«Μετά το ιστορικό υψηλό του 2019, όπου σημειώθηκαν 806 χιλιάδες επισκέψεις και εισπράξεις ύψους 355 εκατομμυρίων ευρώ, η περιοχή υπέστη μια δραματική μείωση της τουριστικής δραστηριότητας λόγω της πανδημίας το 2020 (Covid). Παρόλο που η περιοχή επέδειξε ανάκαμψη, οι καταστροφικές πλημμύρες του 2023 (Daniel) αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής. Για το 2024, η Θεσσαλία κατέγραψε 1,41 εκατομμύρια αφίξεις, με τον εγχώριο τουρισμό να αποτελεί το 51% και τον διεθνή το 49%».
Πρόκειται για στοιχεία έρευνας που συντάχθηκαν από τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Σεραφείμ Πολύζο και τον Δρ Θωμά Κραμποκούκη με δεδομένα του ΙΝΣΕΤΕ.
Ωστόσο, οι συνολικές εισπράξεις υποχώρησαν στα 239,7 εκατομμύρια ευρώ, μια εξέλιξη που αποδίδεται στη μείωση της μέσης δαπάνης ανά επίσκεψη στα 343,5 ευρώ και στη συρρίκνωση της μέσης διάρκειας παραμονής στις 5,8 ημέρες.
Πιο αναλυτικά για το 2024 ενώ οι επισκέψεις καταγράφουν αύξηση φτάνοντας τις 698 χιλιάδες, οι εισπράξεις δεν ακολουθούν αντίστοιχη πορεία, υποχωρώντας σε σχέση με το 2022 και 2023. Η διαφορά αυτή μεταξύ επισκέψεων και

εσόδων συνδέεται με την πτώση της μέσης δαπάνης και την έλλειψης προστιθέμενης αξίας.
Στην Π.Ε. Σποράδων, σύμφωνα με τους ερευνητές, η δραστηριότητα επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο μοντέλο «ήλιος και θάλασσα», καταγράφοντας τις υψηλότερες πληρότητες ξενοδοχείων στην περιφέρεια, οι οποίες άγγιξαν το 44,6% το 2024. Η περιοχή στηρίζεται στην ισχυρή αεροπορική σύνδεση της Σκιάθου, η οποία το 2024 κατέγραψε 268.833 διεθνείς αφίξεις, αποτελώντας την κύρια πύλη εισόδου για επισκέπτες υψηλής δαπάνης από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σκανδιναβία. Παράλληλα, η αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης στις Σποράδες εμφανίζει την πιο έντονη εποχικότητα σε όλη τη Θεσσαλία, με τις διαθέσιμες μονάδες να εκτοξεύονται τον Αύγουστο στις 4.030, γεγονός που δημιουργεί πιέσεις στις τοπικές υποδομές και την ποιότητα ζωής των κατοίκων κατά τους μήνες αιχμής.
Στην Π.Ε. Μαγνησίας, το τουριστικό προϊόν είναι εξαιρετικά σύνθετο, καθώς επιτυγχάνει μια μοναδική σύζευξη του ορεινού όγκου του Πηλίου με τις ακτές του Παγασητικού και του Αιγαίου. Η περιοχή παρουσιάζει μέτρια προς υψηλή ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες Π.Ε. της χώρας, η οποία ενισχύεται από την ποιότητα των ακτών (Γαλάζιες Σημαίες) και τη σημαντική αύξηση της επισκεψιμότητας στους αρχαιολογικούς χώρους κατά 127% την τελευταία δεκαετία (2015-2024). Οι αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας κυριαρχούν, ενώ η ιταλική αγορά παρουσιάζει μια ακραία συγκέντρωση τον Αύγουστο. Παρά τη στρατηγική θέση του αεροδρομίου της Νέας Αγχιάλου, αυτό παραμένει υποχρησιμοποιούμενο, εξυπηρετώντας μόλις το 1,2% των συνολικών επισκεπτών της Θεσσαλίας, γεγονός που αποτελεί τροχοπέδη για την περαιτέρω διεθνοποίηση της Μαγνησίας.
Η Π.Ε. Λάρισας διαφοροποιείται συνδυάζοντας τον παράκτιο τουρισμό της Αγιάς και των Τεμπών με τον αστικό και επαγγελματικό τουρισμό της πόλης. Οι Γερμανοί επισκέπτες αποτελούν την κύρια διεθνή αγορά για τις ακτές, ενώ η πόλη της Λάρισας προσφέρει σταθερή πληρότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, υποστηριζόμενη από ισχυρές υποδομές υγείας, εκπαίδευσης και υπηρεσιών που ενισχύουν τον δείκτη ευημερίας και την ανθεκτικότητα της περιοχής. Η πόλη της Λάρισας λειτουργεί ως κέντρο διοικητικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, προσελκύοντας έναν τύπο επισκέπτη που δεν εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες.
Στη δυτική Θεσσαλία, οι Π.Ε. Τρικάλων και Καρδίτσας συνδέονται με τον ορεινό και εναλλακτικό τουρισμό. Τα Τρίκαλα, με επίκεντρο πρωτίστως τα Μετέωρα και δευτερευόντως τον ορεινό όγκο του Περτουλίου, επιτυγχάνουν μια καλύτερη χρονική διασπορά της ζήτησης, και έχουν ως κυρίαρχη αγορά τη γερμανική και ιδίως τα άτομα που δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τη θρησκευτική κληρονομιά. Η Καρδίτσα, με τη Λίμνη Πλαστήρα, αποτελεί έναν εναλλακτικό προορισμό, επιτυγχάνοντας ιστορικό υψηλό πληρότητας το 2023 (37,4%). Ωστόσο, σημαντικοί πόροι όπως οι λίμνες Σμοκόβου και Στεφανιάδας παραμένουν ανεκμετάλλευτοι, καθώς η συμβολή τους στη συνολική τουριστική κίνηση δεν αποτυπώνεται ακόμη ουσιαστικά, υποδεικνύοντας περιθώρια για ανάπτυξη.
Από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτει ότι η Θεσσαλία, παρά το γεγονός ότι διαθέτει ένα από τα πιο πλούσια φυσικά και πολιτιστικά αποθέματα της χώρας, παραμένει ένας προορισμός που δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει πλήρως τη δυναμική του. Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Περιφέρεια έχει διαφορετικά μοτίβα εποχικότητας. Σύμφωνα με όσα τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ομότιμος καθηγητής κ. Σεραφείμ Πολύζος, το πρόβλημα της Θεσσαλίας δεν μπορεί να λυθεί με οριζόντιες πολιτικές, αλλά με μια στρατηγική που θα στοχεύει στην άμβλυνση των ανισοτήτων μέσω της ανάδειξης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της κάθε περιοχής.
Προς την κατεύθυνση αυτή, προτείνεται η άμεση θεσμική συνεργασία της Περιφέρειας Θεσσαλίας, των Δήμων, των Επιμελητηρίων, με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας για την παροχή εξειδικευμένης τεχνογνωσίας. Η δημιουργία ενός «Παρατηρητηρίου Τουριστικής Ανάπτυξης» μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση της ζήτησης μέσω της χρήσης σύγχρονων τεχνολογιών και έξυπνων συστημάτων, τα οποία θα επιτρέπουν την πρόβλεψη των ροών και τη βέλτιστη κατανομή των πόρων, σύμφωνα με τον κ. Πολύζο.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























