Η ελληνική αγορά ακινήτων έχει περάσει πλέον σε μια φάση ωρίμανσης – αυτό υποστηρίζουν τουλάχιστον οι αναλύσεις των Financial Times και Bloomberg, με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και τη δημοσιονομική πορεία της χώρας να έχουν κατατάξει την Ελλάδα στους βασικούς προορισμούς για Ultra-High-Net-Worth Individuals (UHNWI) και θεσμικά χαρτοφυλάκια.
Τι αναζητούν όμως οι επενδυτές αυτού του επιπέδου;
Το προφίλ των ξένων επενδυτών
Ο σύγχρονος αγοραστής πολυτελών κατοικιών στην Ελλάδα είναι ώριμος, καλά ενημερωμένος και ιδιαίτερα επιλεκτικός, ενώ η ασφάλεια του κεφαλαίου (capital preservation) σε ένα δυτικοευρωπαϊκό περιβάλλον με σαφή περιθώρια υπεραξίας φαίνεται να είναι το βασικό του ζητούμενο.
Παράλληλα, η πολυπλοκότητα αυτών των συναλλαγών αναβάθμισε τις εγχώριες υπηρεσίες: η στροφή της αγοράς προς την εξωστρέφεια οδήγησε σε συνεργασίες με κορυφαία διεθνή μεσιτικά γραφεία στην Ελλάδα, προσφέροντας πρόσβαση σε ένα exclusive παγκόσμιο πελατολόγιο που απαιτεί νομική ασφάλεια, ταχύτητα και διαφάνεια.
Την ίδια στιγμή, η πλειοψηφία των elite ξένων επενδυτών αποφεύγει το κατασκευαστικό ρίσκο και τις χρονοβόρες διαδικασίες και επικεντρώνεται κυρίως σε έτοιμες, turn-key λύσεις ή σε κατοικίες που λειτουργούν υπό την ομπρέλα μεγάλων ξενοδοχειακών σημάτων (branded residences), τα οποία διασφαλίζουν τη συντήρηση του asset.
Τέλος, βλέπουμε να αναδύεται και μία νέα ομάδα που αναζητά όχι μόνο πολυτέλεια, αλλά και αυθεντικότητα, αρμονία, σύνδεση. Αυτοί οι “romantic affluents” φαίνεται να βρίσκουν στην Ελλάδα αυτό που ψάχνουν.
Η προέλευση των κεφαλαίων
Τα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα το μέγεθος της συγκεκριμένης αγοράς. Σύμφωνα με την έκθεση «Voices of Affluence 2025», το median budget ανά αγοραστή διαμορφώνεται πλέον στα 2,5 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος κάνουν λόγο για επενδύσεις που κατέγραψαν σχεδόν δεκαπλάσια αύξηση, καθώς από τα 222,4 εκατ. ευρώ το 2016 άγγιξαν τα 2,75 δισ. ευρώ το 2024, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 40% του συνολικού FDI της χώρας.
Όσον αφορά την προέλευση των αγοραστών στην premium κατηγορία, το μεγαλύτερο μερίδιο προέρχεται από τις ΗΠΑ (12%). Ακολουθούν με μικρή διαφορά οι Βρετανοί (10%), οι Γάλλοι (8%), οι Γερμανοί (7%) και οι Ελβετοί (6%).
Θεσμικά κίνητρα όπως το καθεστώς Non-Dom (φορολογικός κάτοικος εξωτερικού) παίζουν ρυθμιστικό ρόλο ενώ, ακόμη και με την αύξηση του ορίου της Golden Visa στα 800.000 ευρώ για τις περιοχές υψηλής ζήτησης, η ρύθμιση λειτούργησε ως φίλτρο, εξυγιαίνοντας την αγορά και προσελκύοντας αγοραστές υψηλότερης θέσης.
Συγκριτικό πλεονέκτημα και αποδόσεις
Παρά τη ραγδαία άνοδο των αξιών, η Ελλάδα διατηρεί ισχυρό πλεονέκτημα έναντι των μεσογειακών ανταγωνιστών της: τα πολυτελή ακίνητα στις πιο ακριβές περιοχές της χώρας, όπως τις Κυκλάδες και την Αθηναϊκή Ριβιέρα, πωλούνται μεταξύ 7.000 και 12.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικά χαμηλότερα από τις αντίστοιχες τιμές εισόδου στην Ισπανία, την Ιταλία ή τη Νότια Γαλλία, ενώ ταυτόχρονα, τα συγκεκριμένα ακίνητα προσφέρουν ικανοποιητικές και σταθερές μεικτές αποδόσεις ενοικίασης (gross yields), οι οποίες κυμαίνονται από 3,8% έως 5%.
Η γεωγραφική κατανομή της ζήτησης
Με τις Κυκλάδες να προσελκύουν το 40% της διεθνούς ζήτησης, δεν είναι τυχαίο ότι η Μύκονος και τη Σαντορίνη συνεχίζουν να διατηρούν το προβάδισμα τους, ενώ η Νάξος και η Πάρος απορροφούν ολοένα και περισσότερα νέα project
Στην Αθηναϊκή Ριβιέρα καταγράφεται επίσης υψηλή ρευστότητα: τα premium ακίνητα πωλούνται σε τιμές άνω των 7.300 ευρώ/τ.μ. και ο μέσος χρόνος παραμονής τους στην αγορά (days on market) περιορίζεται μόλις στις 58 ημέρες. Τα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα, Ζάκυνθος, Λευκάδα) απορροφούν το 20% της ζήτησης, ενώ η Πελοπόννησος καταγράφει αυξανόμενο όγκο συναλλαγών λόγω της διαθεσιμότητας μεγάλων εκτάσεων για ιδιωτικές αναπτύξεις.
Προβλέψεις και θεσμική εμπιστοσύνη
Οι μετρήσεις της αγοράς καταδεικνύουν θετικές προοπτικές για την επόμενη διετία. Έρευνες δείχνουν ότι το 83% των ξένων επενδυτών πολυτελείας προβλέπει πώς η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει την ανθεκτικότητά της, ενώ το 73% εκτιμά ότι οι αξίες των ακινήτων θα παραμείνουν σταθερές ή θα καταγράψουν περαιτέρω αύξηση.
Χαρακτηριστική είναι και η πρόσφατη δήλωση του Prem Watsa της Fairfax Financial, ο οποίος σημείωσε κέρδη άνω των 4,6 δισ. δολαρίων από τις τοποθετήσεις του στη χώρα, χαρακτηρίζοντας τις πρόσφατες επενδύσεις στη Eurobank και τη Metlen ως «την καλύτερη επένδυση στην ιστορία της εταιρείας εδώ και 40 χρόνια».
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























