Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Πηγαίνοντας χθες το πρωί στη Θεσσαλονίκη με τον προαστιακό, βρέθηκα άθελά μου μάρτυρας μιας συζήτησης που θα έπρεπε να προβληματίζει πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε αντιπαράθεση για μισθολόγια και προνόμια. Δύο νεαροί γιατροί του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, συνεπιβάτες μου, συζητούσαν για τις εφημερίες τους, για τις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, για τους μισθούς που δεν ανταποκρίνονται ούτε στην ευθύνη ούτε στην επιστημονική κατάρτιση που απαιτεί το λειτούργημά τους. Κάποια στιγμή ο ένας είπε στον άλλον: «Να κοιτάξουμε για Γερμανία ή Ελβετία, να νιώσουμε επιτέλους ότι εκτιμάται η δουλειά μας, να νιώσουμε άνθρωποι».
Η φράση αυτή έμεινε στο μυαλό μου όταν αργότερα διάβασα το άρθρο του Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερωνύμου σχετικά με τις αυξήσεις στις αποδοχές των αρχιερέων, το οποίο δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημερίδα «Ελευθερία» και στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκε από πολλές ιστοσελίδες. Όχι γιατί ο Σεβασμιώτατος δεν έχει δικαίωμα να εκφράσει τη θέση του. Ούτε γιατί δεν αναγνωρίζω το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο που συχνά επιτελεί η Εκκλησία. Αλλά γιατί το άρθρο του αποτυπώνει μια αντίληψη που μοιάζει να αγνοεί την πραγματική κοινωνική συγκυρία.
Ο κ. Ιερώνυμος υποστηρίζει ότι οι αρχιερείς δεν επέλεξαν την αποστολή τους για οικονομικούς λόγους. Πιθανότατα έχει δίκιο. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους περισσότερους γιατρούς. Το ίδιο ισχύει για τους νοσηλευτές, τους εκπαιδευτικούς, τους πυροσβέστες, τους διασώστες. Κανείς δεν ακολουθεί αυτούς τους δρόμους επειδή υπόσχονται πλούτο. Τους ακολουθεί επειδή αισθάνεται καθήκον και προσφορά. Ακριβώς γι’ αυτό το επιχείρημα του λειτουργήματος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται επιλεκτικά. Όταν ένας νέος γιατρός εργάζεται αδιάκοπα σε εφημερίες, αναλαμβάνει αποφάσεις ζωής και θανάτου και συχνά αμείβεται με ποσά που τον αναγκάζουν να σκέφτεται τη μετανάστευση, τότε η επίκληση της «ιδιαίτερης ευθύνης» των μητροπολιτών ακούγεται τουλάχιστον ατελής. Και ο κάθε γιατρός επίσης θα μπορούσε να ακολουθήσει μια άλλη καριέρα και πορεία. Διότι ευθύνη έχουν πολλοί. Και κάποιοι από αυτούς κρατούν καθημερινά ανθρώπους στη ζωή.
Ο Σεβασμιώτατος επιμένει ότι το θέμα δεν είναι γιατί αυξάνονται οι αποδοχές των αρχιερέων, αλλά γιατί υπάρχουν αντίστοιχα υψηλά μισθολόγια σε άλλες θέσεις του Δημοσίου. Πρόκειται για μια θεσμικά ορθή αλλά πολιτικά ανεπαρκή απάντηση. Η κοινωνία δεν λειτουργεί μόνο με νομικές αντιστοιχίες αλλά λειτουργεί και με συμβολισμούς. Και ο συμβολισμός που εκπέμπεται σήμερα είναι ότι σε μια χώρα όπου τα νοσοκομεία δυσκολεύονται να στελεχωθούν, όπου νέοι επιστήμονες αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό, όπου οι περιφέρειες χάνουν γιατρούς γρηγορότερα από όσο μπορούν να τους αναπληρώσουν, η Πολιτεία βρίσκει τον τρόπο να διορθώνει πρώτα τις αμοιβές όσων ήδη κατέχουν κύρος, εξουσία και θεσμική αναγνώριση. Δεν είναι θέμα φθόνου ή «λαϊκισμού», είναι ξεκάθαρα θέμα προτεραιοτήτων.
Ο κ. Ιερώνυμος επικαλείται επίσης τη δημευμένη εκκλησιαστική περιουσία και το ιστορικό πλαίσιο της μισθοδοσίας του κλήρου. Πρόκειται για μια συζήτηση που ασφαλώς έχει βάση και ιστορικό βάθος. Αλλά ακόμη κι αν κάποιος αποδεχθεί πλήρως το επιχείρημα αυτό, το ερώτημα παραμένει: ποιο κοινωνικό πρόβλημα λύνει σήμερα η αύξηση των αποδοχών των Μητροπολιτών; Θα σταματήσει τη φυγή νέων επιστημόνων; Θα φέρει περισσότερους γιατρούς στα δημόσια νοσοκομεία; Θα ενισχύσει τις δομές υγείας της περιφέρειας; Θα αντιμετωπίσει το δημογραφικό πρόβλημα; Θα λύσει οποιοδήποτε από αυτά τα θέματα; Η απάντηση είναι προφανής.
Αντίθετα, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας και των αποδοχών των νέων γιατρών θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα όλα τα παραπάνω. Μακάρι να πρωτοστατούσε η Εκκλησία – εκτός των άλλων- και να απαιτούσε αύξηση μισθών και καλύτερες συνθήκες για τους δασκάλους, για τους γιατρούς, για τους επιστήμονες και στο τέλος της ημέρας για όλους.
Υπάρχει ακόμη κάτι που ίσως διαφεύγει από τη δημόσια συζήτηση. Ο Μητροπολίτης γράφει ότι δεν κοιτάζει τις τσέπες του και ότι οι τσέπες του παραμένουν «τρύπιες». Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την προσωπική του στάση. Όμως η κοινωνία δεν συζητά για το πρόσωπο του Ιερωνύμου. Συζητά για τον θεσμό. Και οι θεσμοί κρίνονται όχι από τις προθέσεις τους αλλά από το μήνυμα που εκπέμπουν. Το μήνυμα που λαμβάνει σήμερα ένας νέος γιατρός είναι ότι η χώρα του θεωρεί σχεδόν αυτονόητη την υπερπροσπάθειά του, αλλά όχι αυτονόητη την αξιοπρεπή ανταμοιβή της.
Γι’ αυτό και η φράση που άκουσα στον προαστιακό είναι ίσως πιο σημαντική από ολόκληρη τη συζήτηση περί ειδικών μισθολογίων. «Να πάμε στη Γερμανία ή στην Ελβετία, να νιώσουμε άνθρωποι». Αν κάποτε η Ελλάδα χάσει οριστικά αυτούς τους νέους ανθρώπους, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι πόσα παίρνει ένας Μητροπολίτης. Το πρόβλημα θα είναι ότι δεν θα υπάρχουν για παράδειγμα αρκετοί γιατροί για να φροντίσουν την κοινωνία που απέμεινε πίσω.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























