Γράφει ο Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
Υπάρχουν βιβλία που γεννιούνται από μια καλά οργανωμένη ιδέα και άλλα που προκύπτουν σχεδόν υπόγεια, σαν εσωτερική ανάγκη. Κάπως έτσι γεννήθηκαν και τα «Άδεια βλέμματα» του Χρήστου Μπουσιούτα, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Γραφή.
Όπως ο ίδιος εξομολογείται, η αρχική του πρόθεση ήταν να γράψει ένα μυθιστόρημα. Είχε ήδη χτίσει τους χαρακτήρες και τον βασικό κορμό της ιστορίας, όταν κάπου ανάμεσα στις πρώτες σελίδες σταμάτησε να σκέφτεται ως συγγραφέας και άρχισε να σκέφτεται ως αναγνώστης. Τότε ήταν που αναρωτήθηκε τι πραγματικά θα ήθελε ο ίδιος να διαβάσει εκείνη τη χρονική στιγμή.
Η απάντηση που έδωσε στον εαυτό του ήταν απλή αλλά ουσιαστική: σκέψεις ανθρώπων για όλα όσα μας απασχολούν. Για τις αξίες, τις αντιφάσεις, τους φόβους, τις ανησυχίες και την αγωνία μιας εποχής που άλλοτε ξαφνιάζει ευχάριστα και άλλοτε τρομάζει.
Έτσι, το αρχικό σχέδιο μεταμορφώθηκε σε ένα βιβλίο εσωτερικής αναζήτησης. Ένα βιβλίο που δεν επιχειρεί να δώσει έτοιμες απαντήσεις, αλλά να λειτουργήσει ως αφορμή σκέψης πάνω στις μικρές και μεγάλες αγωνίες του ανθρώπου.
Για τον ίδιο, τα «Άδεια βλέμματα» δεν είναι απλώς ένα ακόμη βιβλίο. Είναι «οι νύχτες που δεν κοιμήθηκα, οι μέρες που έψαχνα να βρω απαντήσεις, οι στιγμές που αμφέβαλλα αν άξιζε τον κόπο και όμως συνέχισα». Μέσα στις σελίδες του, όπως λέει, υπάρχουν «πολλές μικρές αλήθειες μέσα στην ατέλειά» του.
Η γραφή, άλλωστε, αντιμετωπίζεται από τον Χρήστο Μπουσιούτα όχι ως φιλοδοξία αλλά ως ανάγκη και λύτρωση μαζί. Ως ένας τρόπος να βάλει σε τάξη τις σκέψεις που τον απασχολούν, να δώσει μορφή σε όσα μένουν ανέκφραστα και βαραίνουν μέσα του. «Όταν οι σκέψεις μένουν χωρίς διέξοδο, γίνονται βουητό που σε μπερδεύει», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος αποφεύγει τον χαρακτηρισμό «συγγραφέας». Προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται ως ένας άνθρωπος με πολλά ερωτήματα, που συνεχίζει να αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Δεν γράφει επειδή κατέχει κάποια αλήθεια ούτε επειδή θεωρεί ότι έχει καταλήξει κάπου. Αντίθετα, γράφει επειδή ακόμη ψάχνει.
Τα «Άδεια βλέμματα» δεν φιλοδοξούν να λειτουργήσουν ως «λυσάρι» ζωής ούτε να υποδείξουν το σωστό και το λάθος. Στόχος τους είναι να κάνουν τον αναγνώστη να ακούσει όσα ήδη υπάρχουν μέσα του αλλά δεν βρήκαν ποτέ τον τρόπο να εκφραστούν. Και ίσως, μέσα σε αυτές τις σελίδες, κάποιος να αναγνωρίσει τις δικές του σκέψεις, τα δικά του ανείπωτα ερωτήματα και να νιώσει, έστω για λίγο, πως δεν είναι μόνος.
Η σχέση του με τη γραφή είναι καθημερινή και βιωματική. Γράφει συνεχώς, εμπνεόμενος από εικόνες, γεγονότα, ανθρώπους, μουσικές, σκέψεις και ανησυχίες του νου, χωρίς να σκέφτεται εξαρχής την έκδοση. Η απόφαση να δημοσιεύσει τα κείμενά του ήρθε αργότερα, όταν αισθάνθηκε πως θα ήταν κρίμα να μείνουν κλεισμένα σε ένα συρτάρι.
Σημαντική θέση στη σκέψη και τη γραφή του κατέχουν και οι άλλες μορφές τέχνης. Ο κινηματογράφος τον έμαθε να ψάχνει πίσω από το προφανές, η μουσική να αφουγκράζεται τα συναισθήματα των ανθρώπων, ενώ η ζωγραφική και τα κόμικς διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την εικόνα, το συναίσθημα και τη σιωπή. Για τον ίδιο, η γραφή μοιάζει τελικά να είναι το σημείο συνάντησης όλων αυτών των επιρροών.
Μιλώντας για τη δύσκολη διαδρομή ενός νέου δημιουργού προς την έκδοση, δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα. Περιγράφει έναν δρόμο «στρωμένο με αγκάθια», σε μια απαιτητική και ανταγωνιστική αγορά βιβλίου, όπου οι εκδοτικοί οίκοι αντιμετωπίζουν συχνά το έργο με επιχειρηματικά κριτήρια. Παρ’ όλα αυτά, επιμένει πως όταν ένας δημιουργός πιστεύει αληθινά σε όσα έχει να πει, θα βρεθούν και οι άνθρωποι που θα ανταποκριθούν.
Στη δική του περίπτωση, αυτός ο άνθρωπος ήταν οι Εκδόσεις Γραφή, που ενέταξαν τα «Άδεια βλέμματα» στο εκδοτικό τους πρόγραμμα. Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το βαθύτερο νόημα του βιβλίου του Χρήστου Μπουσιούτα: όχι να δώσει απαντήσεις, αλλά να δημιουργήσει εκείνη τη μικρή, αθόρυβη στιγμή όπου ο αναγνώστης θα τολμήσει να ακούσει τη δική του φωνή.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















