπουλου, όπως αυτές προέκυψαν μετά από περφόρμανς του με τις γνωστές του μάσκες, το 2017, λειτουργεί από τον περασμένο Μάιο και παρατείνεται μέχρι και τις 30 Σεπτεμβρίου.
Η συγκυρία αποτέλεσε μια πολύ καλή ευκαιρία για μια συζήτηση με τους δύο καλλιτέχνες, στον φιλόξενο χώρο της γκαλερί Cask.

Στην ερώτηση πώς συνδέονται οι φωτογραφίες τοπίου της Χλόης με τις αυτοπροσωπογραφίες τού Φίλιππου, η Χλόη απαντάει ότι «και οι φωτογραφίες έχουν μέσα πρόσωπα, τα δένδρα είναι ένα πρόσωπο, είναι μορφές κι εκεί που δεν υπάρχουν ζωντανεύει η μυθολογία της Κεντρικής Ευρώπης με τα ξωτικά και όλα αυτά, οπότε μέσα σε αυτή τη σύνθεση υπάρχει το ανθρώπινο στοιχείο. Αν παρατηρήσεις τα δένδρα έχουν μορφή προσώπων, έβλεπα παντού πρόσωπα και φιγούρες. Οι ρίζες των δένδρων επικοινωνούν, είναι σαν χέρια που αγγίζουν το ένα το άλλο. Οι ρόζοι και τα κλαδιά φτιάχνουν μάτια, στόματα και … πρόσωπα».

Ο Φίλιππος συμπληρώνει πως «αυτή είναι μία από τις συνδέσεις της έκθεσης. Βλέπουμε τις εντάσεις που υπάρχουν στα δένδρα, στο τοπίο, οι μαύρες γραμμές του τοπίου που ξεκινάνε από τα κλαδιά, στα σχέδια είναι ανάλογες και υπάρχουν ως εντάσεις στα πρόσωπα. Είναι το στοιχείο που ενώνει αυτά τα πράγματα. Η ωραία μυθολογία που άκουσα από τη Χλόη είναι η δικιά της προσέγγιση στο πώς αυτό το πράγμα μορφοποιείται, ανθρωποποιείται. Πώς η Χλόη από τα δένδρα και όλα αυτά γυρνάει πίσω στη μυθολογία και βλέπει τις φιγούρες, τα πρόσωπα κτλ. Τις φιγούρες κάπως τις βλέπω κι εγώ αλλά μέσα από μια διαδικασία του πόνου. Γιατί, όλα αυτά τα πράγματα που φοράω στις περφόμανς, τις μάσκες που είναι βαριές, όταν τις βγάζω κι αγγίζω το πρόσωπό μου, είναι χτυπημένο, πονάει, έχουν αφήσει σημάδια αυτά. Τότε κλείνω τα μάτια, πηγαίνω στο εργαστήριο παίρνω χαρτιά και ζωγραφίζω τα σημεία που με έχουν πονέσει. Οπότε δημιουργώ ένα σχέδιο το οποίο είναι σαν μια χαρτογραφία του πόνου. Κι εμείς, όπως τα δένδρα, είμαστε γεμάτοι από νευρικές απολήξεις, αυτό είναι το στοιχείο που τελικά ενώνει τα πράγματα. Οι νευρικές απολήξεις του ανθρώπου σε κάποια σημεία είναι μπλοκαρισμένες, πονεμένες ή ελεύθερες και δείχνουν την κίνηση, τόσο σε ένα πρόσωπο, όσο και σε ένα τοπίο».
Ο Φίλιππος Τσιτσόπουλος σημειώνει ότι «τα συγκεκριμένα σχέδια είναι μια σειρά του 2017, μετά από κάποιες περφόρμανς που είχα κάνει στην Οστάνδη και σε άλλα μέρη. Στη συνέχεια υπήρξαν και άλλα έργα, που φτιάχτηκαν με την ίδια διαδικασία αλλά έχουν άλλες φόρμες, άλλες ιστορίες, έχουν συμβεί άλλα γεγονότα».

Περνώντας στο θέμα των περφόρμανς που κάνει, ο καλλιτέχνης τονίζει ότι «με αυτό το πρότζεκτ δουλεύω από το 2001 – 2002. Την ιδέα του πόνου κι αυτό που νιώθεις μέσα από τη μάσκα κάποια στιγμή το αποδομείς κι έχεις πια μια σχετική ελευθερία για να απελευθερωθούν άλλα κομμάτια στο σώμα σου και να εκφραστείς με αυτά. Όταν πετιέται η μάσκα απελευθερώνεσαι τελείως κι αυτή είναι η λύτρωση. Όσοι παρακολουθούν μοιράζονται μαζί σου την ελευθερία ότι εσύ μπορείς να εκφραστείς ελεύθερος τη στιγμή εκείνη».
Μοιραία η συζήτηση πηγαίνει στην κανονικότητα της μάσκας που είναι πλέον βασικό στοιχείο στα πρόσωπα όλων των ανθρώπων, παγκοσμίως, λόγω της πανδημίας.

«Μέχρι πρόσφατα έλεγα θα βάλω τη μάσκα μου για να κάνω περφόρμανς και τώρα λέω ότι θα βάλω τη μάσκα μου να πάω στο περίπτερο για να αγοράσω τσιγάρα. Ευτυχώς που δεν είναι τόσο βαριές, τελοσπάντων», σχολιάζει ο Φίλιππος! «Έχει ενδιαφέρον να βλέπεις την ανθρώπινη έκφραση πίσω από κάτι που έχει κάτσει εκεί για ώρες. Δεν είναι όπως σε μια παράσταση, που βάζεις αυτό το πράγμα πάνω σου και γίνεσαι χορός, χάνεις την προσωπική σου ταυτότητα και παίρνεις μια ομαδική. Εδώ εξακολουθεί η προσωπική ταυτότητα του ανθρώπου, απλά ο ίδιος δεν εκφράζεται μέσω ενός ψέματος. Κατασκευάζει ένα ψέμα και το βάζει πάνω στην αλήθεια και με αυτό εκφράζεται».

Και συνεχίζει: «Το θέμα είναι τί υπάρχει πίσω από όλα αυτά, πού είναι η αλήθεια; Η αλήθεια είναι ουσιαστικά ένας κατατρεγμός φαντασμάτων, δηλαδή, ένα boxing από φαντάσματα τα οποία δημιουργούν την αλήθεια που θες να εκφράσεις. Η αλήθεια σου είναι ότι ουσιαστικά θες να ξεπεράσεις πράγματα που έχουν συμβεί. Αυτή είναι η εκπυρσοκρότηση του να βάλεις μια δυσκολία στον εαυτό σου, πως να ξεπεράσεις την εξωτερική δυσκολία του βάρους, της μάσκας, της μυρωδιάς, άσχετο με το τί βλέπουν οι άλλοι και να φτάσεις σε μια πιο κοντινή αλήθεια σε σχέση με τον εαυτό σου για να δεις τί έχει συμβεί. Κι αυτό που έχει συμβεί είναι το φάντασμα του πατέρα, για να χρησιμοποιήσω τον Σέξπιρ, που εμφανίζεται και ζητάει να αποδοθεί, δικαιοσύνη, εκδίκηση μέχρι να έλθει η λύτρωση. Το πρόβλημα είναι τί συμβαίνει αν υπάρχει εκεί αλλά δεν ζητάει τίποτα, γιατί πρέπει να καταλάβεις τί ζητάει από σένα το παρελθόν σου για να το λύσεις, να το ξεκλειδώσεις και αυτή είναι η ιστορία που ουσιαστικά διαφοροποιεί αυτό που κάνω εγώ από το θέατρο. Μπορώ να χρησιμοποιήσω ένα θεατρικό κείμενο σαν μια εκπυρσοκρότηση μνήμης για να με κάνει να αισθανθω ότι μπορώ να πλησιάσω έναν ρόλο. Το θέμα είναι τί υπάρχει πίσω από αυτό. Ο ρόλος, ήταν επειδή ο πατέρας μου ήταν ηθοποιός, όπως ο πατέρας της Χλόης ήταν καλλιτέχνης, δηλαδή μοιραζόμαστε στην έκθεση και αυτό σαν στοιχείο».

Υπάρχει δηλαδή ως στοιχείο των παραστάσεων και η απώλεια;
«Έχουμε την απώλεια αλλά και τη μνήμη του πράγματος, της τέχνης έτσι όπως την είδαμε στο σπίτι μας, όπως άλλοι είχαν μητέρα ζαχαροπλάστισσα και έχουν την απώλεια της μητέρας αλλά και την γλυκάδα των γλυκών που έκανε. Έτσι κι εμείς έχουμε τα αρνητικά αλλά και τη γλυκάδα από τα θεατρικά κείμενα που έπαιξε ο πατέρας μου τα οποία είναι αυτά που με οδήγησαν να φτάσω μέχρι εδώ, όπως η Χλόη είχε τα δικά της γεγονότα».

Τί θα δούνε όμως οι θεατές απόψε στο Β’ Αρχαίο Θέατρο Λάρισας;
«Οι θεατές θα δούνε κάτι για πρώτη φορά, όπως κι εγώ θα το δω για πρώτη φορά. Όχι τόσο σε σχέση με τη μάσκα, αλλά επειδή θα προσπαθήσω να εστιάσω στην επανάληψη. Υπάρχουν δύο κείμενα και θα πηγαίνω από το ένα στο άλλο, μέχρι να εξαντληθώ. Είναι δύο διαφορετικά στη θεωρία πράγματα, αλλά φτιάχνουν την ιστορία μιας ψυχής. Από τη μία χρησιμοποιώ το στοιχείο μιας διαστρεβλωμένης ψυχής, η οποία παράλληλα ψάχνει τον δρόμο προς τον εαυτό της. Το ένα κείμενο που χρησιμοποιώ είναι του Ριχάρδου του Τρίτου, από τον Σέξπιρ, που λέει ότι ο χειμώνας της απόγνωσής μας έχει φτάσει σε αυτό σημείο κι εγώ που είμαι τόσο άσχημος που ακόμα και τα σκυλιά που περνάνε με γαβγίζουν και δεν έχω τί να κάνω στο χρόνο αυτό που όλοι είναι ευτυχισμένοι και δεν αντέχω, παρά θέλω να τους δω όλους δυστυχισμένους. Γι’ αυτό θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου να τσακίσω όλο αυτό, κάτι που κρύβει μια τεράστια μοναξιά, κάτι που με πήγε συνειρμικά σε ένα ποίημα του Λιθουανο – Αμερικάνου σκηνοθέτη και ποιητή, Γιόνας Μέκας που μιλάει για τους χαμένους παραδείσους και πώς χάνεται κάποιος μέσα στον εαυτό του, πώς εξαφανίστηκε μέσα στον εαυτό του τόσο πολύ που στο τέλος αισθάνθηκε ένας μακρινός αστροναύτης που βρίσκεται στην άκρη του σύμπαντος και συνομιλούσε μαζί του, από τη μια μεριά του σύμπαντος στην άλλη, μια ήρεμη νύχτα. Αυτή τη σχέση των κειμένων, της σκέψης των ανθρώπων και των πράξεών τους, τα συνδέω, τα συγχέω, τα βάζω να χτυπηθούν μεταξύ τους, 30 – 40 λεπτά ή όσο αντέξω. Η ιδέα του αρχαίου δράματος, της τραγωδίας, είναι ακριβώς αυτή, ότι ψάχνεις να βρεις πάντα την αλήθεια. Η αλήθεια βρίσκεται πάντα μέσα σου και υπάρχει και η τραγική ειρωνεία, ότι όλοι ξέρουμε τι θα σου συμβεί, εκτός από σένα. Αυτό είναι το κλασικό στοιχείο που συνδέει το θέατρο με την περφόρμανς, γιατί κάθε φορά εγώ δεν ξέρω πόσο θα αντέξω με την μάσκα, αν στραβοπατήσω, πόσο καθαρά θα βλέπω…».

Θα είναι λοιπόν μια πρεμιέρα για όλους όσους βρεθούν απόψε στο Β’ Αρχαίο Θέατρο Λάρισας, γεγονός που κάνει την προσμονή μεγαλύτερη. Πόσο μάλλον που ο Φίλιππος Τσιτσόπουλος δεν έχει ξανακάνει περφόρμανς σε χώρο σαν αυτό, αν και έχει νιώσει την ενέργειά του κι αδημονεί κι αυτός…

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.





















