Του Φίλιππου Σαχινίδη
Η παράταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις ανησυχίες για τις αρνητικές συνέπειες στην οικονομία. Διεθνείς οργανισμοί και η Τράπεζα της Ελλάδας προχώρησαν σε καθοδική αναθεώρηση των προβλέψεων τους για την οικονομική μεγέθυνση και ανοδική για τον πληθωρισμό το 2026.
Σε αυτή την δύσκολη συγκυρία το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι οικονομικές πολιτικές και τα μέτρα των τελευταίων ετών διασφαλίζουν τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα τα οποία πλήττονται ασύμμετρα από τίς κρίσεις. Σε μια έρευνα της δεξαμενής σκέψης Progressive Lab που πραγματοποιήθηκε – πριν από τον πόλεμο στο Ιράν – σε πέντε χώρες σχετικά με την προσωπική οικονομική κατάσταση, οι πολίτες δηλώνουν δυσαρεστημένοι στην Ελλάδα (55%), στη Ρουμανία (42,4%) και τη Σουηδία (40,1%).
Στο ερώτημα αν η τωρινή γενιά ζει καλύτερα ή χειρότερα από τη γενιά των γονιών της, ο μέσος όρος των πέντε χωρών κινείται προς την αρνητική πλευρά, με το 49,1% να απαντά «χειρότερα» έναντι του 46,8% που απαντά «καλύτερα». Η Ελλάδα καταγράφει την πιο απαισιόδοξη στάση, με το 59,9% των πολιτών να θεωρεί ότι η ζωή του είναι χειρότερη από εκείνη των γονιών του.
Το αφήγημα της κυβέρνησης της ΝΔ – απάντηση στην κριτική ότι οι πολιτικές της δεν φθάνουν σε όλους τους πολίτες – αναδεικνύει τις επιδόσεις στην οικονομική μεγέθυνση σε σύγκριση με την υπόλοιπη ευρωζώνη, την σημαντική μείωση της ανεργίας και τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό.
Στην πρόσφατη Έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025 παρατίθενται στοιχεία που δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού βιώνει δύσκολες συνθήκες. Ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ανήλθε το 2024 σε 19,6%, παραμένοντας πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα. Με βάση τα εισοδήματα του 2024, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι στο 16,2% και είναι ο έβδομος υψηλότερος στην ΕΕ-27. Το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκε το 2024 σε 27,5% από 26,9% το 2023. Μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 η Ελλάδα εμφάνιζε το 2023 τον τρίτο υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ο μέσος όρος ήταν 21% στις χώρες της ΕΕ-27.
Ένας παράγοντας που επηρεάζει τη θέση των νοικοκυριών είναι ο επίμονος πληθωρισμός από το 2022 που έχει δυσανάλογα αρνητική επίδραση στην αγοραστική δύναμη των φτωχών νοικοκυριών. Το καταναλωτικό τους καλάθι περιέχει μεγαλύτερη αναλογία βασικών αγαθών, όπως είναι τα είδη διατροφής, όπου παρατηρείται ιδιαίτερα επίμονος πληθωρισμός. Η οικονομική πίεση ωστόσο γίνεται αισθητή και στα μεσαία εισοδήματα καθώς το 62,1% των νοικοκυριών δήλωσε σε έρευνα ότι το μηνιαίο εισόδημα τους δεν επαρκεί για ολόκληρο το μήνα. Τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2024 η Ελλάδα μαζί με τη Βουλγαρία είχαν το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που αδυνατούσε να έχουν επαρκή θέρμανση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι παρά τις όποιες θετικές επιδόσεις στην οικονομική μεγέθυνση η χώρα με κριτήριο τους κοινωνικούς δείκτες – που συνιστούν και το πιο ουσιαστικό/περιεκτικό μέτρο πραγματικής σύγκλισης – εξακολουθεί να υστερεί έναντι των εταίρων της. Τα διάφορα pass της κυβέρνησης αποδεικνύονται οικονομικά και κοινωνικά αναποτελεσματικά όσο δεν αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες της αυξανόμενης ανισότητας. Η επιμονή σε αυτά εξυπηρετεί τις κομματικές ανάγκες της ΝΔ και όχι τις οικονομικές προτεραιότητες για αναδιάρθρωση παραγωγικού προτύπου και δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και τις κοινωνικές προτεραιότητες για στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος που αποτελεί προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη στην περίοδο των πολυκρίσεων που διανύουμε.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακό», στις 18 Απριλίου 2026
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























