Συνέντευξη στον Λάμπρο Αναγνωστόπουλο
Η λογοτεχνία της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια κινείται ανάμεσα στην περιπέτεια, την επιστημονική φαντασία και τα διαχρονικά ηθικά ερωτήματα. Με ήρωες παιδιά και εφήβους που ταξιδεύουν στον Χρόνο, αναμετρώνται με την εξουσία, το σκοτάδι και τις προσωπικές επιλογές, η συγγραφέας δημιουργεί ιστορίες που δεν απευθύνονται μόνο σε νεαρούς αναγνώστες, αλλά και σε κάθε άνθρωπο που εξακολουθεί να πιστεύει στη δύναμη της φαντασίας και της συνείδησης.
Με αφορμή το νέο της βιβλίο, η Ευγενία Κριτσέφσκαγια μιλά για τις λογοτεχνικές επιρροές της, τη βαθιά σχέση της με τη ρωσική και τη νεοελληνική γραμματεία, τον ρόλο της μετάφρασης στη συγγραφική της πορεία και τη σημασία της παιδικής ηλικίας ως θεμελίου της ανθρώπινης ύπαρξης.
Οι ήρωές σας είναι παιδιά και έφηβοι. Τι σας ελκύει στη συγκεκριμένη ηλικιακή οπτική;
Προέρχομαι από μια χώρα — και κυρίως από μια χρονική περίοδο — με εξαιρετικά πλούσια λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους. Με θέατρο υψηλού επιπέδου, γραμμένο ειδικά για νεανικό κοινό. Με σχολεία όπου οι τέχνες διδάσκονταν σε βάθος, με την ίδια σοβαρότητα που διδάσκονταν και τα υπόλοιπα μαθήματα.
Μεγάλωσα σε μια εποχή όπου οι τέχνες, και ιδιαίτερα η λογοτεχνία, διαμόρφωναν συνειδήσεις και λειτουργούσαν ως οδηγοί για τις μελλοντικές επιλογές. Πιστεύω βαθιά ότι η «διαλογή» ξεκινά στην παιδική ηλικία· το σπίτι χτίζεται από κάτω προς τα πάνω και τα θεμέλιά του πρέπει να είναι γερά.
Οι ήρωες του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου μου είναι δωδεκάχρονα παιδιά. Είναι μια ηλικία καμπής: τα παιδιά εξακολουθούν να μπορούν να πιστέψουν στη μαγεία και στο φανταστικό, αλλά ταυτόχρονα αρχίζουν να «δοκιμάζουν» αυτό το φανταστικό πάνω τους, αναζητώντας τρόπους να το πραγματοποιήσουν.
Υπάρχουν συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα στη δημιουργία αυτού του έργου;
Λατρεύω τα αστυνομικά βιβλία και τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας. Και όταν σε ένα έργο το αστυνομικό στοιχείο συνδυάζεται με το φανταστικό, για μένα η ανάγνωση γίνεται η πιο απολαυστική εμπειρία.
Μιλώ πάντα για βιβλία που δεν «βγάζουν απλώς λαγούς από τα καπέλα», όπως οι ταχυδακτυλουργοί, αλλά θέτουν βαθιά ηθικά διλήμματα. Ιδίως σήμερα, όταν η τεχνολογία αρχίζει να επηρεάζει όχι μόνο τον τρόπο ζωής μας, αλλά και τους κανόνες της, τον ίδιο τον τρόπο σκέψης.
Όσον αφορά τους συγγραφείς, από τη ρωσική λογοτεχνία ξεχωρίζω τον μεταφρασμένο στα ελληνικά Αλεξάντρ Γκριν και τον ακόμη αμετάφραστο, κορυφαίο Αλεξάντρ Μπελιάεφ — έναν δημιουργό που έχει φύγει από τη ζωή εδώ και 85 χρόνια, αλλά, όπως και ο Ιούλιος Βερν, υπήρξε προφήτης — ίσως και ταξιδιώτης — του μέλλοντος. Του δικού μας πλέον παρόντος.
Από τους ξένους συγγραφείς, οι μεγάλοι μου δάσκαλοι είναι ο Ισαάκ Ασίμωφ, ο Στάνισλαβ Λεμ και ο Κλίφορντ Σάιμακ — δημιουργοί που θέτουν δύσκολα, διαχρονικά ηθικά διλήμματα και ανοίγουν δρόμους σκέψης που παραμένουν επίκαιροι.
Ποια στοιχεία θεωρείτε ότι κάνουν τη Νατάσα και τον Γρηγόρη διαχρονικούς χαρακτήρες;
Η επιθυμία να κάνουν το καλό. Όχι με λόγια, αλλά με πράξεις. Η αγάπη για το φως και όχι για το σκοτάδι.
Να μη σταματούν σε όσα έχουν ήδη επιτευχθεί. Να μη χάνουν την ικανότητα να πιστεύουν πως το απίστευτο και το αδύνατο είναι προσωρινές έννοιες — σημεία στον χάρτη της ζωής που, κάποια στιγμή, αν δεν κόβουμε το βήμα, τα αφήνουμε πίσω μας και συνεχίζουμε να προχωράμε.
Τα παιδιά της δεύτερης γενιάς κουβαλούν διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους γονείς τους;
Ίσως να είναι διαφορετικοί — όσο διαφορετικοί είμαστε όλοι μας από τους γονείς μας.
Ωστόσο, οι στόχοι των αποστολών τους διαφέρουν: οι γονείς αναζητούσαν μέσα στον Χρόνο έναν καλό άνθρωπο, ενώ τα παιδιά καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν αδίστακτο τυχοδιώκτη, στον οποίο μεταμορφώνεται ένας κατά τα άλλα συνηθισμένος φοιτητής.
Οι ήρωες του δεύτερου βιβλίου βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα αντικείμενο που προσφέρει απόλυτη εξουσία, απεριόριστη δύναμη. Και εκεί δοκιμάζονται — όπως δοκιμαζόμαστε όλοι μας στη ζωή, η οποία αργά ή γρήγορα μας αναγκάζει να επιλέξουμε μία από τις δύο πλευρές.
Η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση ρωσικής λογοτεχνίας έχει διαμορφώσει το ύφος σας; Αν ναι, με ποιον τρόπο;
Αναμφισβήτητα.
Ο μεταφραστής λογοτεχνίας κουβαλάει τεράστια ευθύνη: να αποδώσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα ενός άλλου ανθρώπου. Από αυτή την άποψη, η δουλειά του βρίσκεται πολύ κοντά σε εκείνη του ηθοποιού ή του σκηνοθέτη.
Ήμουν τυχερή που κλήθηκα να μεταφράσω αγαπημένα κείμενα — καθαρά δικής μου επιλογής, κλασικά και σύγχρονα — και η διερεύνηση του σωστού τρόπου και ύφους για την απόδοσή τους αποδείχθηκε το καλύτερο μάθημα στο εγχείρημά μου να γράψω τα δικά μου βιβλία.
Αν είναι να μαθαίνεις γραφή, πρέπει να διδάσκεσαι από τους καλύτερους.
Τι σας έφερε αρχικά πιο κοντά στη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία;
Βιβλία, τι άλλο;
Η σειρά «Παγκόσμια Λογοτεχνία», όπου τον πρώτο λόγο είχαν οι αρχαίοι δραματουργοί και ποιητές. Αυτοί ευθύνονταν και για την επιλογή της σχολής μετά το Λύκειο: το Τμήμα Κλασικής Φιλολογίας στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Μόσχας.
Στο τρίτο έτος προστέθηκε το μάθημα των νεοελληνικών και στη ζωή μου μπήκαν ο Σολωμός, ο Καβάφης, ο Βάρναλης, ο Ρίτσος.
Γι’ αυτούς είχα «αλλαξοποστήσει», αφήνοντας για λίγο στο ράφι τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη και γράφοντας — πρώτη στην ιστορία του Τμήματος — διπλωματική εργασία με θέμα από τη νέα ελληνική λογοτεχνία: «Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης» του Κώστα Βάρναλη.
Όπως αποδείχθηκε, ήταν ένα ταξίδι δίχως γυρισμό.
Αν μπορούσατε να ταξιδέψετε πραγματικά στον χρόνο, ποια εποχή θα επιλέγατε και γιατί;
Το μέλλον.
Γιατί το μέλλον διορθώνεται από τη θέση όπου βρισκόμαστε· το παρελθόν έχει ήδη συντελεστεί. Δεν το ορίζουμε.
Και θέλω να πιστεύω πως το μέλλον μας δεν θα είναι όπως συχνά παρουσιάζεται στις χολιγουντιανές ταινίες — ζοφερό και σκοτεινό, με πολέμους εντός και εκτός πλανήτη, με εξωγήινους που επιδιώκουν την καταστροφή μας.
Αλλά όπως το περιέγραφε κάποτε ο οραματιστής επιστήμονας Αλεξάντρ Μπελιάεφ: ένας ενιαίος κόσμος, μια όμορφη, μορφωμένη κοινωνία χωρίς ανισότητες· όχι μια φανταστική, γλυκανάλατη φιλία του λύκου με το πρόβατο, αλλά μια ειλικρινής, συνειδητοποιημένη αδελφοσύνη ελεύθερων ανθρώπων.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Σε μια κρουαζιέρα στο Αιγαίο, με το κρουαζιερόπλοιο «Φοίνικας», γνωρίζονται δύο δωδεκάχρονα παιδιά, η Νατάσα και ο Γρηγόρης. Στο ταξίδι αυτό θα συναντήσουν έναν μυστηριώδη άντρα, τον κύριο Οδυσσέα, ο οποίος κρατά στα χέρια του ένα παράξενο αντικείμενο: μια αρχαία χρονομηχανή που βρέθηκε στις ανασκαφές της Σαντορίνης.
Ο κύριος Οδυσσέας έχει επιβιβαστεί στην κρουαζιέρα αναζητώντας τον χαμένο φίλο του, τον αρχαιολόγο Παύλο Κώνστα, ο οποίος εξαφανίστηκε από τη Σαντορίνη ταξιδεύοντας στον Χρόνο με τη μυστηριώδη αυτή μηχανή. Η Νατάσα και ο Γρηγόρης αποφασίζουν να τον βοηθήσουν και μαζί ξεκινούν ένα απίστευτο ταξίδι στις πιο μακρινές εποχές της Ιστορίας.
Είκοσι χρόνια αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Αυτή τη φορά, όμως, στο πλευρό του κυρίου Οδυσσέα βρίσκονται τα παιδιά της Νατάσας και του Γρηγόρη, ο Νικόλας και η Μυρτώ.
Μαζί θα βρεθούν ξανά μπλεγμένοι σε ένα επικίνδυνο ταξίδι μέσα στον Χρόνο, αναζητώντας έναν νεαρό φοιτητή αρχαιολογίας, τον Ιωάννη Βέλο, που χρησιμοποιεί την ίδια χρονομηχανή της Σαντορίνης για να εντοπίσει τη θρυλική ασπίδα του Αχιλλέα — ένα μυθικό αντικείμενο που χαρίζει απεριόριστη εξουσία στον κάτοχό του.
Το επικίνδυνο αυτό κυνήγι μέσα στην Ιστορία θα τους οδηγήσει τελικά στο άγριο Νησί των Φιδιών, το μοναχικό Φιδονήσι του Εύξεινου Πόντου.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















