Του Γιώργου Χρ. Γκόβαρη (δικηγόρος, μέλος Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας)
Η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης και εύλογης αγανάκτησης απέναντι στην κυβερνητική διαχείριση. Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, σε συνδυασμό με τα διαρκή και συσσωρευμένα προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα, έχουν διαμορφώσει ένα κλίμα δυσπιστίας που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί ή να αποσιωπηθεί.
Τα τελευταία χρόνια, οι πολίτες έχουν γίνει μάρτυρες υποθέσεων που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη λειτουργία των θεσμών. Από καταγγελίες για κακοδιαχείριση δημοσίου χρήματος (ΟΠΕΚΕΠΕ) έως υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα του κράτους δικαίου (Τέμπη, παρακολουθήσεις), η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός συστήματος που συχνά αδυνατεί – ή δεν επιθυμεί – να αυτοκαθαρθεί. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά· αντιθέτως, φαίνεται να έχει αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η καθημερινότητα των πολιτών, συνεπεία και των σοβαρών διεθνών γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνεται ολοένα και περισσότερο. Η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, οι ανισότητες στην πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας, αλλά και η ανασφάλεια στην αγορά εργασίας, συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο. Οι νέοι, ειδικότερα, αντιμετωπίζουν ένα αβέβαιο μέλλον, με περιορισμένες ευκαιρίες και συχνά αναγκάζονται να αναζητήσουν προοπτικές στο εξωτερικό.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση εμφανίζεται συχνά αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας (στήριξη πρωτογενούς τομέα, ενεργειακή αυτάρκεια και ασφάλεια, ποιότητα υποδομών). Η επικοινωνιακή διαχείριση υπερισχύει της ουσιαστικής πολιτικής δράσης, ενώ οι εξαγγελίες δεν συνοδεύονται από πραγματικά αποτελέσματα. Η έλλειψη αυτοκριτικής και η τάση μετακύλισης ευθυνών εντείνουν το χάσμα μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και πολιτών.
Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται βαθιές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Όχι αποσπασματικές κινήσεις ή επιφανειακές διορθώσεις, αλλά ριζικές αλλαγές που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και θα δημιουργήσουν ένα πιο δίκαιο και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει πολιτική βούληση, διαφάνεια, αξιοκρατία και, κυρίως, την ειλικρινή διάθεση για σύγκρουση με παθογένειες που διαχρονικά υπονομεύουν τη χώρα.
Η ευθύνη της κυβέρνησης είναι, επομένως, βαριά. Δεν αρκεί να διαχειρίζεται την εξουσία· οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι αξίζει την εμπιστοσύνη που της έχει δοθεί. Οι πολίτες δεν ζητούν το αδύνατο. Ζητούν ένα κράτος που λειτουργεί, μια οικονομία που προσφέρει ευκαιρίες και μια πολιτική ηγεσία που σέβεται τους θεσμούς και λογοδοτεί στους πολίτες.
Αν το κυβερνών κόμμα δεν προχωρήσει άμεσα σε σαρωτικές, ρηξικέλευθες αλλαγές, η δυσαρέσκεια που σήμερα εκφράζεται με λόγια και δημοσκοπικές τάσεις είναι πιθανό να μετατραπεί σε πολιτική ανατροπή. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται ή ότι αγνοούνται συστηματικά, αναζητούν νέες πολιτικές διεξόδους.
Η προειδοποίηση είναι σαφής: εάν δεν υπάρξει άμεσα ουσιαστική αλλαγή πορείας, οι πολίτες θα στραφούν σε νέες πολιτικές προοπτικές και θα αναζητήσουν νέα πολιτική στέγη. Η εμπιστοσύνη δεν είναι δεδομένη ούτε ανεξάντλητη. Κερδίζεται με πράξεις και χάνεται εύκολα όταν οι προσδοκίες διαψεύδονται.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα νέο ξεκίνημα, βασισμένο στη διαφάνεια, τη δικαιοσύνη και την αποτελεσματικότητα. Το ερώτημα είναι αν η σημερινή κυβέρνηση μπορεί – και θέλει – να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση. Αν όχι, τότε οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες και η πολιτική σκηνή θα αναδιαμορφωθεί, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















