Του Ηρακλή Τσιάμαλου
Ας μη χάσουμε την ανθρωπιά μας. Μην πυροβολούμε αλύπητα τον Δημήτρη Αβραμόπουλο. Επειδή αποδέχθηκε τη δουλειά των ονείρων κάθε κουρασμένου πολίτη: βάζεις το όνομά σου σε μια ιστοσελίδα, εμφανίζεσαι ως τιμητικό μέλος και εισπράττεις 5.000 ευρώ τον μήνα. Χωρίς κάρτα, χωρίς ωράριο, χωρίς τον προϊστάμενο να ρωτάει «πού βρίσκεται το παραδοτέο;».
Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο μίλησε για τα χρήματα, «στην πραγματικότητα ήταν 3.500 μετά τους φόρους», δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν έχασε ποτέ το διπλωματικό του DNA. Εμείς οι κοινοί θνητοί μιλάμε έτσι όταν μας κερνάνε έναν καφέ. Εκείνος μιλά παρόμοια για ποσά που αντιστοιχούν σε μισθούς πολλών ανθρώπων μαζί. Με class. Με status. Με εκείνη τη φυσική άνεση που έχουν όσοι πέρασαν μια ζωή στα σαλόνια της εξουσίας.
Στη συνέντευξή του, οι δημοσιογράφοι έμοιαζαν να υιοθετούν την εκδοχή του: κάποιοι Βέλγοι αστυνομικοί, επειδή δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους, άρχισαν —λέει— να κάνουν περίεργες ερωτήσεις για μια υπόθεση που είχε κλείσει. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι οι βαλίτσες, οι ΜΚΟ, οι αμοιβές και οι σκιές. Το πρόβλημα είναι οι Βέλγοι. Αυτοί οι σχολαστικοί, κάπως αργοί, λίγο ευθυνόφοβοι άνθρωποι που έχουν το κακό συνήθειο να παίρνουν στα σοβαρά τους νόμους τους.
Όσοι ζήσαμε στο Βέλγιο το γνωρίζουμε καλά. Οι Βέλγοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι πάντα γρήγοροι. Είναι όμως ενοχλητικά τυπικοί. Δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα να γράψουν ακόμη και τον αδελφό του βασιλιά αν τρέχει με 170 χιλιόμετρα την ώρα. Να βάλουν πρόστιμο σε ένα υπουργό που πεζός διέσχισε τον δρόμο πριν ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι.
Ας μπούμε λοιπόν λίγο στην πραγματικότητα των Βρυξελλών. Η Fight Impunity ήταν μια ASBL, δηλαδή μια μη κερδοσκοπική ένωση, όπως χιλιάδες άλλες στο Βέλγιο: από φίλους του σαξοφώνου μέχρι εραστές των παλιών σιδηροδρόμων. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για λέσχη ακορντεόν. Μιλάμε για μια οργάνωση στελέχη της οποίας βρέθηκαν στο επίκεντρο σοβαρότατων κατηγοριών για cash for influence, ξέπλυμα χρήματος και αδικαιολόγητα μετρητά.
Και εδώ αρχίζουν οι απλές, σχεδόν παιδικές ερωτήσεις. Από πού προέρχονταν τα χρήματα; Γιατί πληρωνόταν ο κ. Αβραμόπουλος; Τι ακριβώς προσέφερε; Γιατί μόνο εκείνος, από τα επίτιμα μέλη, εμφανίζεται να λαμβάνει μηνιαία αμοιβή; Και πώς ένας τόσο έμπειρος πολιτικός, πρώην επίτροπος, πρώην υπουργός, πρώην δήμαρχος, πρώην διπλωμάτης και διαχρονικά παρών στα ανώτερα επίπεδα της εξουσίας, δεν αναρωτήθηκε ποτέ: «Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;».
Ένας άνθρωπος με στοιχειώδη πολιτική ενσυναίσθηση θα μπορούσε να πει:
«Έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός. Όφειλα να ρωτήσω περισσότερα. Επιστρέφω ή δωρίζω την αμοιβή μου σε έναν φορέα που υπηρετεί πραγματικά το δημόσιο συμφέρον».
Αντί γι’ αυτό, ακούσαμε για «κερατάδες» και «μπούρδες». Από έναν άνθρωπο που πέρασε δεκαετίες ως εκπρόσωπος της θεσμικής ευπρέπειας. Η εικόνα έχει κάτι σχεδόν θεατρικό: ο παλιός αριστοκράτης της διπλωματίας, αντί να κατεβαίνει από τη σκηνή με αξιοπρέπεια, ψάχνει την έξοδο κινδύνου φωνάζοντας στους ταξιθέτες.
Ο κ. Αβραμόπουλος πήρε σχεδόν τα πάντα από την ελληνική Πολιτεία: διπλωματικές θέσεις, υπουργεία, δημαρχία της Αθήνας, ευρωπαϊκό αξίωμα, διακρίσεις, κύρος. Γι’ αυτό και η ευθύνη του δεν είναι ίδια με την ευθύνη ενός τυχαίου ανθρώπου που παρασύρθηκε από μια καλοπληρωμένη πρόταση. Όσο ψηλότερα ανεβαίνεις, τόσο λιγότερο δικαιούσαι να δηλώνεις αφελής.
Το ζήτημα δεν είναι αν ο Δημήτρης Αβραμόπουλος θα καταδικαστεί . Το ερώτημα είναι αν ένας δημόσιος άνδρας αυτού του επιπέδου δικαιούται να εμφανίζεται ως ανυποψίαστος αποδέκτης χρημάτων από μια οργάνωση που συνδέεται με μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις επιρροής στις Βρυξέλλες.
Αν αποδειχθεί ότι γνώριζε, τότε η υπόθεση περνά σε άλλη διάσταση. Αν αποδειχθεί ότι δεν γνώριζε τίποτα, τότε μένει κάτι εξίσου βαρύ πολιτικά: η εικόνα ενός ανθρώπου που είχε όλα τα εφόδια να καταλάβει αλλά δεν κατάλαβε. Ή δεν θέλησε να καταλάβει.
Και κάπως έτσι, ο άλλοτε ευθυτενής διπλωμάτης, ο άνθρωπος των σαλονιών, των υπουργείων και των ευρωπαϊκών διαδρόμων, βρίσκεται σήμερα να υπερασπίζεται τον εαυτό του όχι με ψυχραιμία και θεσμική σοβαρότητα αλλά με λέξεις που θυμίζουν καφενείο μετά από χαμένο πέναλτι.
Υπάρχει σκαλοπάτι πιο κάτω ; Όταν κάποιος έχει σταθεί τόσο ψηλά, μοιραία, ο θόρυβος της πτώσης ακούγεται πολύ πιο δυνατά.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

























