Ένα πασχαλινό διήγημα του συγγραφέα Βάιου Κουτριντζέ
……………………………………………………………………………………………………….
ΤΗΝ ΠΑΣΧΑΛΙΑ εκείνης της χρονιάς του 196. και τις ημέρες που ακολούθησαν έλαβαν χώρα πολλά παράξενα και περίεργα στο Κοτρώνι, ένα μικρό ορεινό χωριουδάκι στο νότιο Πήλιο, που τα σπίτια του κατηφορίζουν κάπου στις πλαγιές του δρεπανοειδούς ορεινού όγκου και σταματάνε σε μικρή απόσταση από τα νόχτια του Μεγάλου Ρέματος, που ρέει αέναα τα θολά νερά του ακολουθώντας τη δαντελωτή μισγάγκεια, η οποία καταλήγει στις αμμώδεις νότιες παραλίες της περιοχής. Η δημιουργηθείσα κατάσταση φάνταζε σουρεαλιστική, εξωπραγματική, λες κι ότι όλοι οι κάτοικοι βίωσαν, ταυτόχρονα, το ίδιο εφιαλτικό όνειρο. Εν αρχή, ήτον το χιόνι. Βέβαια, θρυλείται πως ακόμη και Ιούνιο μήνα είχε στοιβαχτεί χιόνι στο χωριό, αλλά ο καιρός, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, ήτανε αίθριος και το παραμικρό ουράνιο σημάδι δεν προμηνούσε την, αιφνιδιαστικώς, ενσκύπτουσα κακοκαιρία. Αποβραδίς, λοιπόν, ούσης οψίας Σαββάτου, κάμποσες ώρες προτού ψαλεί το «Χριστός Ανέστη» στο προαύλιο του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, άρχισε να χιονίζει! Οι χωρικοί που ήταν μαζωμένοι στο καφενείο του μπαρμπα-Θοδωρέλου, άπαντες κουστουμαρισμένοι, βαστούντες ανά χείρας τις κάτασπρες αναστάσιμες λαμπάδες, που είχαν προμηθευτεί πρωτύτερα απ’ τον καφετζή, και που δεν ξεχώριζαν μες στο ντουμάνι του καπνού από τ’ άφιλτρα σιγαρέτα, τα λεγόμενα και ΄΄στούκας΄΄ διότι χτυπούσαν κατευθείαν στο κεφάλι επιφέροντας μια βαριά ζάλη, πετάχτηκαν ομοθυμαδόν στην πλατεία υπό των μακρών κλώνων των δυο θεoράτων αιωνοβίων πλατάνων που υψώνονταν στις άκριες της. Οι χιονιές, ωσάν πανέμορφες λευκές τουλίπες, στροβιλίζονταν δαιμονισμένα, με μανία θαρρείς, κι έπλητταν με δύναμη το γυμνό έδαφος, λες και το Κακό που διαφέντευε τον τόπο από Κτίσεως Κόσμου προσπαθούσε να εμποδίσει τους ανθρώπους να μεταβούν στην εκκλησιά τους προκειμένου να κατανυχθούν της ακολουθίας της Ανάστασης. Σταυροκοπήθηκαν, σαστισμένοι, μορμυρίζοντες ακατάληπτα κι επανήλθαν εντός του καφενείου, που λειτουργούσε κι ως παντοπωλείο και διαρκώς γυναίκες και μικρά παιδιά έμπαιναν και ψώνιζαν μικροπράγματα της τελευταίας ώρας για το σπίτι. Ο Θοδωρέλος, εν τω μεταξύ, αγωνιζόταν, εις μάτην, να πιάσει κάποιο σταθμό στο καλλιεπές ραδιόφωνο blaupuhkt με το φωτισμένο καντράν και τα δύο κουμπιά που ’μοιαζαν με ανθρώπινα μάτια, μα ηχούσαν, μόνο, ενοχλητικά στ’ αυτιά των παρευρισκομένων, σκρατς, σκρατς… Στο χωριό συναντούσες ελάχιστα ραδιόφωνα στα σπίτια, αλλά ακόμη και υπό ευνοϊκές καιρικές συνθήκες οι ραδιοφωνικές συχνότητες ήτανε τις περισσότερες ώρες της ημέρας σιωπηλές και μόνον τα βράδια, στα βραχέα κύματα, οι κατέχοντες το ΄΄μηχανό΄΄ άκουγαν τις εκπομπές για τους ξενιτεμένους Έλληνες και τους ναυτιλομένους. ΄΄Μηχανό΄΄ εξακολουθούσαν ν’ αποκαλούν το ραδιόφωνο οι μάγκες του χωριού, επειδή κατά την πρώτη θέασή του κάτοικος αναφώνησε, φανερά εντυπωσιασμένος: «ώστε αυτό είναι το μηχανό που τραγουδάει;» Γι’ αυτό δεν παραξενεύτηκαν που εκείνη τη βραδιά το μηχανό του Θοδωρέλου ήταν ανίκανο να τους ενημερώσει για τον καιρό. Καλύτερα όμως, διότι, αν λειτουργούσε, θα συμπέραναν, κατάπληκτοι, ότι το χιόνι επέλεξε να καλύψει με τη λευκάδα του μόνο το δικό τους χωριό και δε θ’ ανησυχούσαν απλώς, μα θα πανικοβάλλονταν.
*
Ο παπα-Διαμαντής, μες στο κουζινάκι που ζούσε με την παπαδιά του, την Πελαγία, ετοιμαζόταν να μεταβεί στην εκκλησία. Είχαν κλειδώσει από χρόνια το διώροφο σπίτι τους που βρισκόταν παραδίπλα, εξαιτίας του ότι δεν ηδύναντο να συντηρήσουν το τεράστιο αρχοντικό των προγόνων τους. Η απότομη αλλαγή του καιρού δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή τους. Εξήλθε στην αυλή ανύποπτος και του ’ρθαν οι χιονιές καταπρόσωπο. Έτριψε τα μάτια του κι έκλινε αντανακλαστικά την κεφαλή του κατά τον ουρανό. Είδε την γκριζάδα και απόρησε.
-Ονειρεύομαι; Μα πότε πρόλαβε και πιάστηκε όλη αυτή η αντάρα; αναρωτήθηκε.
»Δεν μπορεί, κάποια διαολιά θα έκαναν πάλι οι αφορισμένοι και μου εξόργισαν το Θεό, είπε και σκλήρυνε η φωνή του.
»Θα πρέπει, όμως, να είναι κάτι πολύ βαρύ κι ανίερο, για να βαλθεί να μας αφανίσει πασχαλιάτικα, συνέχισε και, ύστερα, ξαναμπήκε στο παράσπιτο προβληματισμένος.
Η παπαδιά τον είδε σκυθρωπό και τον κοίταξε στα μάτια αναμένοντας να της εξηγήσει το λόγο.
-Τι συμβαίνει, παπά μου;
-Χιονίζει! Παρόμοια χιονιά δεν ξαναθυμήθηκα στη ζωή μου.
-Τι!!
-Ο Θεός πασχίζει να μας χαλάσει, Πελαγία μου.
-Τη νύχτα της Ανάστασης του Γιου Του!
-Είναι παράλογο, έτσι σκέφτηκα κι εγώ. Γι’ αυτό, λέω να πάω στο καφενείο να συναντήσω τους συχωριανούς μας. Ίσως εκεί πληροφορηθώ κάτι. Αλλά τους ξέρεις τι κρυψίνοες και μυστικοπαθείς είναι.
-Αν τους ξέρω, λέει! Κάνουν τις βρωμιές τους και μετά νίπτουν τας χείρας των σαν τον Πόντιο Πιλάτο.
Ο παπάς φόρεσε τις μαύρες γαλότσες, το μαλιότο πάνω απ’ το ράσο και κίνησε για το παζάρι. Προβάλλοντας, ασθμαίνων, είδε τα φωτισμένα παράθυρα του καφενέ, σαν θαμπά φωσάκια σε ομίχλη, και κατευθύνθηκε προς τα κει. Γύρισε την παλιά σκαλιστή πετούγια κι έσπρωξε την πόρτα. Αμέσως, όλοι τον καλησπέρισαν (οι καθισμένοι σηκώθηκαν αυτόματα απ’ τις καρέκλες).
-Καλώς τον παπά μας!
Η σκαιότητά του, όμως, τους φόβισε και ζάρωσαν.
-Βρε ευλογημένοι, τι σκαρώσατε πάλι κι εξοργίσατε το Θεό; Ξέρετε τι πα να πει «Οργή Θεού»!
-Τι εννοείς παπούλη, δε νογάμε, πετάχτηκε ο Παγκουρέλιας, κάπως ενοχλημένος.
-Δεν καταλαβαίνετε, ε; Δηλαδή, έτσι.. στα καλά καθούμενα.. τα στοιχεία της φύσης ζουρλάθηκαν και μας έστειλαν το χιόνι, ανοιξιάτικα.
-Η παράκαιρος πτώσις της χιόνος είναι κάτι το οποίον, όντως, αδυνατούμε να κατανοήσουμε, ιερεύ μας, είπε με άψογη άρθρωση ο Σ. Σ., ο διδάσκαλος του χωριού με μακρόχρονη θητεία στο Δημοτικό Σχολείο Κοτρωνίου. Τον ΄΄άκουσαν΄΄, στα παιδικά τους χρόνια, αμέτρητοι κατοπινοί επιστήμονες όλων των τομέων του επιστητού. Είχε εντάξει στην παιδαγωγική του μέθοδο τα μαθήματα σε φυσικό περιβάλλον. Φυσική Ιστορία παρατηρώντας τη χλωρίδα της περιοχής, Γεωμετρία στο αλώνι, όπου αλώνιζαν τα σιτηρά τους οι χωρικοί, Αριθμητική κόβοντας και μετρώντας βελανίδια και κούμαρα, Θρησκευτικά στον αυλόγυρο των εκκλησιών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του αγίου Νικολάου, του αγίου Γεωργίου…
-Αλλά, τίποτε το επιλήψιμο δε μαθεύτηκε, παπα-Διαμαντή. Αυτή είναι η αλήθεια, επιβεβαίωσε κι ο κυρ Θοδωρέλος απ’ τον πάγκο του.
-Σας πιστεύω· ωστόσο, για σιγουριά, θα τελέσουμε την Ανάσταση στον Αρχάγγελο.
-Στους «Κουρήτες»; ξεφώνισαν ομού.
-Ναι, μόνον εκείνος μπορεί να μας γλιτώσει απ’ την τιμωρία που επικρέμαται πάνω απ’ τα κεφάλια μας σαν Δαμόκλειος σπάθη.
Κούνησαν τα κεφάλια τους συγκατανεύοντας. Μπορεί να ήταν ατρόμητοι θαλασσομάχοι, να πάλεψαν ψύχραιμα με κύματα που άγγιζαν τον ουρανό, ν’ αντιμετώπισαν θαρραλέα τα γερμανικά θηρία, στα ΄΄θεϊκά΄΄, όμως, ένιωθαν ανίσχυροι.
-Να πάμε, όμως, μια ώρα δρόμο μ’ αυτόν το χαλασμό; διαμαρτυρήθηκε σε ήπιο τόνο ο Φιλάρετος, συνταξιούχος καθηγητής των μαθηματικών.
-Πες δυο και βάλε, πρόσθεσε ο Μπέρεκ, που ήταν το προσωνύμιο του Τσιάμη, του σιδηρουργού του χωριού, γιατί εκθείαζε με κάθε ευκαιρία τις ομώνυμες μπαταρίες για τη μεγάλη διάρκειά τους.
-Και τι θέλετε να γίνει; Μου δίνετε την εντύπωση ότι δε συνειδητοποιήσατε, φαντάζομαι, τη σοβαρότητα της κατάστασης. Βρε αχαΐρευτοι, κινδυνεύουμε να μην ξημερώσουμε ζωντανοί!
-Εντάξει, πάτερ, να πάμε· αυτά τα θεϊκά, μόνον εσύ τα ξέρεις, ξαναμίλησε ο Μπέρεκ.
-Φεύγω για την εκκλησία να προσευχηθώ και, στο μεταξύ, εσείς ετοιμαστείτε κατάλληλα. Θα καταλύσουμε, απόψε, εκεί.
Αυτά είπε ο παπα-Διαμαντής κι εξήλθε. Τον υποδέχτηκε στο πρόσωπο ένα σπυρωτό χιόνι που τον τύφλωσε. Με τα χίλια βάσανα έφτασε στο υψωματάκι που βρισκόταν η εκκλησία. Ξεκλείδωσε γρήγορα και, όταν πέρασε μέσα, αναστέναξε ανακουφισμένος. Ο χώρος ήταν παγωμένος, αλλά δε θ’ αργούσε. Τίναξε το χιόνι, που έλιωσε στο πλακοστρωμένο δάπεδο, και κατευθύνθηκε προς το Ιερό απ’ την πλαϊνή πόρτα. Του φάνηκε πως ο Αρχάγγελος τον θωρούσε αγριωπά. Ευθύς, γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται για τη σωτηρία του χωριού και των κατοίκων του.
-Συγχώρησέ τους, εσύ, πρώτε των αγγέλων! Αδύναμα όντα είναι, ό,τι και αν έκαναν (-Εξόν από φόνο, αλλά το θεωρώ απίθανο, πρόσθεσε) και…, σώπασε για λίγα δευτερόλεπτα, θα λειτουργήσουμε τη μονή σου στους Κουρήτες.
Σήκωσε, επιφυλακτικά, το κεφάλι, μισοκλείνοντας τα μάτια, σαν μικρό παιδί που περιμένει το χαστούκι, επειδή διέπραξε κάποια αταξία. Αυτό που είπε περνούσε και για έμμεσος εκβιασμός· ενδεχομένως, να τα ’χε κάνει χειρότερα τα πράγματα. Ο Αρχάγγελος, όμως, ήτανε γαλήνιος κι ένα τζοκόντειο χαμόγελο διαγραφόταν στις άκρες των χειλιών του. Τον γελούσαν τα μάτια του; του χαμογελούσε ο Αρχάγγελος; Ανατρίχιασε και, αστραπιαία, γύρισε κι έριξε το βλέμμα του, ασκαρδαμυκτί, στο παράθυρο. Ύστερα, πετάχτηκε ορθός και κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει! Βγήκε τρέχοντας απ’ το ναό. Στην πλατεία οι κάτοικοι πήγαιναν πέρα δώθε σαν κατάδικοι σε προαύλιο φυλακής. Οι γραμμικές πατημασιές τους έμοιαζαν με συνεχόμενα αποσιωπητικά της Γραμματικής. Πήγε σιμά τους. Αν και το χιόνι είχε σταματήσει, δεν έδειχναν επαναπαυμένοι. Στα θεϊκά ένιωθαν δέος, τους ήξερε. Τον κοιτούσαν ερωτηματικά. Κάποιος, εν τέλει, αποφάσισε να μιλήσει.
-Φαίνεται πως η προσευχή σου, παπά μας, έπιασε τόπο και το χιόνι σταμάτησε, είπε, διστακτικά όμως, ο γραμματικός του χωριού.
-Δηλαδή,…ίσως… δεν είναι ανάγκη να πάμε στο μοναστήρι, συμπλήρωσε ο μπαρμπα-Γιάννης ο Πλιάκας, επιφυλακτικά ωστόσο.
– Τώρα είναι που οφείλουμε να πάμε! ο Αρχάγγελος μου διεμήνυσε ότι, για να διαμεσολαβήσει και να καταλαγιάσει την οργή του Θεού, θέτει ως προϋπόθεση να κάνουμε Πάσχα στη μονή του.
Ψευδόταν· εν τούτοις, καμμιά φορά, το ψεύδος συγχωρείται, αν εκφέρεται από άδολα χείλη και αποσκοπεί στο καλό.
-Μα, να ταλιπουρηθούμε άδικα, παπά μ’; είπεν ο Ζαφρακόπουλος σε άπταιστα Κοτρωνιάτικα, έχων μικρόν εμπορικόν στολίσκον εις τον λιμένα του Βόλου, ο οποίος ήρχετο ανελλιπώς το Πάσχα εις τον γενέθλιον τόπον απ’ όπου ξεκίνησε.
-Άδικα! Εσείς… εκεί… το χαβά σας! μην τυχόν και κουραστείτε! Ακόμη κι αν, όπως λέτε, η προσευχή μου εισακούστηκε, σας διαφεύγει ότι αγνοούμε το λόγο της οργής του Θεού. Και φρονώ ότι θα μας αποκαλυφθεί, μόνο, αν ικανοποιήσουμε την επιθυμία του Αρχαγγέλου του.
-Θα προλάβουμε, όμως, να κάνουμε την Ανάσταση τα μεσάνυχτα; ακούστηκε ο Φιλάρετος που είχε μανία με τους αριθμούς.
-Ο Χριστός αναστήθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής -΄΄λίαν πρωί΄΄ κατά τα Ευαγγέλια- αλλά, αν βιαστούμε, θα φτάσουμε στο μοναστήρι πριν τις δώδεκα.
-Ό,τι πεις, παπούλη, έτοιμοι είμαστε για να ξεκινήσουμε, είπε ο Απουλές και η ομήγυρις άρχισε να διαλύεται.
Και πράγματι, μες την πλατεία ποδοπατούσαν μουλάρια και άλογα φορτωμένα με τα αναγκαία, για να διανυκτερεύσουν στο μοναστήρι. Ρούχα, φαγώσιμα, όλα τα χρειώδη. Τ’ αρνιά βέλαζαν ανύποπτα· δε διαισθάνονταν τον κίνδυνο που διέτρεχαν.
*
Κοντολογίς, στα 196. οι Κοτρωνιώτες γιόρτασαν την Πασχαλιά στο ναΐσκο που ευρίσκετο εντός του χώρου της μονής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, κοντά στους «Κουρήτες», (έναν παραθεριστικό παραλιακό οικισμό), και η Λαμπρή γιορτάστηκε στο χιονισμένο αυλόγυρο, αφού, προηγουμένως, οι άντρες σκάρισαν το χιόνι, κι όλοι κοιτούσαν ευτυχισμένοι τον Ήλιο που ανέτελλε αναμεσίς των δύο πανύψηλων όρθιων θαλασσόβραχων που ’μοιαζαν με λούμπαρδα.
Επίμετρο
Έτος 198. Ένα πορτοκαλί Renault 5 φρενάρει στο πλάτωμα κάτω από την εκκλησία του χωριού και μετά από μερικά παλαντζαρίσματα ισορροπεί. Από μέσα πετάγεται μια γελαστή δεσποινίδα με μίνι εποχής κι ένα αγόρι. Θα ’ναι και οι δυο τους γύρω στα τριάντα.
-Θέλω να πάμε στην εκκλησία, ακούγεται να λέει η γυναίκα.
-Μ’ αυτό το μίνι, τρελάθηκες; Θα πέσουν οι εικόνες στα κεφάλια μας.
-Υπερβολές! Έλα, ποιος θα μας δει; Εδώ είναι ερημιά.
Το αγόρι, τελικά, πείθεται και κατευθύνονται προς την σκάλα που οδηγεί στο επίπεδο του ναού. Ανοίγουν την πόρτα και περνούν στο εσωτερικό. Η γυναίκα προσκυνάει την εικόνα της Παναγίας και, μετά, πηγαίνει στο αριστερό κλίτος και φτάνει στην πλαϊνή πόρτα του ιερού. Παρατηρεί για λίγο τον αυστηρό Αρχάγγελο Μιχαήλ και, ίσως να αισθάνεται φόβο, γιατί απομακρύνεται πάραυτα. Με τα χέρια σταυρωμένα πίσω της, περιδιαβάζει τις εικόνες και τις κοιτάζει μία μία εξεταστικά.
Εν τω μεταξύ, το αγόρι είχε ανέβει στο δεξί ψαλτήρι. Η κοπέλα γυρίζει και του λέει:
-Ψάλε μου κάτι.
-Δεν ξέρω να ψέλνω, Μιχαέλλα.
-Τότε διάβασε κάτι, θέλω να νιώσω θρησκευτική κατάνυξη.
Το αγόρι βάζει το χέρι του στο αναλόγιο και τραβάει ένα χοντρό βιβλίο. Ένα χαρτί πέφτει από μέσα του. Σκύβει και το σηκώνει. Αρχίζει να διαβάζει:
Χωρίον Κοτρώνι, εν έτει ,αϠξ΄.
Σταματάει.
-Τι σημαίνει αυτό το [,αϠξ΄.];
-Χρονολογία με την ελληνική γραφή είναι, προχώρα και το κοιτάμε μετά.
Χωρίον Κοτρώνι, εν έτει ,αϠξ΄. Ημέρα Τρίτη του Πάσχα. Το πασχάλιο χιόνι είχε λιώσει. Πρωΐας γενομένης, ο μαστρο-Γιάννης κληθείς υπό της Δάφνης, ανύμφευτης γυναικός ενενήκοντα ετών, ίνα επισκευάση την καταστραφείσαν υπό το βάρος της χιόνος στέγην της διωρόφου οικίας της, έμπληκτος, ανεκάλυψε εντός του χώρου κάτωθεν της στέγης τον σκελετόν μικρού παιδίου. Ειδοποιηθείσα, πάραυτα, η Χωροφυλακή της ομόρου κωμοπόλεως διεξήγαγε τις κατά νόμον ανακρίσεις. Εκ των δημοσιευμάτων των εφημερίδων και εξ εκείνων τα οποία έγιναν γνωστά από στόματος εις στόμα εις άπαντας εν τω χωρίω ήλθεν εις το φως μια φρικαλέα ιστορία:
-Τι ’ν’ αυτό, ρωτάει η Μιχαέλλα.
-Πού να ξέρω; Έχω ακούσει ότι οι ψάλτες σημείωναν στα ιερά βιβλία τα βίαια συμβάντα που συνέβαιναν στο χωριό τους, σεισμούς, πλημμύρες,… φαίνεται πως εδώ καταγράφεται κάποια έντονη χιονόπτωση…
-Όχι, όχι,… περί άλλου πρόκειται· συνέχισε σε παρακαλώ.
Η Δάφνη, ερωτηθείσα υπό των ανθρώπων του νόμου, αρχικώς, εδυσκολεύετο να ενθυμηθή περί τίνος επρόκειτο, αλλά, τελικώς, τη βοηθεία στιγμιαίων αναλαμπών της συνειδήσεώς της, επαραδέχθη ότι τα οστά ανήκον εις νόθον τέκνον της το οποίον επροήλθεν εκ παρανόμου σχέσεως με τον μουσουλμάνον γείτονάν της -του οποίου το όνομα είχε λησμονήσει-, ότε ήτον εικοσαετής νεάνις, το οποίον εφονεύθη άμα τη γενέσει, ίνα μη αποκαλυφθή ο παράνομος δεσμός και εξεγερθώσιν οι Έλληνες και οι Τούρκοι του χωρίου.
-Θεέ και Κύριε! μια φόνισσα! αναφώνησε η Μιχαέλλα.
-Περίμενε να δούμε, Μιχαέλλα.
Η Δάφνη εδιευκρίνισεν, περαιτέρω, ότι το αποτρόπαιο έγκλημα διέπραξε ο εραστής της και πως αύτη δεν εδυνήθη να τον αποτρέψη από την τέλεσίν του, καίτοι επροσπάθησεν, και, εισέτι, ότι κατά το χρονικόν διάστημα της κυήσεως διέμενεν κλεισμένη εντός της οικίας, δια να μην καταστή γνωστή η εγκυμοσύνη της εις το χωρίον· ο αγαπητικός της, δε, εφονεύθη εις τας μάχας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων εν τω Τρίκερι. Εν συνεχεία, αυτοετιμωρήθη και παρέμεινεν ανύπαντρος και έφερεν το άχθος της δολοφονίας επί εβδομήκοντα συναπτά έτη. Εν Κοτρωνίω, ουδείς εγνώριζεν το γεγονός και σήμερον ουδείς ζει που να ενθυμήται την Δάφνην εν τη ηλικία των είκοσι ετών. Η Δάφνη εφυλακίσθη επί συνεργεία εις την δολοφονίαν ανθρώπου (και ουχί διαπράξασα από κοινού το ειδεχθές έγκλημα, ελλείψει αποδείξεων) και εδικάσθη εις ισόβιον κάθειρξιν, αλλά αφέθη ελεύθερος, ένεκα του προχωρημένου της ηλικίας της και απεβίωσε εκατόχρονη εν Κοτρωνίω. Τα οστά του βρέφους ετάφησαν εις το νεκροταφείον του χωρίου.
Η Μιχαέλλα είχε πλέξει τα χέρια πάνω στο στομάχι της κι είχε μείνει αποσβολωμένη μ’ αυτά που άκουγε.
Αξιοσημείωτη κρίνεται η δήλωσις της Δάφνης εις το δικαστήριον, όπως την έγραψαν οι εφημερίδες, την οποίαν απηύθυνε προς τους δικαστάς της, κατασυγκεκινημένη και δακρύζουσα «… ήμην παιδίσκη άπειρος… τ’ άνθι της ψυχής μου εμαράνθη έναντι ολίγων λεπτών σωματικής ανάτασης και η ζωή μου ετελεύτησε εν τω άμα… κατ’ ουσίαν εβιάσθην… δεν το αναφέρω ίνα με οικτίρητε… ένοχος ειμί και επιζητώ την τιμωρία μου… … και εθεώρουν ότι η στέγη της οικίας μου ήτον ο τάφος της βιαίως αποθανούσης κόρης μου· τοιουτοτρόπως, απεπροσανατόλιζον τον ασθενήν μου νούν και εμετρίαζον την αμέριστον θλίψιν μου».
Εν Κοτρωνίω Μαρτίου 30, εν έτει 197.
Τα ύπερθεν συνέγραψεν, εν τω «Αποστόλω»
της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κοτρωνίου,
ίνα διασωθή η μνήμη των
ο
Δημήτριος Ζορμπαδέλος
δεξιός ιεροψάλτης
Τα τελευταία, η Μιχαέλλα δεν τα άκουσε, γιατί είχε βγει έξω. Το αγόρι έσπευσε ξοπίσω της και τη βρήκε να κλαίει με αναφιλητά. Την αγκάλιασε και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο με ασταθή βήματα.
τέλος
σημειώσεις
* το διήγημα είναι προϊόν μυθοπλασίας και κάθε ομοιότητα των διαλαμβανομένων προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων με υπαρκτά πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις δέον να θεωρηθεί εντελώς συμπτωματική.
*** για τα νομικά θέματα και την ορθή χρησιμοποίηση αρχαίων τινων λέξεων πολύτιμη ήταν η βοήθεια του ΄΄Al΄΄και της ιστοσελίδας ΄΄Lexigram΄΄.
Το διήγημα ολοκληρώθηκε τη βραδιά της Ανάστασης,
΄΄λίαν πρωίαν Σαββάτου΄΄,
στο Χόρτο Μαγνησίας, την
12η Απριλίου του έτους 2026
Ο συγγραφέας
Βάιος Κουτριντζές
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























