Συνέντευξη στον Λάμπρο Αναγνωστόπουλο
Σε μια εποχή όπου η έννοια της συμπερίληψης συχνά περιορίζεται σε θεωρητικές αναφορές, η συζήτηση γύρω από τις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πέρα από διαγνώσεις και ορισμούς, ανοίγει ένα ουσιαστικό πεδίο προβληματισμού για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη διαφορετικότητα, την επικοινωνία και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο.
Με αφορμή την παράσταση «Μα», που παρουσιάζεται στη σκηνή του Θεσσαλικού Θεάτρου, η Ειδική Παιδαγωγός και Αναλύτρια Συμπεριφοράς, κα Ελένη Καπλάνη, καταθέτει, μιλώντας στο larissanet.gr, την ανθρώπινη και επιστημονικά τεκμηριωμένη οπτική της για τον αυτισμό. Μέσα από τα λόγια της, αναδεικνύεται η ανάγκη να μετακινηθούμε από τα στερεότυπα προς την κατανόηση, από την τυπική αποδοχή προς την ουσιαστική συμπερίληψη.
Άλλωστε, σήμερα, Τρίτη, στις 19:15, θα πραγματοποιηθεί παρουσίαση των Διαταραχών Αυτιστικού Φάσματος – από το Ιατρικό στο Κοινωνικό Μοντέλο Αναπηρίας, από την ίδια, καθώς είναι επιστημονικά υπεύθυνη του κέντρου Ειδικών Θεραπειών Χόριππος. Μετά το τέλος της παράστασης «Μα» θα ακολουθήσει συζήτηση με τους συντελεστές.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Τι εννοούμε σήμερα με τον όρο «Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος»;
Σήμερα, ο αυτισμός ορίζεται ως μια νευροαναπτυξιακή κατάσταση με τεράστια ετερογένεια. Δεν υπάρχει «ένας τύπος αυτισμού», αλλά ένα ευρύ φάσμα όπου κάθε άτομο διαθέτει το δικό του μοναδικό προφίλ δυνατοτήτων και προκλήσεων.
Ενώ οι κεντρικοί άξονες παραμένουν οι δυσκολίες στην κοινωνική επικοινωνία και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς, η ουσία βρίσκεται αλλού: στην εξατομίκευση. Οφείλουμε να εστιάζουμε στον ιδιαίτερο τρόπο που μαθαίνει κάθε παιδί, ώστε η εκπαίδευση να μην είναι μια άκαμπτη διαδικασία, αλλά μια γέφυρα που προσαρμόζεται στις ανάγκες του, εξασφαλίζοντας την ουσιαστική του συμμετοχή.
Ποιες είναι οι πιο συχνές παρανοήσεις που έχει η κοινωνία γύρω από τον αυτισμό;
Η αντίληψη της κοινωνίας για την αναπηρία παραμένει συχνά προσκολλημένη στην εικόνα της κινητικής αναπηρίας, γεγονός που καθιστά τον αυτισμό μια «αόρατη» αναπηρία, οι συμπεριφορές της οποίας συχνά παρερμηνεύονται. Αυτό το έλλειμμα κατανόησης τροφοδοτεί επικίνδυνους μύθους, όπως η πεποίθηση της ομοιογένειας, ότι δηλαδή όλα τα παιδιά στο φάσμα είναι ίδια, ή η λανθασμένη ιδέα ότι στερούνται συναισθημάτων και δεν επιθυμούν τη σύνδεση. Στην πραγματικότητα, τα άτομα αυτά συχνά λαχταρούν την ανθρώπινη επαφή, απλώς δυσκολεύονται να την επικοινωνήσουν με τους συμβατικούς τρόπους. Παράλληλα, η αντίληψη ότι ο αυτισμός είναι μια ασθένεια που επιδέχεται «θεραπείας» συντηρεί την προκατάληψη αντί να προωθεί την αποδοχή. Όλα αυτά τα στερεότυπα υψώνουν τείχη που εμποδίζουν την ουσιαστική συμπερίληψη, καθιστώντας αναγκαία την αναθεώρηση της στάσης μας απέναντι στη νευροδιαφορετικότητα.
Πόσο σημαντικό είναι το θέατρο ως μέσο ευαισθητοποίησης για τέτοια ζητήματα;
Το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά ως εργαλείο ευαισθητοποίησης, γιατί αγγίζει το συναίσθημα και όχι μόνο τη γνώση. Μέσα από βιωματικές εμπειρίες, βοηθά το κοινό να «δει» τον κόσμο μέσα από τη ματιά ενός ατόμου στο φάσμα. Αυτό μπορεί να αλλάξει στάσεις πολύ πιο ουσιαστικά από μια απλή ενημέρωση.
Για παράδειγμα, στον ΧΟΡΙΠΠΟ (Κέντρο Ειδικών Θεραπειών και Πρώιμης Παρέμβασης) «φέραμε» το θέατρο ως πεδίο ουσιαστικής συμπερίληψης, λειτουργώντας εδώ και τρία χρόνια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα με τη συμμετοχή νευροτυπικών και νευροδιαφορετικών παιδιών. Δεν κάνουμε θέατρο απλώς για να ανεβάσουμε μια παράσταση. Κάνουμε θέατρο για να αλλάξουμε τρόπο σκέψης. Για να δείξουμε στην πράξη ποια είναι η σωστή στάση ζωής απέναντι στα παιδιά: σεβασμός, αποδοχή, ισότιμη συμμετοχή. Και το πιο σημαντικό; Το κάνουμε μαζί με τα ίδια τα παιδιά. Εκεί δεν περισσεύει κανείς. Όλοι συνεργάζονται, όλοι συμμετέχουν, όλοι έχουν ρόλο.
Ποιο ρόλο παίζει η επικοινωνία μέσα στην οικογένεια; Πώς μπορεί το περιβάλλον να στηρίζει ουσιαστικά και όχι απλώς «τυπικά»;
Η επικοινωνία στην οικογένεια είναι καθοριστική. Πρέπει τα μέλη της οικογένειας να αλληλοϋποστηρίζονται ώστε να επέλθουν η κατανόηση, η αποδοχή και η προσαρμογή στον τρόπο που επικοινωνεί και μαθαίνει το παιδί. Οι γονείς χρειάζονται υποστήριξη και καθοδήγηση για να «καταλάβουν» τις ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού ώστε να ανταποκρίνονται σε αυτές με συνέπεια. Η ουσιαστική στήριξη σημαίνει εκπαίδευση όλου του οικογενειακού περιβάλλοντος, συνεργασία με τους θεραπευτές και καθημερινές πρακτικές που ενισχύουν την αυτονομία του παιδιού.
Ποιες αλλαγές θεωρείτε πιο επείγουσες (εκπαίδευση, εργασία, δημόσιος λόγος κ.λπ.); Τι σημαίνει στην πράξη «συμπερίληψη» και όχι απλώς «αποδοχή»;
Οι πιο επείγουσες αλλαγές αφορούν την εκπαίδευση και τον δημόσιο λόγο. Χρειαζόμαστε σχολεία που προσαρμόζονται στα παιδιά ,όχι το αντίθετο. Εκπαίδευση εκπαιδευτικών, μικρότερα τμήματα, εξατομικευμένες παρεμβάσεις. Στην εργασία, χρειάζεται δομημένη υποστήριξη των ατόμων με ΔΑΦ και πραγματικές ευκαιρίες ένταξης. Για μένα, «συμπερίληψη» σημαίνει ότι το παιδί δεν είναι απλώς παρόν στον χώρο, αλλά συμμετέχει ουσιαστικά. Έχει πρόσβαση, υποστήριξη και ρόλο. Η «αποδοχή» είναι ένα πρώτο βήμα· η συμπερίληψη είναι πράξη, προσαρμογή και ευθύνη της κοινωνίας.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























