Συνέντευξη: Δημήτρης Πλιάκας
Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα υπήρξε ιδιαίτερα ταραγμένο για το ελληνικό κράτος. Διαδοχικές πολεμικές συγκρούσεις, μετακινήσεις πληθυσμών, η μικρασιατική τραγωδία, αλλά και αλλαγές πολιτειακού καθεστώτος συν μια δικτατορία ελάχιστα πριν την έλευση του Ναζισμού. Και όμως, ακόμη και σε τέτοιες αντίξοες εποχές δεν έλειψαν οι άνθρωποι με διορατικότητα. Εκείνοι που διέθεταν όραμα και είχαν παράλληλα την διάθεση και την (κυρίως) ικανότητα να προχωρήσουν σε τομές απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Κάπως έτσι λίγο μετά τον Διχασμό και πριν την είσοδο της χώρας στην τελευταία φάση του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε την βοήθεια των Βρετανών για την οργάνωση ενός μοντέρνου αστυνομικού σώματος, με ειδίκευση στον αστικό ιστό. Έτσι δημιουργήθηκε η Αστυνομία Πόλεων.
Σε προηγμένα κράτη, η συστηματική μελέτη και η εξέλιξη των σωμάτων ασφαλείας, αποτελεί σημείο αναφοράς ερευνητών και συγγραφέων για την καλύτερη, την ευρύτερη κατανόηση (της έννοιας) της αστυνόμευσης στην σύγχρονη κοινωνία. Στην Ελλάδα της πολιτικής πόλωσης, μόλις τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε αντίστοιχο ενδιαφέρον. Ο Αχιλλέας Φωτάκης είναι από τους πρώτους που εντρύφησε επιστημονικά στην ιστορία της αστυνομίας. Μελέτησε εκαντοντάδες φακέλους, έψαξε σε βιβλιοθήκες, αναζήτησε και διάβασε εξειδικευμένα αρχεία, συγκέντρωσε τεκμήρια. Η διδακτορική διατριβή του με αντικείμενο την Αστυνομία Πόλεων, δίνει μια (πρώτη) ολοκληρωμένη εικόνα τόσο για την ιστορία των Ελλήνων αστυνομικών, όσο και για τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας. Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το επιστημονικό ενδιαφέρον του απλώνεται και στο φαινόμενο του αντισημιτισμού, για αυτό και η επιμέλεια κειμένων του γνωστού συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλου για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Λάρισα, ο Αχιλλέας Φωτάκης συνδυάζει την διεξοδική και επίμονη έρευνα με την νηφάλια σκέψη για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Όπως πρέπει να κάνει δηλαδή, ο σύγχρονος ιστορικός ερευνητής.
-Έχετε γράψει το βιβλίο «Αστυνομία Πόλεων. Τα πρώτα βήματα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου» (Θεμέλιο, 2022). Ποιοί λόγοι λοιπόν, οδήγησαν στην δημιουργία της Αστυνομίας Πόλεων στις αρχές του 20ου αιώνα;
Η Αστυνομία Πόλεων, το πρώτο αμιγώς αστυνομικών καθηκόντων σώμα ασφάλειας στην ιστορία του ελληνικού κράτους, δημιουργήθηκε το 1921. Οι λόγοι της δημιουργίας της συνεπώς πρέπει να αναζητηθούν σε εκείνη την εποχή, στα προβλήματα που αντιμετώπιζε το μέχρι τότε υπάρχον σύστημα αστυνόμευσης. Αυτά τα προβλήματα είναι κυρίως δύο ειδών. Το ένα έχει να κάνει με τον διττό χαρακτήρα της Χωροφυλακής, του αρχαιότερου σώματος αστυνόμευσης στη χώρα, το οποίο όμως είχε ημιστρατιωτικό χαρακτήρα, απαρτιζόταν σε μεγάλο βαθμό από οπλίτες με χακί στολές και όχι επαγγελματίες αστυνομικούς, αποκτούσε την ηγεσία του μέσω του στρατεύματος, και συμμετείχε στις στρατιωτικές εκστρατείες του ελληνικού κράτους. Αυτή η συνθήκη είχε ως αποτέλεσμα η Χωροφυλακή ούτε σωστή αστυνόμευση να μπορεί να κάνει, μιας και οι χωροφύλακες δεν ήταν εκπαιδευμένοι για κάτι τέτοιο, ούτε σε τακτικές μάχης να μπορεί να αφοσιωθεί. Από το κίνημα στο Γουδί το 1909 οι αξιωματικοί του στρατού ζητήσανε εκσυγχρονισμό του ελληνικού στρατού και πλήρη διαχωρισμό αστυνομικών και στρατιωτικών καθηκόντων.
Ο άλλος λόγος για τη δημιουργία της Αστυνομίας Πόλεων έχει να κάνει με τη δημιουργία των μεγάλων πόλεων εκείνη στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα. Οι πόλεις με τα οικοδομικά τους τετράγωνα, τα σοκάκια, τις απόμερες εργατικές συνοικίες ήταν ένα νέο πεδίο γεωγραφίας και άσκησης πολιτικής, μια νέα εδαφική επικράτεια και το ελληνικό κράτος είχε ανάγκη να την γνωρίζει και να την ελέγχει καλά. Η Χωροφυλακή αδυνατούσε να πραγματώσει έναν τέτοιο στόχο καθώς πάνω απ’ το 88% του προσωπικού της έπαιρνε μετάθεση κάθε 6 μήνες, με αποτέλεσμα οι χωροφύλακες συχνά να μη γνωρίζουν καν τις οδούς στις οποίες ασκούσαν καθήκοντα. Έπρεπε λοιπόν να δημιουργηθεί μια αστυνομία που να είναι αφοσιωμένη σε αυτό το έργο.
– Γιατί οι πρώτοι επικεφαλείς της Αστυνομίας Πόλεων, ήταν Βρετανοί; Μάλιστα με θητεία στις ινδικές μεγαλουπόλεις και όχι στην «καρδιά» (Λονδίνο) της αυτοκρατορίας.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου (η περιβόητη Σκότλαντ Γιαρντ) ήταν η πιο διάσημη αστυνομία στον πλανήτη. Ήδη από το 1890 το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ήταν εξοικειωμένο με τις αστυνομικές φιγούρες του Ντίκενς και με τις ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς, δηλαδή τα επιτεύγματα των ντετέκτιβ. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κάλεσε το 1917 μια ολιγομελή ομάδα Βρετανών να δημιουργήσουν από το μηδέν τη νέα ελληνική αστυνομία και να τη διοικήσουν μάλιστα για λίγα χρόνια, περίπου μια δεκαετία, εκμεταλλευόμενος τις καλές σχέσεις που είχαν τότε το ελληνικό και το αγγλικό κράτος. Όλο το προσωπικό που ήρθε στην Ελλάδα να εργαστεί στο πλαίσιο της βρετανικής αστυνομικής αποστολής είχε εκπαιδευτεί και εργαστεί στη Σκότλαντ Γιαρντ, στο Λονδίνο.
Ο αρχηγός της αποστολής όμως, που ήταν και πρώτος αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων από το 1921 έως το 1929, ο Σερ Φρέντερικ Χάλιντεϊ είχε πραγματοποιήσει την κυρίως καριέρα του στην Καλκούτα, στην Ινδία. Οι Βρετανοί έκριναν ότι μια τέτοια επιλογή προσώπου θα ταίριαζε πιο πολύ στην Ελλάδα, από το να φέρουν εδώ έναν υψηλόβαθμο αξιωματικό που θα είχε αποκλειστικά εμπειρία από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Χάλιντεϊ με την ομάδα του έπρεπε να φτιάξουν σχεδόν από το μηδέν: Ποινικό Μητρώο, Υπηρεσία Τροχαίας, Τομέα Ασφάλειας, Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, Γραφείο Διαβατηρίων. Ακόμη, έπρεπε να εισάγουν πρωτόγνωρες για την Ελλάδα τεχνολογίες αστυνόμευσης όπως η πεζή περιπολία. Τα παραπάνω σε μια βαλκανική και μεσογειακή κοινωνία που ήταν πολύ διαφορετική από την αγγλική.
Οι Βρετανοί, που χαρακτηρίζονται από μια πλούσια αρχειακή κουλτούρα, ευτυχώς κράτησαν πολλές χιλιάδες σελίδες για τη δουλειά τους στην Ελλάδα. Αυτές οι σελίδες, που μελέτησα στο Λονδίνο, αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της διδακτορικής μου διατριβής και, μετέπειτα, του βιβλίου.

– Με ποιο κριτήριο επιλέχθηκε η Κέρκυρα, να φιλοξενήσει την πρώτη σχολή αστυφυλάκων και αξιωματικών;
Η Κέρκυρα ήταν η μικρότερη πόλη -και η πρώτη- όπου αναπτύχθηκε η Αστυνομία Πόλεων, το 1921. Κατά τη γνώμη μου ήταν ένα πείραμα. Οι Βρετανοί εκπαιδευτές χρειάζονταν μια μικρή πόλη όπου να μπορεί να πετύχει ο πειραματισμός, η εγκαθίδρυση της νέας αστυνομίας. Η Κέρκυρα όμως ήταν επιπλέον μια πόλη που γνώριζε τι σημαίνει «Βρετανία», βρισκόταν υπό βρετανική κυριαρχία στο παρελθόν, και κατοικούσαν ακόμη σε αυτήν αρκετοί Ευρωπαίοι.
Συνεπώς, η βρετανική αποστολή πόνταρε ότι ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της πόλης και το γεγονός ότι αποτελούσε γεωγραφικό σύνορο μεταξύ της Ελλάδας και της ευρωπαϊκής ενδοχώρας, θα καθιστούσε πιο εύκολη και καλοδεχούμενη τη νέα αστυνομία στο νησί.
– Αστυνομία Πόλεων δημιουργήθηκε στην Κέρκυρα (1921), την Πάτρα (1922), τον Πειραιά (1923) και την Αθήνα (1925). Γιατί όχι στην πολυπληθή και κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη;
Συχνά οι κρατικές μεταρρυθμίσεις προσκρούουν στις τοπικές αντιδράσεις ή στις πολιτικές παρεμβάσεις από την περιφέρεια ή άλλες δυνάμεις της κεντρικής εξουσίας. Η επέκταση της Αστυνομίας Πόλεων στη Θεσσαλονίκη ήταν ζήτημα που είχε ρυθμιστεί νομοθετικά ήδη από το 1918. Όμως η ντόπια Χωροφυλακή αντέδρασε έντονα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και, διαθέτοντας τις κατάλληλες προσβάσεις στην πολιτική εξουσία, πέτυχε την καθυστέρηση αυτής της επέκτασης στον μεσοπόλεμο και, αργότερα, επί Παπάγου, την πλήρη ματαίωση της. Αντίστοιχες επεκτάσεις στον Βόλο και στην Καβάλα ματαιώθηκαν.
Επιπλέον, σε όλα αυτά τα λιμάνια όπου υπήρχε και ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα και πολυεθνικό προλεταριάτο, για παράδειγμα οι δεκάδες χιλιάδες εβραίοι εργάτες της Θεσσαλονίκης, η Χωροφυλακή -με τον στρατιωτικό της οπλισμό- κρίθηκε προτιμότερη ως προς την φύλαξη της πόλης και τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Η Αστυνομία Πόλεων από το 1921 έως το 1929, ακολουθώντας το λονδρέζικο μοντέλο, ήταν άοπλη.
– Και η Λάρισα; Ήδη στην απογραφή του 1920, μετρούσε πάνω από 20.000 κατοίκους.
Και η Λάρισα βρισκόταν στα αρχικά σχέδια για την ίδρυση αστυνομικού σώματος με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της εποχής. Ωστόσο το ζήτημα δεν ήταν πληθυσμιακό αλλά πολιτικό.
Η Χωροφυλακή, μαζί με ένα τμήμα της πολιτικής ελίτ της περιόδου, προσπάθησε να διαλύσει την Αστυνομία Πόλεων επειδή απώλεσε ένα μέρος του πεδίου δράσης της και της πρόσβασης της στα κέντρα εξουσίας. Ο σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο σωμάτων, για τον οποίο γνωρίζουμε αρκετά τραγελαφικά περιστατικά, κράτησε μέχρι και το 1984, όταν τα δύο σώματα διαλύθηκαν και το προσωπικό τους συγχωνεύτηκε στη σημερινή Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.). Αφού απέτυχε η προσπάθεια διάλυσης της Αστυνομίας Πόλεων την περίοδο 1925-1929, αποφασίστηκε τελικά το νεότευκτο σώμα να περιοριστεί στις πρώτες τέσσερις πόλεις στις οποίες ιδρύθηκε, ώστε να ‘ναι όλοι ευχαριστημένοι.

– Στην έρευνα σας ξεχωρίσατε κάποιες προσωπικότητες που συνέβαλαν στην οργάνωση και ανάπτυξη των Ελλήνων αστυνομικών; Ο Κουτσουμάρης ίσως;
Ναι. Κάθε εκσυγχρονιστικό εγχείρημα τέτοιου μεγέθους περιλαμβάνει ανθρώπους, άτομα που πολλές φορές αναδεικνύονται μέσα από την ακούραστη δουλειά που κάνουν σε κρίσιμες υπηρεσίες και γραφεία και από την προσωπικότητά τους, την επιμονή τους και την ευστροφία τους. Ο Αριστοτέλης Κουτσουμάρης, διευθυντής ασφαλείας Αθηνών, ήταν ένα από αυτά. Ήταν οργανωτικό μυαλό, είχε καλή εποπτεία του όλου εγχειρήματος, επέμενε στον επαγγελματικό χαρακτήρα της αστυνομίας, υπήρξε ένας από τους βασικούς έμπιστους συνεργάτες της βρετανικής αποστολής και συχνά υπήρξε σκληρός απέναντι στις «υπερβάσεις» των αστυνομικών. Την εποχή βέβαια που τα πράγματα πολώθηκαν πολιτικά στην Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 -και λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά- βρέθηκε εκτός σώματος. Παραιτήθηκε και πέρασε στη δικηγορία.
Κράτησε όμως, προσωπικό αρχείο από τα χρόνια του στην αστυνομία ως διοικητής (1925-1932) και οι κληρονόμοι του το δώρισαν στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Πρόκειται για δεκάδες, ογκώδεις φακέλους και η δικιά μου διατριβή βασίστηκε αρκετά πάνω σε αυτό, δεδομένου ότι η ΕΛ.ΑΣ. κρατάει τα αρχεία της ακόμη κλειστά για τους ιστορικούς ερευνητές εν έτει 2026. Από την άλλη ως ιστορικός αναγνωρίζω τόσο τα όρια της δράσης των ατόμων, έναντι των θεσμών, όσο και των προσωπικών αρχείων από τη σκοπιά της τεκμηρίωσης.
– Αναλάβατε την επιμέλεια του τόμου, «Για τους Εβραίους της Σαλονίκης» (Καπόν, 2022), με κείμενα του Ηλία Πετρόπουλου. Τι σας ώθησε να «ξαναδείτε» τα κείμενα του αιρετικού λαογράφου για τους συμπολίτες του, στην πόλη που πέρασε 31 χρόνια της ζωής του;
Έχω κάποια σχέση με τη Θεσσαλονίκη, είναι το σόι της μητέρας μου από ‘κει, έχω ζήσει εκεί για δέκα χρόνια και έχω ασχοληθεί από προσωπικό ενδιαφέρον με την ιστορία των Εβραίων της πόλης. Επιπλέον, πριν κάποια χρόνια γνώρισα την Μαίρη Κουκουλέ, δεύτερη σύζυγο του Πετρόπουλου και συζήτησα αρκετά μαζί της το συγκεκριμένο θέμα.
Στο πανεπιστήμιο διάβαζα μανιωδώς τα βιβλία του Πετρόπουλου τα οποία είχαν το προτέρημα να σου μαθαίνουν σημαντικά πράγματα που συνήθως είχαν κρυφτεί επιμελώς από την εθνική ιστοριογραφία, να σε διασκεδάζουν και να σε προβληματίζουν ταυτόχρονα. Ο ίδιος ασχολούταν, όπως έλεγε, με τον «σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας», τα θέματα που καταδικάστηκαν στη λήθη είτε γιατί θεωρήθηκαν πολύ «μικρά» και ασήμαντα είτε γιατί θεωρούνταν «επικίνδυνα» και «δύσκολα». Αυτό το σκέπτεσθαι με τράβηξε να επιλέξω αργότερα κι εγώ τα δικά μου πεδία έρευνας.
Επειδή ο Πετρόπουλος, πριν πεθάνει, είχε εκφράσει την επιθυμία του για την έκδοση ενός τέτοιου τόμου, για τους Εβραίους της Σαλονίκης, ένιωσα την ανάγκη να το κάνω εγώ, να ολοκληρώσω την επιθυμία του, να συνδεθώ κάπως μαζί του και να «τακτοποιήσω» μέσα μου ψυχικά κάτι ελάχιστο ως προς το χρέος μας απέναντι στους Εβραίους της πόλης.Εξάλλου, ο διάχυτος αντισημιτισμός με ενοχλεί και με ανησυχεί. Πολύς κόσμος πιστεύει ότι αυτά τα βιβλία αφορούν παλιά γεγονότα που δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία πλέον. Στην πραγματικότητα όμως με αυτά μιλάμε για το παρόν κοιτώντας στο παρελθόν. Σαν μια κοινωνική άμυνα για σύγχρονους κινδύνους.

– Ποιο κείμενο ξεχωρίζετε από την συλλογή; Προσωπικά ξεχώρισα το «Κυνηγοί κρανίων».
Το «Κυνηγοί Κρανίων» αναμφίβολα ξεχωρίζει. Συζητάει για μια θλιβερή πραγματικότητα που είχε να κάνει με την μεταπολεμική σύληση των εβραϊκών τάφων στη Θεσσαλονίκη, στο νεκροταφείο μιας κοινότητας της οποίας περίπου 50.000 μέλη είχαν μόλις εξοντωθεί.
Το κάθε κείμενο νομίζω έχει τις δικές του αρετές. Το «Μπαίνω στο 151» και το «Μακάβριο Τραγούδι», ή το κείμενο του για την Αλέγκρα, όλα τους είναι αρκετά συγκινητικά και ταυτόχρονα αποδίδουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Με έναν τρόπο συζητάνε την μεταπολεμική κατάθλιψη στη Θεσσαλονίκη και την πολιτισμική της φτώχεια.
Ο Πετρόπουλος δημοσιεύει για πρώτη φορά όλα αυτά τα κείμενα μαζί στη δεκαετία του 1980, όταν ζητάει δικαίωση για τους χαμένους Εβραίους της πόλης, αναγνώριση της ιστορικής τους συμβολής στην ανάπτυξη της πόλης και των φοβερών βασάνων που υπέστησαν. Ήταν πρωτοπόρος σε αυτό. Άργησε πολύ να έρθει αυτή η αναγνώριση, ενώ μόλις φέτος χτίζεται το μουσείο του Ολοκαυτώματος στην πόλη.
– Είστε Λαρισαίος. ∆ιατηρείτε δεσμούς με την πόλη; Πώς βλέπετε την σημερινή της πορεία; Την δυναμική, τις δυνατότητες της;
∆ιατηρώ λίγους δεσμούς πια με τη Λάρισα. Επισκέπτομαι την οικογένειά μου συνήθως τα καλοκαίρια, και καμιά φορά στις γιορτές. Έχω χάσει λοιπόν και την επαφή με την πορεία της πόλης. Με κάποιο τρόπο όμως συνεχίζει να είναι εκεί για μένα. Στα βιογραφικά που μου ζητάνε, θεωρώ κρίσιμο να αναφέρεται ως γενέθλιος τόπος.
Παραμένει κόμβος, δηλαδή σταθμός και πέρασμα, στο κέντρο της χώρας. Τα τελευταία χρόνια, η εθνική επικαιρότητα συνεχίζει να τη βάζει σε πρώτο πλάνο με αφορμή το δυστύχημα στα Τέμπη ή τις πλημμύρες, με αφορμή την αγροτική αναδιάρθρωση και τα νέα παραγωγικά μοντέλα. ∆εν είμαι όμως ο πιο αρμόδιος να απαντήσω στο ερώτημα για τη σύγχρονη δυναμική της. Έζησα εκεί κυρίως τη δεκαετία του 1990, ως έφηβος. Στα 18 μου, έφυγα «τρέχοντας». Η πόλη μου φαινόταν σαν «μονοκαλλιέργεια», με μια ενιαία, καταναλωτική κουλτούρα και ελάχιστες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.
Σήμερα, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Λάρισα μου φαίνεται πιο θελκτική ως προς το επίπεδο ζωής, σε σχέση με τις μεγαλουπόλεις, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Με περισσότερες ανάπαυλες στον αστικό ιστό, με πάρκα και πεζοδρόμους -τις βάσεις που μπήκανε από παλιά, και με λιγότερο έντονους ρυθμούς, άρα περισσότερο χρόνο ζωής. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, μην πω για το Λονδίνο, μαθαίνεις να ζεις ένα κομμάτι της ζωής σου, στην αναμονή και μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Από την άλλη, δεν ξέρω αν σήμερα έχει επιλεγεί στη Λάρισα ένα μοντέλο «πολυκαλλιέργειας».
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

























