Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Ο Στέλιος στεκόταν μπροστά στο ψυγείο της κουζίνας με την πόρτα ανοιχτή. Όχι γιατί έψαχνε κάτι. Ήξερε πολύ καλά τι υπήρχε μέσα: μισό λίτρο γάλα, λίγες ελιές, ένα κομμάτι τυρί και μια ντομάτα που είχε αρχίσει να ζαρώνει στις άκρες της. Κοιτούσε περισσότερο από συνήθεια, σαν να περίμενε ότι κάποια στιγμή η πραγματικότητα θα λυπόταν την επιμονή του και θα άλλαζε. Το κινητό του δόνησε πάνω στο τραπέζι.
«Δες αυτό», έγραφε ο φίλος του ο Νίκος, μαζί με έναν σύνδεσμο για τη νέα εφαρμογή που είχε γίνει θέμα παντού. Μια εφαρμογή που υποσχόταν να συγκρίνει τιμές, να δείχνει στον καταναλωτή πού θα βρει το φθηνότερο καλάθι, να βάζει, όπως έλεγαν οι ειδικοί στα πάνελ, «τη διαφάνεια στην υπηρεσία του πολίτη».
Ο Στέλιος χαμογέλασε αμυδρά. Η λέξη «διαφάνεια» του θύμιζε πάντα τα τζάμια των καταστημάτων. Μπορούσες να δεις τα πάντα πίσω τους. Το πρόβλημα ήταν ότι συχνά δεν μπορούσες να τα αγοράσεις. Κατέβασε όμως την εφαρμογή.
Πέρασε λίγη ώρα συγκρίνοντας τιμές. Ένα λίτρο γάλα εδώ, λίγα λεπτά φθηνότερο εκεί. Ζυμαρικά στο ένα κατάστημα, απορρυπαντικό στο άλλο. Το πρόγραμμα δούλευε άψογα. Χρωματιστά γραφήματα, πίνακες, βελάκια, ποσοστά. Ένας μικρός ψηφιακός κόσμος από αριθμούς που μετακινούνταν αδιάκοπα.
Ένιωσε για λίγο σαν να κρατούσε στα χέρια του έναν χάρτη θησαυρού. Ύστερα άνοιξε το συρτάρι και κοίταξε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού. Ο χάρτης εξαφανίστηκε. Το βράδυ πήγε στο σούπερ μάρκετ. Στην είσοδο συνάντησε μια ηλικιωμένη γυναίκα που κρατούσε ένα χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα. Δεν είχε κινητό. Είχε μολύβι. Έσβηνε και ξανάγραφε προϊόντα.
«Δεν βγαίνουν;» τη ρώτησε. Η γυναίκα χαμογέλασε.
«Βγαίνουν. Αρκεί να λείπουν μερικά».
Δεν ακουγόταν πικραμένη. Μόνο κουρασμένη. Προχώρησε στους διαδρόμους. Παρατήρησε κάτι που δεν είχε προσέξει παλιότερα. Οι άνθρωποι δεν έψαχναν πια τι να αγοράσουν. Έψαχναν τι να αφήσουν. Ένας πατέρας γύριζε πίσω ένα πακέτο μπισκότα. Μια μητέρα αντικαθιστούσε τη φέτα με ένα φθηνότερο τυρί. Ένας συνταξιούχος κοιτούσε δύο σχεδόν ίδιες συσκευασίες για πέντε λεπτά λες και έπαιρνε απόφαση ζωής.
Και τότε ο Στέλιος σκέφτηκε πως η ακρίβεια δεν ήταν μόνο οικονομικό μέγεθος. Δεν σου έπαιρνε τα πάντα μονομιάς. Σου έπαιρνε λίγο λίγο τις επιλογές. Πρώτα τα περιττά. Μετά τα ευχάριστα. Ύστερα τα συνηθισμένα. Και στο τέλος σε έβαζε να συζητάς σοβαρά αν χρειάζεσαι δύο ντομάτες ή μία.
Στο ταμείο άνοιξε ξανά την εφαρμογή. Υπολόγισε ότι, αν αγόραζε τα ίδια προϊόντα από το φθηνότερο διαθέσιμο κατάστημα, θα εξοικονομούσε περίπου τρία ευρώ. Τρία ευρώ. Σημαντικό ποσό, σκέφτηκε. Αλλά όχι αρκετό για να αλλάξει την αίσθηση που είχε όταν κοιτούσε τον μισθό του στο τέλος του μήνα. Όχι αρκετό για να μειώσει το ενοίκιο. Όχι αρκετό για να φέρει πίσω όσα είχαν φύγει από το καλάθι τα τελευταία χρόνια.
Βγαίνοντας, είδε την αντανάκλασή του στη γυάλινη πρόσοψη. Πίσω από το τζάμι, τα ράφια ήταν γεμάτα. Πάντα γεμάτα. Και ξαφνικά του φάνηκε πως η νέα εφαρμογή έμοιαζε πολύ με εκείνο το γυαλί. Καθαρό. Λαμπερό. Διαφανές. Σου έδειχνε με ακρίβεια τι συμβαίνει. Σου επέτρεπε να δεις καλύτερα. Μόνο που το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ότι δεν έβλεπες. Το πρόβλημα ήταν ότι δυσκολευόσουν όλο και περισσότερο να φτάσεις αυτό που έβλεπες.
Κι έτσι, καθώς περπατούσε προς το σπίτι, αναρωτήθηκε αν τελικά η κοινωνία είχε ανάγκη από περισσότερους καθρέφτες ή από λιγότερους λόγους να κοιτάζει το πορτοφόλι της με αγωνία. Γιατί πολλές φορές η μεγαλύτερη πολυτέλεια δεν είναι η πληροφορία. Είναι η δυνατότητα επιλογής. Και αυτή δεν μετριέται σε εφαρμογές, πίνακες και συγκρίσεις τιμών. Μετριέται στο αν, όταν φτάνεις στο ταμείο, αγοράζεις αυτά που χρειάζεσαι ή απλώς όσα αντέχεις.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























