Θεατρικό μονόπρακτο
του συγγραφέα Βάιου Κουτριντζέ
σύνδεση με το προηγούμενο:
όχι, όχι, δεν είμαι αχάριστη, με γλίτωσε από κείνον τον αρκούδο που θα μ’ έβαζε κάτω και θα με βίαζε,
3
μ’ είχε απειλήσει: «ή θα μου κάτσεις ή πάρε δρόμο αποδώ να φέρω καμιά καινούργια, στη βιτρίνα σ’ έχω μωρή, τι άλλο θέλεις;» και δεν έλεγε ψέματα… -μια και το ’φερε η κουβέντα, έχετε προσέξει εκείνες τις φανταχτερές κούκλες, με τις σεξουαλικές στάσεις -σπασμένες μέσες, σηκωμένα χεράκια- που τις φοράνε μεταξωτά φορέματα, που χύνονται πάνω τους σαν ρέουσα ζεστή σοκολάτα και κάνουν τις γυναίκες να κρυφοκοιτάζουν τα στραβοκαμωμένα μέλη τους με απελπισία; (τι δράμα κι αυτό!) ξέρετε, όμως, τι τραβάνε οι κακομοίρες κάτω στα υπόγεια; όλοι οι ανώμαλοι πάνω τους ξεσπούν τ’ απωθημένα τους- νάτος, τώρα, που ζωγραφίζει, θα γεμίσει τέμπερες ολόκληρος, λέτσος θα γίνει, πάλι θα τον μαλώσει η γυναίκα του·
πλησιάζει στο κοινό
μεταξύ μας… η γειτόνισσα τον έχει βάλει στο μάτι κι αυτός δεν έχει πάρει χαμπάρι πως τον γουστάρει, τόσο μπουνταλάς είναι, θα του το έλεγα, αλλά ζηλεύω η γυναίκα, και την βλέπω που επεξεργάζεται όλα τα γυναικεία κόλπα για να την προσέξει (μια μέρα την έπιασα να τα κατεβάζει όλα! τάχαμ αδιάφορα, αλλά εστίασα το βλέμμα μου στα μάτια της (υπέροχα!) που κόντευαν να ξεπεταχτούν απ’ τις κόγχες τους), μα εκείνος στα μολύβια του και στις κηρομπογιές, που βρωμάνε απαίσια και λερώνουν τα πάντα ανεξίτηλα και τον μαλώνει η Ελεάνα, η γυναίκα του, μπουκιά και συχώριο (καλύτερη από μένα, το παραδέχομαι), με το δίκιο της, μα εκείνος δεν ακούει και συνεχίζει να βάφει χέρια, ρούχα, τραπεζομάντηλα (να μου αγοράσεις καινούργιο! τού αγρίεψε μια μέρα), το πάτωμα, απόκτησε η αλεπού πυριόβολο και βάλθηκε να κάψει όλο το δάσος, πάντως, οφείλω να το ομολογήσω, έμαθε να σκιτσάρει το γυναικείο σώμα με θαυμαστή ακρίβεια,.. δεν μπορεί θα γνώρισε στη ζωή του πολλές γυναίκες, γιατί, τώρα, έχει μόνο δύο, την Ελεάνα που σας είπα, τη γυναίκα του, και τη Φοίβη, μια παλιά γκόμενα που δε χώρισαν ποτέ,.. την έχω δει, όμορφη είναι και καλλίσωμη, κρύβει τις φωτογραφίες της μέσα σ’ ένα φάκελο του λάπτοπ με κωδικό, και κάπου κάπου τον ανοίγει και τότε της τηλεφωνεί και όσο ΄΄τα λένε΄΄ με κοιτάζει στα μάτια κι εγώ χάνω τον κόσμο, λιώνω, το τι ακούω (και βλέπω) δε λέγεται, τηλεφωνικό σεξ το λένε, ξέρω, και βολευόμαστε όλοι, αλλά σώσε λεβέντη μ’ το χορό, γιατί θα μας πάρουνε χαμπάρι “όλοι οι μαστόροι” που τραγουδάει κι ο Σάκης Μπουλάς,
γυρίζει προς τον άντρα και μετά συνεχίζει
Που λέτε, μια μέρα πήρε μια στοίβα περιοδικά κι έγραφε πυρετωδώς επί ώρες πολλές και ξάφνου ακούστηκε να λέει νευριασμένος, «γαμώ το! μου λείπει ένα τεύχος» και σηκώνεται να ψάξει κι αναποδογυρίζει τα πάντα μες στο γραφείο και δεν προσέχει και, πριν καν το καταλάβω, με στριμώχνει πίσω από κάτι ασήκωτους φακέλους. Από τότε, έζησα στο σκοτάδι θαμμένη, δυσκολευόμουν ν’ αναπνεύσω η δύστυχη, δεν μπορούσα να κινηθώ, κι η φωνή μου δεν ακουγόταν, γιατί αν την άκουγε θα με ξέθαβε, κι ούτε μπορώ να υπολογίσω πόσος χρόνος πέρασε μες στον όρθιο τάφο μου· όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν τον έβλεπα μα τον άκουγα, κάτι ήταν κι αυτό, κι ήλπιζα πως κάποτε θ’ ανακάλυπτε την απουσία μου, αλλά οι ελπίδες μου αποδείχτηκαν φρούδες· τις περισσότερες ώρες κοιμόμουν, μα πόσο σημαντικό ήταν αυτό το “τεύχος”; κι αναστάτωσε το σύμπαν να το ψάχνει; και κει που είχα απελπιστεί φως με στράβωσε κι άκουσα τη φωνή του, «καλή μου εδώ είσαι; γιατί δε μιλάς; », θα του ’λεγα κάτι… έτοιμη ήμουν, αλλά τυγχάνω από σπίτι και δε μίλησα, με τράβηξε λοιπόν και μ’ έβγαλε απ’ τον τάφο μου, μου διόρθωσε με το μολύβι faber castell 2B τα μαλλιά μου κι έσιαξε με τα δάχτυλά του τη φούστα μου που είχε γίνει ζάρα κι εγώ γαργαλιόμουνα κι ανακάτευα τα πόδια μου (τι λέτε, κύριε;, μ’ ακούμπησε «εκεί» ή όχι; –λέει, απευθυνόμενη σε κάποιον από το κοινό), παραλίγο να τον αγκάλιαζα, μα στους τρεις τέταρτη δε χωράει σκέφτηκα, ας φανώ κυρία και τότε με φίλησε, ναι! ένιωσα τα χείλη του, Θεέ μου! και τον άκουσα να με παρακαλάει χαϊδεύοντας το δεξί μου αυτί με την ανάσα του:
«Γαληνάκι μου, βρες μου το χαμένο περιοδικό, ξέρω ότι εσύ διαθέτεις τις κατάλληλες ικανότητες κι εγώ να δεις…»,
«Τι να δω βρε Άγη, (το όνομά του), -που δε μου ρίχνεις ματιά κι έρεψα η φουκαριάρα, και, τώρα, άλλα περίμενα…, αλλά σπολάτη, (αυτά τα σκέφτηκα, δεν τα ξεστόμισα)- πες μου, τι ψάχνεις;»,
«Το τεύχος 8 της ΄΄τρίτης διαδρομής΄΄ του “τραμ”»,
«..του γνωστού λογοτεχνικού περιοδικού της Θεσσαλονίκης;»,
«..το ξέρεις!».
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























