Της Εύης Μπουτζέτη – Πανίδου
Στις 20 Απριλίου 2026, στο Ηράκλειο της Κρήτης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «Ελλάδα του 2030» και για όσους, δήθεν, θέλουν να μας επιστρέψουν στο 1980. Μόνο που, για να επικαλείσαι το μέλλον, οφείλεις πρώτα να λογοδοτήσεις για το παρελθόν, και το παρελθόν της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αφήγημα, αλλά αδιάψευστο καμπανάκι.
Η Ελλάδα υπήρξε χώρα παραγωγής, με ρυθμούς ανάπτυξης που τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 άγγιζαν το 8%, με συγκρότηση βιομηχανίας, εξαγωγική δραστηριότητα και ουσιαστική δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ, όπως επισημαίνει και ο Γιώργος Σταθάκης στο έργο του για το Σχέδιο Μάρσαλ, ακόμη και οι ξένοι δεν ανέμεναν την ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας στη χώρα. Την περίοδο εκείνη, ο πρωτογενής τομέας ξεπερνούσε το 20% του ΑΕΠ και η μεταποίηση ιδίως τροφίμων, υφαντουργίας και ελαφράς βιομηχανίας συγκροτούσε μια συνεκτική αλυσίδα αξίας που συνέδεε την παραγωγή με την αγορά και τις εξαγωγές.
Σήμερα, αντιθέτως, η αγροτική παραγωγή περιορίζεται περίπου στο 3,4% του ΑΕΠ και η μεταποίηση αγροτικών προϊόντων στο 8%, γεγονός που αποτυπώνει μια συνολική συρρίκνωση στο 11-12%, μια εξέλιξη που δεν συνιστά πρόοδο, αλλά σαφή και μετρήσιμη υποχώρηση για μια χώρα με συγκριτικά πλεονεκτήματα που παραμένουν αναξιοποίητα.
Η μετάβαση αυτή δεν υπήρξε τυχαία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, υπό την πίεση της πετρελαϊκής κρίσης και πληθωρισμού που προσέγγισε το 20%, το πολιτικό σύστημα επέλεξε τον εύκολο δρόμο του δανεισμού και της διόγκωσης του κράτους αντί της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ τα επιτόκια εκτινάχθηκαν έως και 25%, συνθήκη απολύτως ασύμβατη με τη βιωσιμότητα μιας οικονομίας που λειτουργούσε με δανειακή εξάρτηση, οδηγώντας σε μαζική αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.
Ακολούθησε η κατάρρευση εμβληματικών επιχειρήσεων όπως, Πειραϊκή-Πατραϊκή, ΙΖΟΛΑ, ΕΣΚΙΜΟ, ΧΡΩΠΕΙ, Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και στη συνέχεια ένα ευρύ κύμα αποβιομηχάνισης που περιέλαβε, μεταξύ άλλων, τις Hellenic Steel, Shelman, «Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία», «Πετζετάκις», Pirelli, Goodyear Hellas, τη χαρτοβιομηχανία «Λαδόπουλου» και την «Μάντισον», με τη λίστα να παραμένει ενδεικτική και όχι εξαντλητική.
Η πολιτική διαχείριση της επόμενης περιόδου δεν ανέκοψε την πορεία, αλλά την εδραίωσε. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, μέσω του σχήματος των «προβληματικών» επιχειρήσεων, διοχέτευσε σημαντικούς δημόσιους πόρους σε δομές που τελικώς οδηγήθηκαν σε κλείσιμο, μετατρέποντας παράλληλα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού σε εξαρτώμενο από το Δημόσιο, εγκαθιδρύοντας ένα μοντέλο όπου η παραγωγή υποχωρεί και η κρατική εξάρτηση ενισχύεται. Η περίπτωση της Στάγιερ Hellas αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χαμένης βιομηχανικής ευκαιρίας.
Η ένταξη στο ευρώ, αντί να λειτουργήσει ως καταλύτης εξυγίανσης, επιδείνωσε τις ανισορροπίες, καθώς ένα ισχυρό νόμισμα σε μια δομικά αδύναμη οικονομία περιόρισε δραστικά την ανταγωνιστικότητα, οδηγώντας σε μετεγκατάσταση επιχειρήσεων προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη και μετατρέποντας τη χώρα από παραγωγό σε καθαρό εισαγωγέα.
Το κράτος, αντί να ανακόψει την πορεία αυτή, λειτούργησε ως μηχανισμός απορρόφησης της ανεργίας μέσω διορισμών, διευρύνοντας έναν δημόσιο τομέα χαμηλής παραγωγικότητας και αναπαράγοντας το ίδιο στρεβλό μοντέλο.
Στο σημερινό περιβάλλον, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί πειστικά να επικαλείται «νέα εποχή», καθώς αναπαράγει βασικά χαρακτηριστικά του ίδιου υποδείγματος: υψηλό κόστος διαβίωσης, περιορισμένη αγοραστική δύναμη, τραπεζικό σύστημα που λειτουργεί με όρους ολιγοπωλίου και μισθούς που εξαντλούνται πριν ολοκληρωθεί ο μήνας. Παράλληλα, υποθέσεις όπως, οι υποκλοπές, η τραγωδία των Τεμπών και ζητήματα που αφορούν τον ΟΠΕΚΕΠΕ επιβαρύνουν το ήδη εύθραυστο κλίμα εμπιστοσύνης.

Το κεντρικό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά βαθύτατα θεσμικό, όταν η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη υποχωρεί και οι πολίτες θεωρούν ότι οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά, η κρίση μετατρέπεται σε κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης. Το γεγονός ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εμφανίζεται να εμπιστεύεται περισσότερο ευρωπαϊκούς θεσμούς από την εγχώρια Δικαιοσύνη συνιστά σοβαρή ένδειξη αποσταθεροποίησης του θεσμικού ισοζυγίου.
Κύριε Μητσοτάκη, το πρόβλημα δεν είναι το 1980, αλλά η αδυναμία της κυβέρνησης σας να παράγει, να εμπνέει και να εγγυάται θεσμική αξιοπιστία. Η Ελλάδα σήμερα παράγει λιγότερο από όσο μπορεί, μεταποιεί λιγότερο από όσο χρειάζεται και εξαρτάται περισσότερο από όσο αντέχει.
Εάν πράγματι επιδιώκουμε ένα βιώσιμο μέλλον, η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης με ενίσχυση της αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας, της μεταποίησης και της βιομηχανίας δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Διαφορετικά, το 2030 κινδυνεύει να καταγραφεί όχι ως ορόσημο προόδου, αλλά ως ακόμη μία επανάληψη υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα.
Η πορεία της χώρας δεν υπήρξε μόνο αρνητική. Υπήρξαν βήματα προόδου, όπως η ευρωπαϊκή της σταθερότητα, η βελτίωση βασικών υποδομών και η ψηφιακή αναβάθμιση του κράτους που διευκόλυνε τον πολίτη. Ωστόσο, οι βαθύτερες παθογένειες παραμένουν.

Κύριε Κυριάκο Μητσοτάκη, καμία ψηφιακή πρόοδος και καμία θεσμική βελτίωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απώλεια της παραγωγικής βάσης, την αποβιομηχάνιση της χώρας και τον καταποντισμό της πρωτογενούς παραγωγής. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα που καλείστε να αντιμετωπίσετε.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















