Γράφουν οι Κώστας Γκούμας – Τάσος Μπαρμπούτης*
Πριν λίγους μήνες πρώτο θέμα της επικαιρότητας ήταν για μία ακόμη φορά οι αγροτικές κινητοποιήσεις και τα μπλόκα στους δρόμους. Έξω από τα στενά πλαίσια επιμέρους αγροτικών αιτημάτων που κυριαρχούσαν στον δημόσιο διάλογο, υπήρξαν και απόψεις που έθεταν το αγροτικό (αλλά και το υδατικό) ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις.
Ενδεικτικά, επιλέγουμε μία χαρακτηριστική τοποθέτηση ενός πρώην πρωθυπουργού που προέρχεται από τον κυβερνητικό χώρο. Σε εκδήλωση για το αγροτικό ο Κώστας Καραμανλής δήλωνε : «Ο πρωτογενής τομέας….αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα: Μειωμένες τιμές παραγωγού. Δυσανάλογα υψηλές τιμές για τον καταναλωτή….Λειψυδρία…Ανεπαρκής ανθεκτικότητα των υποδομών….». Επίσης έκανε αναφορά στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και στα «καίρια πλήγματα (που επέφερε) στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων…», ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει την «…επαπειλούμενη ερήμωση της υπαίθρου (που) συνιστά μείζονα εθνική απειλή» [1].
Παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν και από άλλους πολιτικούς, παρότι αρκετοί από αυτούς (φιλοκυβερνητικοί και αντιπολιτευόμενοι) επιχείρησαν να περιορίσουν τις συζητήσεις στην…..τιμή του αγροτικού πετρελαίου και τις ημερομηνίες καταβολής των καθυστερημένων οφειλών στους παραγωγούς.
Οι αναφορές αυτές στο αγροτικό ζήτημα, σε συνδυασμό τις μαζικές και ιδιαίτερα μαχητικές κινητοποιήσεις που εκδηλώθηκαν, θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσουν την απαρχή μίας νέας προσπάθειας υπέρβασης των προβλημάτων και τα οποία σε εκθετικό βαθμό αφορούν την Θεσσαλία.
Και όμως. Δεν χρειάστηκαν παρά μόνο μερικές εβδομάδες για να «ξεχαστούν» τα μείζονα και να περάσουμε πάλι στις συνήθεις αντιπαραθέσεις για τον….ΟΠΕΚΕΠΕ, τους υπόλογους υπουργούς και βουλευτές, το predator, τις δικαστικές παρεκτροπές των Τεμπών κοκ.

Παρόμοια υπήρξε και η τύχη των πρόσφατων δεσμεύσεων Μητσοτάκη στη Λάρισα όπου μετά από επτά χαμένα χρόνια ανακοίνωσε πως θα επανεκκινήσουν τα εγκαταλειμμένα έργα Αχελώου, εξουσιοδοτώντας μάλιστα τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κ. Χατζηδάκη για την προώθηση και συντονισμό του ζητήματος αυτού.
Η συνέχεια αναμενόμενη. Λίγο ο πόλεμος στο Ιράν, λίγο το υπό διαμόρφωση προεκλογικό κλίμα, κυρίως όμως η συνήθης τακτική του συγκεκριμένου πρωθυπουργού να σκορπά με ευκολία υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, έθεσαν για πολλοστή φορά τον Αχελώο και συνολικά τα οξυμένα προβλήματα της Θεσσαλίας στο περιθώριο.
Και οι εύστοχες επισημάνσεις του πρώην πρωθυπουργού που παραθέσαμε συνεχίζουν να παραμένουν έξω από το πεδίο ενδιαφέροντος της σημερινής κυβέρνησης, επιβεβαιώνοντας την αδιαφορία των διαχειριστών της κυβερνητικής εξουσίας για τα μεγάλα καυτά θέματα της περιοχής μας. Η δε επιλογή προσώπων στην ηγεσία του ΥΠΑΑΤ συμβαδίζει απόλυτα με την εκτίμηση αυτή.
Τίποτε από τα παραπάνω δεν προκαλεί πλέον απορία. Και δυστυχώς οι θεσσαλοί βουλευτές που στηρίζουν την κυβερνητική παράταξη δεν διαθέτουν στοιχειώδες πολιτικό θάρρος να ελέγξουν την κυβέρνηση για τις επιλογές της, για την απραξία της και να την πιέσουν για τις επιβεβλημένες πολιτικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Το μόνο «θάρρος» που βρίσκουν είναι ίσως να σηκώνουν το τηλέφωνο για κάποιο ρουσφέτι στον ΟΠΕΚΕΠΕ ή για το σβήσιμο κάποιας κλήσης σε τροχαίες παραβάσεις ψηφοφόρων τους. Στα μείζονα σταθερά απόντες !
Όσο για την αντιπολίτευση που στοχεύει στην κυβερνητική εξουσία, απλά πολιτεύονται με την ελπίδα να φύγει ο Μητσοτάκης υπό το βάρος της ακρίβειας, των «σκανδάλων», της απάτης με το…. πανεπιστημιακό δίπλωμα που (δεν) διαθέτει ο υφυπουργός Μακάριος Λαζαρίδης και με άλλα παρόμοια.
Για το μέλλον όμως της Θεσσαλίας, για την ενίσχυση των υδατικών της αποθεμάτων και την αποφυγή της κατάρρευσης των υδάτινων οικοσυστημάτων της, για τις προοπτικές του πρωτογενούς τομέα στις δύσκολες κλιματικές και γεωπολιτικές συνθήκες, για την συγκράτηση του πληθυσμού της υπαίθρου στον τόπο του, για την δημιουργία αναγκαίων υποδομών κλπ., οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί και τα στελέχη τους αποφεύγουν να μιλήσουν συγκεκριμένα, να αναφερθούν στην εφαρμογή των εγκεκριμένων Σχεδίων, να δεσμευτούν οι ίδιοι με χρονοδιαγράμματα κοκ.

Ας σημειωθεί επίσης πως στην κυβερνητική αυτή αδράνεια συνδράμουν (με οφέλη, ορατά ή μη) οι συνήθεις βολικοί «ευαίσθητοι» για το περιβάλλον (ΜΚΟ κλπ.). Με δικαστικές προσφυγές οδηγούν αντικειμενικά στην παράταση των εκκρεμοτήτων σε έργα της περιοχής. Συνεχίζουν να πολιτεύονται με διασπορά αμφισβητήσεων και καλλιέργεια συγχύσεων σχετικά με το οικολογικό-υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας, προσφέροντας αφειδώς στην εκάστοτε κυβέρνηση το ιδιαίτερα χρήσιμο άλλοθι για αναστολή αναγκαίων πρωτοβουλιών.
Και την εικόνα αυτή συμπληρώνει η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην περιοχή μας που επιδεικνύει περιορισμένο ενδιαφέρον σε όλα τα παραπάνω. Οι εκπρόσωποί της περιορίζονται να προβάλλουν αποσπασματικά τα αιτήματα, χωρίς όμως έμπρακτα να διεκδικούν την εφαρμογή τους.
Ειδικά κάποιοι φιλοκυβερνητικοί δήμαρχοι, για να «προστατέψουν» την κυβέρνηση, συντηρούν ένα δίχτυ σιωπής γύρω από τα θέματα αυτά και αντί να πιέζουν για λύσεις, για πρόοδο και έργα, περιορίζονται σε χειροκροτήματα και «ευχαριστίες» προς την εξουσία.
Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι πως και η σημερινή φιλοκυβερνητική αντιπολίτευση στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία υποτίθεται πως τοποθετεί το οικολογικό – υδατικό και τα έργα Αχελώου στην κορυφή της αντζέντας της, δεν τόλμησε ούτε ως παράταξη, ούτε με το προσωπικό κύρος του επικεφαλής της να ψελλίσει έστω μία λέξη για να αποδοκιμάσει την απαράδεκτη τακτική της αδιαφορίας και των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που επί επτά συναπτά συντηρεί την απραξία και που ανερυθρίαστα «παραμυθιάζει» τον θεσσαλικό λαό.
Υγιείς δυνάμεις και οργανώσεις που να θέτουν διεκδικητικά τα μεγάλα ζητήματα προς την κυβερνητική εξουσία υπήρχαν ανέκαθεν στη Θεσσαλία. Με την επί δεκαετίες δραστηριοποίησή τους και συνεργασίες που είχαν επικεφαλής αιρετούς εκπροσώπους από όλους τους πολιτικούς χώρους (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΚΚΕ), χωρίς υστεροβουλίες και μικροπολιτικές λογικές, πέτυχαν σημαντικά αποτελέσματα.
Χάρις στην συστηματική διεκδικητική τους δράση υπάρχουν σήμερα κάποια αξιόλογα υδατικά έργα και υποδομές που βελτίωσαν τις συνθήκες παραγωγής στον πρωτογενή τομέα αλλά και γενικότερα την ζωή των θεσσαλών.
Χάρις σε αυτές τις προσπάθειές πραγματοποιήθηκαν επί του Άνω Αχελώου (κυρίως επί κυβερνήσεων Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή) επενδύσεις υπέρτερες του ενός δις ευρώ, οι οποίες τα τελευταία δώδεκα χρόνια (μετά την τελική απόφαση του ΣτΕ-2014) δυστυχώς παραμένουν εγκαταλειμμένες από τις ανεύθυνες κυβερνήσεις Αλ. Τσίπρα και Κυρ. Μητσοτάκη, οι οποίες αποδεδειγμένα ελάχιστο σεβασμό επέδειξαν για τα εκατοντάδες επενδυμένα χρήματα που προέρχονται από τις θυσίες του ελληνικού λαού, αλλά και τους κινδύνους κατάρρευσης των ημιτελών έργων.
Επιπλέον, με την κοινή δράση των θεσσαλικών φορέων καλλιεργήθηκε, ήδη από την δεκαετία 1980, η ιδέα δημιουργίας ενιαίου φορέα διαχείρισης υδάτων. Το πάγιο αυτό αίτημα Νομαρχών, Δημάρχων και Επιμελητηρίων εκείνης της εποχής έγινε τελικά πραγματικότητα το 2024 (ίδρυση ΟΔΥΘ), αμέσως μετά τις δύσκολες μέρες του κυκλώνα Ντάνιελ. Η κυβέρνηση έχει δηλώσει πως ο ΟΔΥΘ θα αποτελέσει υπόδειγμα για την λειτουργία ανάλογων οργανισμών στο σύνολο των υδατικών διαμερισμάτων της χώρας. Οι διακηρύξεις της όμως δεν συνάδουν με το περιορισμένο ενδιαφέρον που επέδειξε, καθώς οι διαδικασίες συγκρότησης υπήρξαν αργές και (με ευθύνη των συναρμόδιων υπουργείων) έως σήμερα ο ΟΔΥΘ στην πράξη δεν έχει ακόμη καταστεί λειτουργικός. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την γενικά αρνητική στάση της αντιπολίτευσης απέναντι στον ΟΔΥΘ, δεν δημιουργούν κατάλληλες προϋποθέσεις για την κατανόηση του ρόλου και της σημασίας του, ούτε συμβάλλουν στην αναγκαία αποδοχή του σημαντικού αυτού οργανισμού από τους πολίτες και τους φορείς της περιοχής.
Σήμερα πάντως η Θεσσαλία έχει το προνόμιο (σε σχέση με παλαιότερες εποχές) να διαθέτει εγκεκριμένα και επιστημονικά τεκμηριωμένα Σχέδια, τα οποία προσδιορίζουν ποιες είναι οι αναγκαίες υποδομές που πρέπει να υλοποιηθούν αλλά και ποια μέτρα και πολιτικές πρέπει να εφαρμοστούν για την αντιμετώπιση των κινδύνων που μας απειλούν (πλημμύρες, λειψυδρία, ερημοποίηση). Δυστυχώς όμως, το γεγονός πως ελάχιστο ενδιαφέρον υπάρχει για την εφαρμογή τους οδηγεί στην επιδείνωση της κατάστασης με τις γνωστές συνέπειες της οικολογικής υποβάθμισης, της υποχώρησης στην οικονομική δραστηριότητα, της αποχώρησης πληθυσμού από την ύπαιθρο κοκ.
Αυτά δυστυχώς είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής αδράνειας και της αβελτηρίας των κυβερνήσεων Τσίπρα και Μητσοτάκη που συνειδητά αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τα μέτρα και να υλοποιήσουν σταδιακά τα έργα που προτείνονται από τα Σχέδια υδάτων.
Αντίθετα από αυτούς, ο λαός και οι οργανώσεις της περιοχής έχουν πλήρη συνειδητοποίηση των στόχων για την απόκρουση των κινδύνων, όπως την εξάλειψη των ελλειμμάτων, την προστασία και άμεση αναβάθμιση των οικοσυστημάτων, την υλοποίηση σύγχρονων έργων εξοικονόμησης και έργων ταμίευσης πρόσθετων ποσοτήτων νερού, την εφαρμογή κανόνων ορθολογικής διαχείρισης των υδάτων κοκ.
Συνεπώς, για την «ανάσταση» της Θεσσαλίας, απομένει ο συντονισμένος αγώνας από τις υγιείς δημιουργικές δυνάμεις που λειτουργούν χωρίς λογικές υποταγής και χωρίς «δεσμεύσεις» απέναντι στην εκάστοτε εξουσία.
Δυνάμεις που μακριά από αγκυλώσεις και ιδεοληψίες αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της κατάστασης. Δυνάμεις που σίγουρα αποτελούν την μεγάλη πλειοψηφία στην περιοχή.
*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ
*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ
[1] ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 8 Δεκεμβρίου 2025
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























