Γράφει η Φανή Γέμτου
Συχνά, σε οποιαδήποτε μορφή συλλογικής εργασίας, είτε αυτή ονομάζεται θέατρο είτε οτιδήποτε άλλο εντός και εκτός τέχνης, η ποιότητα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων σχετίζεται άμεσα τόσο με την καλλιέργειά τους ως επαγγελματιών και καλλιτεχνών όσο και με τον χαρακτήρα τους.
Είναι σαφές πως όσο πιο πολιτισμένα και δημοκρατικά όντα διαμορφώνουν μια θεατρική συνεργασία, τόσο πιο υγιής μπορεί να γίνει η διαδρομή της, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα είναι προβλέψιμα θετικό. Γνωρίζουμε άλλωστε πως το μεγάλο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα είναι μια σύνθετη και συχνά αντιφατική πραγματικότητα, που δεν γεννιέται πάντα μέσα από ιδανικές συνθήκες.
Μέσα σε αυτή τη σύνθετη και συχνά σκληρή πραγματικότητα, αιώνες τώρα, οι καλλιτέχνες- εκτός από δημιουργικές προσωπικότητες- μεταμορφώνονται κάποτε και σε αυλοκόλακες, πιστεύοντας βαθιά μέσα τους πως έτσι θα αναγνωριστεί ουσιαστικότερα η αξία και η μοναδικότητά τους. Πως, τονώνοντας τον εγωκεντρισμό ενός «σημαντικού» ιθύνοντα, θα βρουν κι εκείνοι μια θέση κάτω από τον προβολέα μιας κοινωνίας που συχνά λειτουργεί ακραία: είτε εκθειάζει με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια τον «μάγο της φυλής» είτε λιανίζει με σαρκοφάγα μανία το «τέρας» που- όπως ισχυρίζεται εκ των υστέρων- «κανείς δεν είχε αντιληφθεί».
Σε αυτό το σημείο, όμως, χρειάζεται ένας ουσιαστικός διαχωρισμός ανάμεσα σε έννοιες που συχνά συγχέονται. Ο σεβασμός, η εκτίμηση και ο θαυμασμός προς έναν σκηνοθέτη ή δάσκαλο δεν έχουν καμία σχέση με τη δουλοπρέπεια και την υποτέλεια που μπορεί να εμφανίσει ένας ηθοποιός απέναντί του. Θα έλεγα μάλιστα πως οι άνθρωποι που πραγματικά γοητεύονται από τη δημιουργικότητα ενός σκηνοθέτη σπάνια μετατρέπονται σε αυλοκόλακες. Γιατί ο αυθεντικός θαυμασμός δεν ακυρώνει την προσωπικότητα· αντίθετα, συχνά την αφυπνίζει.
Αυλοκόλακες γίνονται συνήθως εκείνοι που φοβούνται μήπως καταλήξουν αναλώσιμοι. Εκείνοι που νιώθουν πως, μέσα σε έναν χώρο ακραίου ανταγωνισμού και διαρκούς επισφάλειας, η κολακεία και η προσκυνηματική στάση απέναντι στον «ηγέτη» μπορούν να εξασφαλίσουν ασφάλεια, ορατότητα και μια θέση διαρκούς χρησιμότητας δίπλα του.
Η διαφορά ανάμεσα στον αυλοκόλακα και στον γοητευμένο συνεργάτη είναι τεράστια. Ο πρώτος σταδιακά παραιτείται από την κρίση του προκειμένου να εξασφαλίσει προστασία και ετερόφωτη λάμψη. Ο δεύτερος μπορεί πράγματι να κατακτηθεί από το όραμα ή την προσωπικότητα ενός σκηνοθέτη, χωρίς όμως να παραιτείται από τη σκέψη, τη διαφωνία ή την προσωπική του αξιοπρέπεια.
Φυσικά, η λειτουργία της «αυλής» μέσα σε ένα θεατρικό περιβάλλον δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη. Δεν αρκεί μόνο η διάθεση υποταγής κάποιων συνεργατών· χρειάζεται και ένα περιβάλλον που την ενθαρρύνει, συνειδητά ή ασυνείδητα. Υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν επιτρέπουν ποτέ να διαμορφωθεί γύρω τους μια τέτοια συνθήκη, γιατί αντιλαμβάνονται πως η δημιουργία χρειάζεται ανθρώπους ενεργούς, όχι πειθήνιους. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η «αυλή» λειτουργεί σχεδόν οργανικά.
Συνήθως αυτό συμβαίνει σε προσωπικότητες βαθιά ανασφαλείς αλλά και έντονα εγωπαθείς, ανθρώπους κάποτε εξαιρετικά ικανούς και κάποτε παντελώς ανεπαρκείς, που μιλούν πολύ και ακούν λίγο, που συγχέουν τον φόβο που προκαλούν με τον σεβασμό που εμπνέουν. Εκεί, η διαφωνία αρχίζει να εκλαμβάνεται ως απειλή και η ανεξάρτητη προσωπικότητα ως εχθρική παρουσία.
Κάπως έτσι δημιουργούνται μικροί μηχανισμοί εξουσίας μέσα σε έναν χώρο που υποτίθεται πως υπηρετεί την ελευθερία της έκφρασης. Οι συνεργάτες παύουν σταδιακά να λειτουργούν ως δημιουργικά υποκείμενα και μετατρέπονται σε χειροκροτητές, μεταφορείς ιδεών και ανακυκλωτές ενός «οράματος» που δεν επιτρέπεται να τεθεί επί τάπητος.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι πως τέτοιες δομές δεν παράγουν μόνο φόβο αλλά και εξάρτηση. Η «αυλή» λειτουργεί σαν ένα ψυχολογικό σύστημα ανταμοιβής: όποιος υπακούει επιβραβεύεται με ορατότητα, ρόλους, εύνοια και μια αίσθηση συμμετοχής σε κάτι «εκλεκτό». Όποιος διαφοροποιείται, απομακρύνεται σταδιακά από τον κύκλο.
Έτσι, η καλλιτεχνική διαδικασία παύει να βασίζεται στην ουσιαστική ανταλλαγή ιδεών και αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό εξουσίας παρά με ζωντανή δημιουργική συνάντηση.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται μία από τις πιο βαθιές παθογένειες όχι μόνο του ελληνικού θεάτρου αλλά και πολλών συλλογικών χώρων: η δυσκολία συνύπαρξης χωρίς σχέσεις εξάρτησης, προσωπολατρίας και σιωπηρής υποταγής.
Γιατί η πραγματική τέχνη δεν γεννιέται μέσα από υπηκόους. Γεννιέται μέσα από ανθρώπους που σκέφτονται κριτικά, ανταλλάσσουν, συμπορεύονται και συνδημιουργούν με κοινό όραμα- όχι μέσα από σχέσεις θρησκευτικής ευλάβειας απέναντι σε έναν «τιμωρητικό θεό».
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















