Της Εύης Μπουτζέτη – Πανίδου
Η εκλογολογία στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μια πολιτική συζήτηση. Είναι σχεδόν εποχικό φαινόμενο σαν τις αλλεργίες της άνοιξης ή τα κουνούπια του καλοκαιριού. Εμφανίζεται ξαφνικά, ενοχλεί τους πάντες, και κανείς δεν ξέρει ακριβώς πότε θα τελειώσει. Το 2026, λοιπόν, μας βρίσκει ξανά στο ίδιο γνώριμο έργο. Σενάρια εκλογών, διαρροές, «φρένα» από την κυβέρνηση και μια αντιπολίτευση που ζητά κάλπες πριν καν προλάβουν να κρυώσουν οι εξαγγελίες.
Η επίσημη γραμμή λέει «εκλογές το 2027». Η ανεπίσημη, όμως, ψιθυρίζει «φθινόπωρο κατά προτίμηση μετά τη ΔΕΘ, όταν τα μέτρα θα είναι ακόμη ζεστά και οι μνήμες των ψηφοφόρων… επιλεκτικές». Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε, στην Ελλάδα δεν ψηφίζουμε πάντα με βάση το τι έγινε, συχνά ψηφίζουμε με βάση το τι μας υποσχέθηκαν χθες. Και υποσχέσεις, δόξα τω Θεώ, έχουμε άφθονες. Φοροελαφρύνσεις χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Αυξήσεις μισθών χωρίς πληθωρισμό. Συντάξεις που ανεβαίνουν πιο γρήγορα από τις τιμές, τουλάχιστον στα δελτία Τύπου. Ένα οικονομικό θαύμα που επαναλαμβάνεται κάθε τέσσερα χρόνια, λίγο πριν από τις κάλπες. Αν η οικονομία λειτουργούσε όπως τα προεκλογικά προγράμματα, η Ελλάδα θα είχε ήδη ξεπεράσει, όχι μόνο τη Δανία, αλλά και… τη Σουηδία, τη Νορβηγία και, γιατί όχι, και την Ελβετία μαζί. Αντί γι’ αυτό, έχουμε υψηλούς τόνους, ρητορικές υπερβολές και μια πολιτική αντιπαράθεση που συχνά αγγίζει τα όρια της τοξικότητας. Σαν να πρόκειται για θεατρική παράσταση, όπου όλοι παίζουν τον ρόλο τους με πάθος. Αλλά το σενάριο παραμένει το ίδιο εδώ και δεκαετίες.
Κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, πιάνω τον εαυτό μου να ανατρέχει στο παρελθόν. Όχι από νοσταλγία αλλά από μια σχεδόν επιστημονική περιέργεια. Πόσα από αυτά που ειπώθηκαν τελικά έγιναν; Η «ισχυρή Ελλάδα» του Κώστα Σημίτη. Η «θωρακισμένη οικονομία» του Γιώργου Αλογοσκούφη. Το «λεφτά υπάρχουν» και η «Δανία του Νότου» του Γιώργου Παπανδρέου. Φράσεις που γράφτηκαν στην ιστορία, όχι απαραίτητα για τους λόγους που θα ήθελαν οι δημιουργοί τους. Και μέσα σε όλα αυτά, έρχεται και η περίφημη ρήση του Κώστα Σημίτη ότι, «η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ Ιρλανδία του Νότου». Μια φράση που, αν τη δει κανείς σήμερα, μοιάζει λιγότερο με διαπίστωση και περισσότερο με προφητεία. Όχι γιατί δεν μπορούσαμε, αλλά γιατί δεν θέλαμε. Και ίσως γιατί ποτέ δεν αποφασίσαμε πραγματικά να προσπαθήσουμε.
Αντίθετα, για ένα διάστημα θελήσαμε να γίνουμε Δανία. Η Δανία, αυτό το βόρειο πρότυπο ευημερίας, κοινωνικής συνοχής και ευτυχισμένων εργαζομένων, μια χώρα που λειτουργεί με κανόνες, εμπιστοσύνη και θεσμούς. Μια χώρα όπου οι πολίτες πληρώνουν υψηλούς φόρους και, τολμώ να πω, δεν αισθάνονται εξαπατημένοι όταν το κάνουν. Στην Ελλάδα, πάλι, έχουμε μια πιο δημιουργική προσέγγιση. Θέλουμε χαμηλούς φόρους, υψηλές παροχές, και αν γίνεται, καμία υποχρέωση. Ένα είδος οικονομικού «all inclusive», χωρίς τον λογαριασμό στο τέλος.
Και επειδή κάθε προεκλογική περίοδος χρειάζεται και μια «φρέσκια» ιδέα για να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο, ήρθε και η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη, για τετραήμερη εργασία χωρίς μείωση μισθού. Μια πρόταση που, αν την ακούσει κανείς επιφανειακά, μοιάζει σχεδόν ιδανική. Λιγότερη δουλειά, ίδιος μισθός, περισσότερος ελεύθερος χρόνος. Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει;
Κι όμως, αν αφήσουμε για λίγο τον ενθουσιασμό και περάσουμε στην πραγματικότητα, η εικόνα αλλάζει. Γιατί τέτοιου είδους εξαγγελίες, χωρίς σαφή τεκμηρίωση, χωρίς συγκεκριμένο παραγωγικό υπόβαθρο και χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη δομή της ελληνικής οικονομίας, δεν είναι απλώς αισιόδοξες, είναι επικίνδυνα αφελείς. Σε μια χώρα, όπου η παραγωγικότητα παραμένει ζητούμενο και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παλεύουν καθημερινά με το κόστος, η υπόσχεση «λιγότερη εργασία με ίδιο εισόδημα» ακούγεται περισσότερο σαν προεκλογικό σύνθημα παρά ως εφαρμόσιμη πολιτική.
Αλλά ίσως είμαι υπερβολική. Ίσως αυτό είναι απλώς το πρώτο βήμα. Γιατί, αν συνεχιστεί αυτή η δημιουργική πλειοδοσία, δεν αποκλείεται στην επόμενη προεκλογική περίοδο να ακούσουμε και πρόταση, για τριήμερη εργασία και φυσικά με πλήρεις αποδοχές, ίσως και με ένα bonus ευτυχίας, για να πλησιάσουμε επιτέλους τη Δανία, όχι μόνο στους δείκτες, αλλά και στη φαντασία.
Κάποτε, η Δανία ήταν το μεγάλο μας όνειρο. Σήμερα, κατέληξε να είναι απλώς μια λέξη της στιγμής. Ακούγεται σαν μακρινή ανάμνηση στις ειδήσεις, όχι πια για το σύστημά της, αλλά για παράξενα παιχνίδια της πολιτικής. Κι όμως, πίσω από τη φασαρία, παραμένει αυτό που ήταν πάντα, μια χώρα που δεν υποσχέθηκε ποτέ να γίνει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Και ίσως εκεί βρίσκεται η βασική διαφορά μας.

Γιατί στην Ελλάδα, η πολιτική δεν είναι μόνο διαχείριση. Είναι και αφήγηση. Και η αφήγηση αυτή συχνά αγγίζει τα όρια της φαντασίας. Υποσχόμαστε πράγματα που ξέρουμε ότι δύσκολα θα υλοποιηθούν. Δημιουργούμε προσδοκίες που δεν μπορούν να στηριχθούν. Και όταν έρχεται η πραγματικότητα, φταίει πάντα κάποιος άλλος, οι αγορές, οι εταίροι, οι κρίσεις, οι πόλεμοι.
Και πράγματι, οι κρίσεις είναι υπαρκτές. Οι πόλεμοι στην ευρύτερη γειτονιά μας, η ακρίβεια, η ενεργειακή αστάθεια όλα αυτά επιβαρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών. Όμως δεν εξηγούν τα πάντα. Δεν εξηγούν γιατί κάθε εκλογική περίοδος μοιάζει με πλειοδοτικό διαγωνισμό υποσχέσεων. Δεν εξηγούν γιατί η παροχολογία επιστρέφει, πιο δυνατή κάθε φορά, σαν να μην μάθαμε τίποτα από το παρελθόν.
Η αντιπολίτευση μιλά για «αόρατους μικρομεσαίους». Η κυβέρνηση απαντά με νέα μέτρα. Και κάπου στη μέση, ο πολίτης προσπαθεί να καταλάβει τι από όλα αυτά είναι πραγματικό και τι απλώς προεκλογικό. Ίσως γι’ αυτό αξίζει να στρέψουμε το βλέμμα, όχι στη Δανία, αλλά στην Ιρλανδία. Μια χώρα που, όπως κι εμείς, ξεκίνησε από δύσκολη αφετηρία. Που πέρασε κρίσεις. Που χρειάστηκε να πάρει δύσκολες αποφάσεις. Αλλά που, σε αντίθεση με εμάς, φαίνεται να επέμεινε σε μια στρατηγική: επενδύσεις, τεχνολογία, εξωστρέφεια.
Η Ιρλανδία δεν έγινε παράδεισος από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν υποσχέθηκε θαύματα κάθε τέσσερα χρόνια. Δεν επένδυσε στην παροχολογία, αλλά στην παραγωγή. Και κάπως έτσι, κατάφερε να μετατραπεί από «ασχημόπαπο» σε έναν από τους πιο δυναμικούς παίκτες της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αντίθετα, εμείς παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε έναν κύκλο προσδοκιών και διαψεύσεων. Σε μια πολιτική κουλτούρα όπου το ζητούμενο δεν είναι πάντα η εφαρμογή, αλλά η εξαγγελία.
Και κάπου εδώ, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε: τελικά, τι θέλουμε να γίνουμε; Δανία; Ιρλανδία; Ή απλώς μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας;

Γιατί η αλήθεια είναι πιο απλή και λιγότερο εντυπωσιακή. Δεν θα γίνουμε ποτέ Δανία, αν δεν λειτουργήσουμε σαν Δανοί. Δεν θα γίνουμε Ιρλανδία, αν δεν επενδύσουμε όπως οι Ιρλανδοί. Και σίγουρα δεν θα αλλάξουμε, αν συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι μια ευκαιρία να ακούσουμε κάτι που θέλουμε αντί για κάτι που είναι αλήθεια. Μέχρι τότε, η εκλογολογία θα συνεχίζεται. Οι υποσχέσεις θα πολλαπλασιάζονται. Και εμείς θα ακούμε, θα θυμόμαστε και ίσως, θα χαμογελάμε ειρωνικά. Γιατί στην Ελλάδα, τελικά, δεν μας λείπει το χιούμορ. Μας λείπει η μνήμη.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















