Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά όταν ο Γιάννης φόρτωσε την παλιά φορητή ψυγειοθήκη στο πορτμπαγκάζ. Η Μαρία έβαζε τα τελευταία τοστ σε μια σακούλα, ενώ τα δύο παιδιά πηγαινοέρχονταν ανυπόμονα από το μπαλκόνι στην εξώπορτα.
«Πάμε;» φώναξε ο μικρός.
«Πάμε», απάντησε ο πατέρας χαμογελώντας.
Ήταν η πρώτη κανονική έξοδος του καλοκαιριού. Μια μέρα στη θάλασσα. Τίποτε σπουδαίο. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν. Στον δρόμο μιλούσαν για τα μπάνια που έκαναν παλιά. Τότε που το μεγαλύτερο έξοδο ήταν η βενζίνη και ένα παγωτό στο γυρισμό. Τότε που η θάλασσα έμοιαζε να ανήκει σε όλους.
Φτάνοντας στην οργανωμένη παραλία, το χαμόγελο του Γιάννη άρχισε να ξεθωριάζει. Στάθηκε μπροστά στο ταμείο και διάβασε τον τιμοκατάλογο. Είσοδος για τέσσερα άτομα. Ξαπλώστρες. Καφές. Νερά. Αν τα παιδιά ζητούσαν κάτι να φάνε, ο λογαριασμός θα ανέβαινε κι άλλο.
Έβγαλε το κινητό και άρχισε να κάνει υπολογισμούς. Η Μαρία τον παρατηρούσε σιωπηλά.
«Πόσο βγαίνει;» τον ρώτησε.
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Περισσότερο απ’ όσο είχαμε υπολογίσει».
Τα παιδιά είχαν ήδη δει τη θάλασσα. Έτρεχαν προς την είσοδο γελώντας. Ο Γιάννης κοίταξε ξανά τις τιμές. Ένα μεροκάματο δεν έφτανε πια όπως παλιά. Το σούπερ μάρκετ είχε ακριβύνει. Το ρεύμα επίσης. Το νοίκι τους είχε αυξηθεί πριν λίγους μήνες. Τώρα ακόμη και μια απλή βουτιά φαινόταν να ζητά το δικό της μερίδιο από τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
«Θυμάσαι;» είπε στη Μαρία. «Όταν ερχόμασταν φοιτητές με μια πετσέτα και ένα μπουκάλι νερό;»
Εκείνη χαμογέλασε.
«Τότε δεν πληρώναμε για τη σκιά».
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα. Η ίδια θάλασσα που έβλεπαν από παιδιά. Το ίδιο γαλάζιο. Τα ίδια κύματα. Μόνο που τώρα ανάμεσα σε εκείνους και στο νερό υπήρχε ένας τιμοκατάλογος.
Τελικά γύρισαν στο αυτοκίνητο.
«Δεν θα κάνουμε μπάνιο;» ρώτησε απογοητευμένη η μικρή.
Ο Γιάννης την πήρε αγκαλιά.
«Θα κάνουμε. Απλώς κάπου αλλού».
Οδήγησαν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ώσπου βρήκαν μια μικρή ελεύθερη γωνιά ακτής. Δεν υπήρχαν ξαπλώστρες. Δεν υπήρχε μουσική. Δεν υπήρχε προσωπικό να σερβίρει καφέδες. Υπήρχε μόνο η θάλασσα.
Άπλωσαν τις πετσέτες τους πάνω στα βότσαλα. Τα παιδιά έτρεξαν στο νερό φωνάζοντας από χαρά. Η Μαρία άνοιξε την ψυγειοθήκη. Ο Γιάννης κάθισε στην άκρη της ακτής και κοίταξε τον ορίζοντα. Γύρω του υπήρχαν κι άλλες οικογένειες. Άνθρωποι που είχαν κάνει την ίδια επιλογή. Όχι γιατί το προτιμούσαν απαραίτητα, αλλά γιατί το επέβαλλαν οι συνθήκες.
Ένα κύμα έφτασε μέχρι τα πόδια του. Και τότε σκέφτηκε πως η θάλασσα δεν είχε γίνει ακριβή. Ακριβή είχε γίνει η ζωή. Ανυπόφορα ακριβή. Η θάλασσα όμως συνέχιζε να βρίσκεται εκεί, απέραντη και ελεύθερη. Μόνο που κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονταν να παλέψουν για να την αγγίξουν.
Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























