Τις τελευταίες ημέρες έγινε ένα μπαράζ παρεμβάσεων για τη στεγαστική κρίση στην Ελλάδα, από επίσημα χείλη και θεσμικούς φορείς. Η πιο πρόσφατη προέρχεται από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα, σε συνέδριο στο Ντουμπρόβνικ της Κροατίας.
Ο κεντρικός τραπεζίτης παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «οικονομικής δυσπροσιτότητας της στέγασης». Με αυτή την εξαιρετικά άκομψη έκφραση αποδίδεται στα ελληνικά ο όρος «housing unaffordability», που χρησιμοποιείται κατά κόρον από τα ευρωπαϊκά όργανα, μαζί με το αδελφάκι του την «οικονομική προσιτότητα της στέγασης» (housing affordability).
Ο διοικητής της ΤτΕ απέδωσε το στεγαστικό πρόβλημα στην «ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης» και αναφέρθηκε στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες όπως η επιδότηση δανείων («Σπίτι Μου»), τα προγράμματα «Εξοικονομώ» και την Κοινωνική Αντιπαροχή. Κατέληξε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι Κεντρικές Τράπεζες δεν μπορούν να επιλύσουν από μόνες τους το στεγαστικό αλλά τουλάχιστον να εξασφαλίζουν ότι τα πράγματα δεν θα γίνουν χειρότερα, με όξυνση των ανισορροπιών.
Το ΔΝΤ και η Κομισιόν για τη στεγαστική κρίση
Το ΔΝΤ από την πλευρά του με την έκθεση ««Inside Greece’s Housing Affordability Paradoxes» – αντλώντας δεδομένα από την πλατφόρμα Spitogatos, μας θύμισε ότι τα σπίτια ακρίβυναν κατά 85% την τελευταία δεκαετία, ενώ το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα κατά 47%. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε πολύ λιγότερο, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην προτελευταία θέση στην ΕΕ.
Το ΔΝΤ δεν πρωτοτυπεί, προτείνοντας ένα πλέγμα παρεμβάσεων, με έμφαση στην απλοποίηση της νομοθεσίας και την ενίσχυση της παραγωγικότητας του κατασκευαστικού κλάδου.
Σε παρόμοια κατεύθυνση κινούνται και οι προτάσεις της Κομισιόν, σε νέα έρευνα για το στεγαστικό, απορρίπτοντας το πλαφόν στα ενοίκια, με το σκεπτικό ότι θα αποθαρρύνει τους επενδυτές.

Ο λόγος στους εργαζόμενους
Ενώ όλοι αναγνωρίζουν ότι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει φτάσει σε σημείο εκρηκτικής όξυνσης, σπάνια δίνεται ο λόγος σε όσους γνωρίζουν αλλά και βιώνουν το πρόβλημα από πρώτο χέρι. Για τον λόγο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η νέα έρευνα του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ -τ.ΟΕΕ τ.ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ), στο πλαίσιο πρόσφατης ημερίδας για το δικαίωμα στην αξιοπρεπή στέγαση. Οι εργαζόμενοι στη σημερινή Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), έχουν συσσωρευμένη πείρα δεκαετιών στα ζητήματα στέγασης, μέσω των Οργανισμών Εργατικής Εστίας και Εργατικής Κατοικίας, που καταργήθηκαν το 2012 με το δεύτερο μνημόνιο.
Η έρευνα, πηγαίνει ένα βήμα πέρα από τη θεωρία της προσφοράς και της ζήτησης. Μιλάει για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, την μετατροπή της κατοικίας από ανθρώπινο δικαίωμα σε αντικείμενο κερδοσκοπίας και την απουσία ενός δημόσιου φορέα κοινωνικής στέγασης.
Σε συνέχεια της έρευνας, ο ΠΑΝΣΥΠΟ κατέθεσε τεκμηριωμένη πρόταση για τη σύσταση Δημόσιο Φορέα Στέγασης και Κοινωνικής Κατοικίας με μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, ως αναγκαία θεσμική απάντηση στη στεγαστική κρίση.

Αδιάθετο απόθεμα κατοικιών
Από τότε που καταργήθηκε ο ΟΕΚ, δεν πάρθηκαν ουσιαστικά μέτρα για να καλυφθεί το κενό, από έναν αντίστοιχο, σύγχρονο δημόσιο φορέα, που να συμβαδίζει με τις σημερινές ανάγκες. Επιπλέον αφέθηκε αναξιοποίητο, όλο το περιουσιακό-στεγαστικό απόθεμα του Οργανισμού. Πάνω από 150 κατοικίες – κατασκευασμένες με τις εισφορές των εργαζομένων – παραμένουν κλειστές και αδιάθετες, στο έλεος της φθοράς του χρόνου, αντί να δοθούν σε ανθρώπους που τις έχουν ανάγκη. Ενώ έχει ψηφιστεί από το 2020 σχετικός νόμος που επιτρέπει τη διάθεση των δημόσιων κατοικιών του τ.ΟΕΚ, δεν έχει γίνει κανένα βήμα σε αυτή την κατεύθυνση.
«Η στέγη δεν μπορεί να παραμείνει επενδυτικό προϊόν για λίγους, όταν για εκατομμύρια πολίτες έχει γίνει καθημερινή απειλή. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει απλώς αύξηση τιμών. Αντιμετωπίζει διαρθρωτική κρίση προσιτότητας. Και αυτή η κρίση δεν λύνεται με αποσπασματικές ενισχύσεις. Λύνεται με δημόσια στεγαστική πολιτική, παραγωγή κατοικιών και κοινωνικό έλεγχο των πόρων», υπογραμμίζει η έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ.
Παρουσιάζουμε συνοπτικά τα βασικά της σημεία.

Ο ένας στους τέσσερις γονατίζει από το βάρος της στέγασης
Το 2025, η Ελλάδα εμφανίζει δείκτη υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης 26,4%, έναντι μέσου όρου 7,7% στην ΕΕ — δηλαδή σχεδόν 3,5 φορές πάνω από την Ευρώπη. Περίπου 1 στους 4 πολίτες δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη. Σε απόλυτους αριθμούς, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 1.130.000 νοικοκυριά, δηλαδή 2,75 εκατομμύρια άτομα. Για τα φτωχότερα νοικοκυριά η εικόνα είναι ακόμα πιο σκληρή: στο κατώτατο εισοδηματικό πεντημόριο, το 82,1% δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη.

Τιμές που τρέχουν, εισοδήματα που σέρνονται
Από το 2007 έως το 2025, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 77%, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα μόλις κατά 14%.
Για την περίοδο 2019–2026, το κόστος στέγασης αυξήθηκε κατά 52,9%, έναντι αύξησης εισοδημάτων 10%–15%. Η αγορά ενοικίων βρίσκεται σε φάση ταχείας ανόδου, με σωρευτική αύξηση 22,9% μόνο την περίοδο 2022–2025. Οι μικρές κατοικίες — που είναι και οι πιο περιζήτητες, καθώς τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά φτάνουν πλέον το 30,7% — έχουν δει αυξήσεις ενοικίων 63% για γκαρσονιέρες και 58% για διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου από το 2018.

Σπίτια υπάρχουν, αλλά κλειστά
Η Ελλάδα διαθέτει περίπου 725.000 κενά διαμερίσματα, δηλαδή το 13,5% του οικιστικού αποθέματος. Ταυτόχρονα, έχει μόλις 4 κοινωνικές κατοικίες ανά 1.000 κατοίκους, όταν η Αυστρία φτάνει τις 274 και η Γαλλία τις 159. Η κατάργηση του ΟΕΚ άφησε τεράστιο θεσμικό κενό. Ο Οργανισμός είχε στηρίξει περίπου 85.000 οικογένειες και εξυπηρετούσε 120.000 ετησίως. Σήμερα, πάνω από 150 κατοικίες του πρώην ΟΕΚ παραμένουν κλειστές και αναξιοποίητες.
Λάθος κατεύθυνση πόρων
Από τα περίπου 3 δισ. ευρώ που διατίθενται για στεγαστική πολιτική, το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται σε προγράμματα αγοράς κατοικίας («Σπίτι μου Ι και ΙΙ»), ενώ λιγότερα από 100 εκατ. ευρώ πηγαίνουν σε παραγωγή κοινωνικής κατοικίας. Όταν ενισχύεται η ζήτηση χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς, οι τιμές ανεβαίνουν — δημόσιοι πόροι καταλήγουν έτσι να τροφοδοτούν την ίδια την κρίση που καλούνται να λύσουν.
Τι προτείνεται
Η μελέτη του ΠΑΝΣΥΠΟ προτείνει ένα εθνικό σχέδιο κοινωνικής κατοικίας με αξιοποίηση πόρων περίπου 1,3 δισ. ευρώ για παραγωγή 15.000–17.500 νέων κοινωνικών κατοικιών, μέσω νέας κατασκευής και αξιοποίησης-ανακαίνισης ανενεργών δημόσιων κτιρίων. Πρακτικές που εφαρμόζονται σε χώρες όπως η Αυστρία και η Ισπανία δείχνουν ότι υπάρχουν εφαρμόσιμες λύσεις. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά η επιλογή προτεραιοτήτων.
«Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με δάνεια χωρίς επαρκή παραγωγή κατοικιών. Δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα που απορροφώνται από αυξανόμενα ενοίκια. Δεν αντιμετωπίζεται με ανακοινώσεις που παραπέμπουν την κοινωνική κατοικία στο μέλλον, ενώ σήμερα υπάρχουν ακίνητα, πόροι και ανάγκες. Το μήνυμα της εργασίας είναι σαφές: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνικό σχέδιο κοινωνικής κατοικίας, νέο ισχυρό δημόσιο φορέα στεγαστικής πολιτικής, αξιοποίηση της περιουσίας και των πόρων του πρώην ΟΕΚ, ενεργοποίηση κενών κατοικιών, ανακαίνιση ανενεργών κτιρίων και παραγωγή μόνιμου κοινωνικού αποθέματος κατοικιών», καταλήγει ο ΠΑΝΣΥΠΟ.
Πηγή: in.gr
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























