Γράφει η Νικολέττα Μπουρνόβα*
Μέσα σε λίγες ημέρες η ελληνική κοινωνία και Πολιτεία μετρά ακόμη τρία ειδεχθή, απεχθή, αποτρόπαια εγκλήματα.
Ακόμη τρεις ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΕΣ, όλες στην ελληνική Περιφέρεια, εκεί που υποτίθεται ότι όλα είναι πιο διαφανή και πιο ορατά, τόσο το καλό, όσο και το κακό.
Τόσο το υγιές, όσο και το νοσηρό.
Τόσο το αποδεκτό, όσο και το μη αποδεκτό.
Όμως, όσο πιο ορατή είναι η ζωή, οι σχέσεις, τα πρόσωπα, στις μικρές κοινωνίες, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη και η προσπάθεια των ανθρώπων να καθιστούν ορατό μόνο το καλό, μόνο το λαμπερό, μόνο το υγιές.
Να βαφτίζουν το κακό ως καλό, το πρόβλημα ως κανονικότητα, το άρρωστο ως υγιές.
Να αποκρύπτουν το πρόβλημα, να κρατούν κλειδωμένη μέσα στο σπίτι κάθε παθογένεια και κάθε τι που μπορεί να τσαλακώσει την εικόνα και το μοτίβο, που κάθε μικρή κοινωνία επιβάλλει να τηρούμε.
Δεν μου κάνει εντύπωση, που ένας στυγνός δολοφόνος, που μόλις έχει σφάξει το σώμα της γυναίκας του και την ψυχή των παιδιών του, αφήνει άφωνο τον περίγυρο της εργασίας του, της οικογένειας, της κοινωνίας.
Δεν εκπλήσσομαι που ένας δολοφόνος, χαρακτηριζόταν από την κλειστή κοινωνία «καλό παιδί«, γιατί έτσι έδειχνε ή γιατί έτσι έπρεπε να δείχνει ή γιατί μπορούσε να παραπλανά.
Δεν αναρωτιέμαι, γιατί μια γυναίκα, πριν δολοφονηθεί, αναγκαζόταν να φαίνεται «καλά», γιατί υποχρεωνόταν να δολοφονεί κάθε ημέρα η ίδια τον εαυτό της, μένοντας σε μια κακοποιητική σχέση και σε ένα σκοτεινό εκ των έσω σπίτι, αφού έπρεπε να είναι καλή σύζυγος, καλή μαμά, καλή νοικοκυρά, καλή εργαζόμενη, δηλαδή να πληρεί τις προδιαγραφές, που επέβαλαν τα απαρχαιωμένα πρότυπά της.
Μην αναρωτιέστε, αλλά κοιτάξτε δίπλα σας, πόσες γυναίκες πείθουν τον εαυτό τους, ότι «έτσι είναι ένας γάμος», «έχει προβλήματα», «άντρας είναι.. θα πει καμιά κουβέντα παραπάνω», ακόμη κι αν αυτή η κουβέντα είναι επώδυνη σαν τη μαχαιριά στην καρδιά.
Μην απορείτε, αλλά εντοπίστε πόσες γυναίκες φοβούνται ακόμη εν έτει 2026, να αποκτήσουν το στίγμα της «χωρισμένης» ή της μονογονεϊκής οικογένειας, σαν να πρόκειται ακόμη και σήμερα για ένα κοινωνικό στίγμα, κόντρα στην επιταγή της κοινωνίας.
Μην απορούμε, ακόμη κι όταν η επιλογή του συντρόφου δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης κρίσης, γνήσιας αγάπης και αμοιβαίου σεβασμού, αλλά είναι μια «καταναγκαστική» και καθοδηγούμενη απόφαση, όχι για την ουσιαστική ολοκλήρωση, αλλά για την κοινωνικά αποδεκτή και επιβαλλόμενη ολοκλήρωση, που έρχεται μόνο μέσω του γάμου και της μητρότητας.
Αυτές οι κοινωνικές επιβολές είναι συνθήκες κοινωνικής κακοποίησης και δυστυχώς, όσο πιο μικρές είναι οι κοινωνίες, τόσο πιο έντονες οι συνθήκες αυτές, οι οποίες υποκινούν ασυνείδητα κάθε γυναίκα να προσαρμόζει την δική της ΖΩΗ, την δική της πορεία, την δική της κατεύθυνση, στην ανάγκη μιας επικίνδυνης κοινωνικής αποδοχής.
Γυναίκες που χάνουν το δρόμο της ελευθερίας τους, του αυτοσεβασμού, της εσωτερικής γαλήνης, εγκλωβισμένες στα πρέπει και στα θέλω άλλων, λες κι αυτοί οι “άλλοι” είναι συνδικαιούχοι της ψυχής, της ζωής, των συναισθημάτων, των επιθυμιών.
Σε διάστημα λίγων ημερών, τρεις νέες γυναίκες και μητέρες, έχασαν την ζωή τους με τον πιο επώδυνο τρόπο, μέσα στο σπίτι τους, πάνω στο κρεβάτι τους.
Κατακρεουργήθηκαν από το φονικό μαχαίρι, με το οποίο, τόσες φορές είχαν κόψει το ψωμί της οικογένειας.
Το αίμα τους λέρωσε το πάτωμα, αυτό που λίγο πριν είχαν σφουγγαρίσει.
Το αίμα τους λέκιασε τα ρούχα του ανθρώπου, που λίγο πριν είχαν απλώσει.
Ξεψύχησαν στο κρεβάτι τους, σε αυτό που νόμιζαν ότι βίωναν τον έρωτα, την αγκαλιά, την ασφάλεια.
Ο επίλογος και το τέλος, γράφτηκε εκεί που κάποτε νόμιζαν ότι θα ήταν ο πρόλογος και η αρχή μιας νέας κοινής ζωής, εκεί που στέγασαν τα όνειρα τους, που γέννησαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους, την οικογένειά τους.
Εκεί που η κοινωνία δεν ήξερε; δεν μπορούσε να καταλάβει; δεν ήθελε να καταλάβει; ότι το σπίτι αυτό είχε κι άλλη μια όψη, την εσωτερική, στην οποία ζούσε μια γυναίκα σε καθεστώς ομηρείας και κακοποίησης. Αλλά δεν μπορούσε να φύγει, γιατί αυτός ο γείτονας, ο συγγενής, ο δήθεν φίλος, που θα έπρεπε πρώτα απ όλους να καταλάβει και να βοηθήσει, θα ήταν ο ίδιος που πρώτα απ’ όλους θα δίκαζε ή και θα καταδίκαζε την γυναίκα.
Ακόμη ζούμε στην κοινωνία της ωραίας εικόνας και του επικίνδυνου καθωσπρεπισμού, που δυστυχώς ενισχύεται από την εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου.
Όσο συμβαίνει αυτό, τόσο θα υπάρχουν εγκλωβισμένες ψυχές σε σκοτεινά σπίτια, τα οποία συνήθως δείχνουν τόσο “φωτεινά”.
*Η κα Νικολέττα Μπουρνόβα είναι Δικηγόρος Παρ Αρείω Πάγω, Ιδρύτρια ALMA LIBRE – EΛΕΥΘΕΡΗ ΨΥΧΗ Επιστημονικού Φορέα Κοινωνικής Παρέμβασης
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

























