ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ

Υποκλοπές: Τα μεγάλα ερωτήματα που ζητούν απάντηση στη Βουλή

Η ταύτιση στόχων ΕΥΠ και Predator-Το κακούργημα της κατασκοπείας- Οι ενδείξεις για την ΕΥΠ- Οι σχέσεις Δημητριάδη με Λαβράνο- Ο εκβιασμός Ντίλιαν- Η στάση της ηγεσίας της δικαιοσύνης και η συγκάλυψη από Μαξίμου- Όλα όσα θέλετε να ξέρετε για το μεγάλο σκάνδαλο!

Από τις αρχές Αυγούστου του 2022 όταν και επισημοποιήθηκε το σκάνδαλο των υποκλοπών με την παρακολούθηση Ανδρουλάκη και την παραίτηση του τότε γενικού γραμματέα του Πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει πολλά. Οι εκλογές του 2023 και το 41% εξελήφθησαν από πολλούς – και πιθανότατα και από το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου – ως ο ενταφιασμός του σκανδάλου των υποκλοπών, ενώ ουκ ολίγες είναι οι ενδείξεις συγκάλυψης τόσο σε πολιτικό όσο και σε δικαστικό επίπεδο.

Κάτι λιγότερο από 4 χρόνια μετά, το σκάνδαλο των υποκλοπών επανέρχεται με σφοδρότητα στη σημερινή επικαιρότητα με την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή, στον απόηχο της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης των τεσσάρων ιδιωτών.

Η σημερινή συζήτηση στη Βουλή για το Κράτος Δικαίου και το σκάνδαλο των υποκλοπών αναμένεται να εξελιχθεί σε μία από τις πιο βαριές και πολιτικά φορτισμένες κοινοβουλευτικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών. Και αυτό γιατί η υπόθεση της ΕΥΠ, του Predator και του ευρύτερου πλέγματος σχέσεων που έχει αποκαλυφθεί δεν αντιμετωπίζεται πλέον από την αντιπολίτευση ως ένα ακόμη επεισόδιο διοικητικής αυθαιρεσίας ή ως ένα τεχνικό ζήτημα παράνομης χρήσης λογισμικού παρακολούθησης. Αντιμετωπίζεται ως μία κορυφαία θεσμική δοκιμασία για τη χώρα, ως μία υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος και θέτει ευθέως ερωτήματα για το ποιος κυβερνούσε πραγματικά αυτόν τον μηχανισμό, με ποια μέσα, με ποια πολιτική κάλυψη και με ποια όρια.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης αναμένεται να βρεθεί η ίδια η αρχιτεκτονική του επιτελικού κράτους. Από τη στιγμή που η ΕΥΠ υπήχθη απευθείας στον πρωθυπουργό, κάθε συζήτηση για τις πολιτικές ευθύνες οδηγεί αναπόφευκτα στο Μέγαρο Μαξίμου. Η αντιπολίτευση αναμένεται να θέσει το πιο κεντρικό και βαρύ ερώτημα της υπόθεσης: ποιος κυβερνούσε πραγματικά την ΕΥΠ και ποιος έδινε πολιτική κάλυψη σε έναν μηχανισμό που λειτούργησε μέσα στην καρδιά του κράτους; Και μαζί με αυτό, το ακόμη σκληρότερο ερώτημα που επιστρέφει διαρκώς στον ίδιο αποδέκτη: γνώριζε ή δεν γνώριζε ο πρωθυπουργός; Αν γνώριζε, τότε, σύμφωνα με την αντιπολιτευτική επιχειρηματολογία, φέρει άμεση πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία ενός παρακρατικού μηχανισμού παρακολουθήσεων μέσα στο ίδιο του το επιτελικό κράτος. Αν δεν γνώριζε, τότε ανακύπτει ένα δεύτερο εξίσου βαρύ συμπέρασμα: ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τον μηχανισμό που ο ίδιος υπήγαγε στην εποπτεία του.

Η ταύτιση στόχων ΕΥΠ και Predator

Το πρώτο μεγάλο ερώτημα που αναμένεται να κυριαρχήσει στη Βουλή αφορά τη σχέση ανάμεσα στην ΕΥΠ και το Predator. Τα στοιχεία που έχουν προκύψει είναι πολιτικά εκρηκτικά. Τουλάχιστον το ένα τρίτο των στόχων του Predator τελούσε ταυτόχρονα υπό «νομότυπη» άρση απορρήτου μέσω της ΕΥΠ. Η αντιπολίτευση εκτιμά ότι το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί μια απλή στατιστική σύμπτωση, αλλά τον βασικό άξονα που καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα περί δύο άσχετων κόσμων: ενός νόμιμου – νομότυπου κρατικού μηχανισμού από τη μία και ενός ιδιωτικού, παρακρατικού κυκλώματος υποκλοπών μέσω spyware από την άλλη. Αντιθέτως, οι κοινές στοχεύσεις, οι παράλληλες παρακολουθήσεις, οι χρονικές συμπτώσεις και τα όμοια επιχειρησιακά μοτίβα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε τουλάχιστον γνώση, ενδεχομένως δε και λειτουργική διασύνδεση ή συντονισμός.

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο βαριά από το γεγονός ότι δεν διερευνήθηκε ποτέ σε βάθος αν υπήρξαν και άλλες κρατικές ή παρακρατικές υπηρεσίες με δυνατότητα επισύνδεσης που παρακολουθούσαν τα ίδια πρόσωπα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και το ήδη βαρύ ποσοστό ταύτισης στόχων μπορεί να είναι υποεκτιμημένο. Στη Βουλή αναμένεται να τεθεί ευθέως το ερώτημα: ποιος έστησε ένα τέτοιο ενιαίο κέντρο παρακολουθήσεων και ποιοι κρατικοί μηχανισμοί εκπαιδεύτηκαν, συνεργάστηκαν ή διευκολύνθηκαν από την Intellexa στη χρήση του Predator;

Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση αναμένεται να έχει η χρονική αλληλουχία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παρακολουθήσεων που ενισχύει ακόμη περισσότερο την εικόνα διασύνδεσης. Εμβληματική θεωρείται η περίπτωση των δικηγόρων Αντωνίας Πρίμπα και Ιωάννη Φυτίλη. Και οι δύο τίθενται υπό άρση απορρήτου μέσω ΕΥΠ στις 22 Ιουνίου 2021, για τον ίδιο λόγο, δηλαδή λόγω της σχέσης τους με γνωστό δημοσιογράφο. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 25 Ιουνίου 2021, και οι δύο παγιδεύονται με Predator. Η ταύτιση των προσώπων, της αιτιολογίας, του χρονικού πλαισίου και της επιχειρησιακής στόχευσης θεωρείται από την αντιπολίτευση εξαιρετικά αποκαλυπτική. Σε ένα φυσιολογικό θεσμικό περιβάλλον, μια τέτοια χρονική σύμπτωση θα είχε οδηγήσει σε άμεση και εξαντλητική διερεύνηση για ενδεχόμενο κοινό κέντρο σχεδιασμού ή κοινή δεξαμενή πληροφοριών. Αντ’ αυτού, η εικόνα αυτή αντιμετωπίστηκε σαν μια πολιτικά βολική σύμπτωση.

Ξεχωριστό βάρος έχει η περίπτωση του Κωστή Χατζηδάκη, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της κυβερνητικής εξουσίας. Ο τότε υπουργός Ενέργειας της κυβέρνησης παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ για περίπου ενάμιση χρόνο, από τις 10 Νοεμβρίου 2020 έως τις 7 Ιουνίου 2021. Παράλληλα, ο ίδιος και η σύζυγός του δέχθηκαν επανειλημμένες απόπειρες παγίδευσης με Predator, με περισσότερα από έξι μηνύματα επιμόλυνσης. Η χρονική διαδοχή των γεγονότων θεωρείται εξαιρετικά εύγλωττη: στις 9 Μαρτίου 2021 αποστέλλεται μήνυμα παγίδευσης μέσω Predator, την επόμενη ημέρα παρατείνεται η παρακολούθησή του μέσω ΕΥΠ, στις 10 Ιουνίου 2021 σταματά η επισύνδεση και πέντε ημέρες μετά, στις 15 Ιουνίου 2021, αποστέλλεται το τελευταίο γνωστό μήνυμα παγίδευσης. Το ερώτημα είναι εύλογο: για ποιο λόγο η υπαγόμενη στον πρωθυπουργό ΕΥΠ παρακολουθούσε έναν κορυφαίο υπουργό της κυβέρνησης επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Ποιος ήταν ο κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια; Πώς εξηγείται ότι ο ίδιος και η οικογένειά του υπήρξαν ταυτόχρονα θύματα Predator; Και, κυρίως, γιατί δεν υπήρξε μέχρι σήμερα πλήρης και πειστική διερεύνηση της παγίδευσης ενός μέλους του ίδιου του κυβερνητικού πυρήνα;

Ανάλογα ερωτήματα αναμένεται να τεθούν και για τον υπουργό Επικρατείας Γιώργο Μυλωνάκη και τη σύζυγό του, που παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ από την 1η Ιουνίου 2020 έως τις 9 Φεβρουαρίου 2021 και, σύμφωνα με τα στοιχεία, υπήρξαν στόχοι πολλαπλών παγιδεύσεων με Predator, πάνω από δεκαπέντε φορές. Εκείνη την περίοδο ο κ. Μυλωνάκης ήταν Γενικός Γραμματέας της Βουλής. Η παρακολούθηση προσώπων τέτοιου επιπέδου, χωρίς αφορμή, αποκαλύπτει ότι ο όρος «εθνική ασφάλεια» χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα και όχι ως πραγματική αιτία.

Το κακούργημα της κατασκοπείας

Το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο που αναμένεται να ανοίξει στη Βουλή είναι αυτό της κατασκοπείας. Διότι το σκάνδαλο, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, αλλά και την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν εξαντλείται στην παραβίαση προσωπικών δεδομένων ή στη θεσμική εκτροπή. Αφορά την ίδια την ασφάλεια της χώρας. Όταν παγιδεύονται με Predator υπουργοί, στρατιωτικοί, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ο υπουργός Εξωτερικών και κορυφαίοι κρατικοί αξιωματούχοι, τότε δεν μιλάμε μόνο για πολιτική εργαλειοποίηση των παρακολουθήσεων. Μιλάμε για δυνατότητα πρόσβασης τρίτων σε κρατικά μυστικά, σε επιχειρησιακά σχέδια, σε απόρρητες διεθνείς επαφές, σε κρίσιμες κυβερνητικές συσκέψεις και σε δεδομένα που αφορούν την εξωτερική πολιτική και την άμυνα της χώρας.

Η περίπτωση του Νίκου Δένδια είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της γεωπολιτικής διάστασης της υπόθεσης. Κατά την περίοδο της παγίδευσής του, ο τότε υπουργός Εξωτερικών διαχειριζόταν μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Στις 20 Απριλίου 2021 όταν έλαβε επιμολυσμένο με Predator μήνυμα πραγματοποιούσε επίσκεψη στη Σαουδική Αραβία μαζί με τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Παναγιωτόπουλο, σε ένα πλαίσιο που περιλάμβανε συμφωνία για τους Patriot, παρουσία στελεχών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και υπογραφή μνημονίου κατανόησης με το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου. Είχαν προηγηθεί επίσκεψή του στην Τουρκία και επίσημη επίσκεψη στην Ουκρανία, ενώ ο ίδιος είχε αναφερθεί σε συνομιλίες του με τον Antony Blinken, τον Mike Pompeo και σχεδόν όλους τους ομολόγους του. Η αντιπολίτευση θα θέσει το ερώτημα με όρους εθνικού κινδύνου: αν υπήρξε πράγματι δυνατότητα πρόσβασης τρίτων στο τηλέφωνο του υπουργού Εξωτερικών σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, πώς είναι δυνατόν να μην κινητοποιήθηκε το σύνολο των κρατικών μηχανισμών; Και πώς εξηγείται ότι δεν αντιμετωπίστηκε η υπόθεση ως συνθήκη εθνικού συναγερμού;

Στο ίδιο κάδρο εντάσσονται και άλλες περιπτώσεις που αποκτούν ειδικό βάρος λόγω της χρονικής συγκυρίας. Ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος παγιδεύτηκε με Predator στις 27 Ιανουαρίου 2021, όταν και συμμετείχε σε Σύνοδο της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης παγιδεύτηκε στις 17 Αυγούστου 2021, ημερομηνία κατά την οποία συνεδρίαζε εκτάκτως το ΚΥΣΕΑ. Ο τότε υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης έλαβε Predator στις 31 Μαΐου 2021, ημέρα της επίσημης επίσκεψης του Τσαβούσογλου στην Ελλάδα. Οι ημερομηνίες αυτές δεν θεωρούνται τυχαίες. Κατά την αντιπολίτευση, αποδεικνύουν ότι πρόσωπα με πρόσβαση σε κρίσιμη κρατική πληροφορία βρέθηκαν στο στόχαστρο ενός μηχανισμού που μπορούσε να εκθέσει τη χώρα σε ευθεία παραβίαση κρατικών μυστικών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο στοιχείο ότι, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία αλλά και με έγγραφα που φέρεται να προέκυψαν, η Intellexa είχε πρόσβαση στο υλικό των υποκλοπών, κάτι που, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, αποδείχθηκε και στη δίκη. Αν μία ιδιωτική εταιρεία spyware είχε πρόσβαση σε υλικό που αφορούσε πολιτικά, στρατιωτικά και κρατικά πρόσωπα, τότε, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, δεν πρόκειται μόνο για σκάνδαλο υποκλοπών αλλά για βαρύτατη παραβίαση μυστικών της πολιτείας.

Όλα δείχνουν την ΕΥΠ

Ένα άλλο κρίσιμο σημείο είναι η μεθοδολογία παγίδευσης μέσω των ψευδών μηνυμάτων εμβολιασμού από το emvolio.gov. Σε έξι περιπτώσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, στάλθηκαν μηνύματα που εμφανίζονταν ως υπενθυμίσεις ραντεβού για εμβολιασμό κατά του COVID-19 και περιείχαν πραγματικά στοιχεία των ραντεβού των θυμάτων. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί ότι δεν υπήρξε διαρροή δεδομένων από την ΗΔΙΚΑ. Από τη δίκη των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο προέκυψε ότι η μόνη λογική εξήγηση είναι πως είχε προηγηθεί πρόσβαση των χείριστών του Predator στα γνήσια μηνύματα που είχαν λάβει τα θύματα, μέσω νόμιμης επισύνδεσης. Με απλά λόγια, η προγενέστερη επισύνδεση μέσω ΕΥΠ παρείχε το «πρώτο υλικό» που επέτρεψε αμέσως μετά την αποστολή απολύτως πειστικών μηνυμάτων παγίδευσης μέσω Predator. Με τη σύνθεση αυτή η υπόθεση αποκτά σχεδόν εργαστηριακή καθαρότητα ως προς τον τρόπο με τον οποίο το «νόμιμο» και το παράνομο επίπεδο παρακολούθησης αλληλοσυμπληρώνονταν.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι υπήρχαν στόχοι του Predator που αφορούσαν αποκλειστικά την ΕΥΠ. Πρόκειται για περιπτώσεις υπαλλήλων της Υπηρεσίας που είχαν απομακρυνθεί και είχαν στραφεί δικαστικά κατά αυτής, ενώ στα μηνύματα που τους στάλθηκαν περιλαμβάνονταν, σύμφωνα με τα στοιχεία, πληροφορίες γνωστές μόνο σε πρόσωπα εντός της ΕΥΠ, ακόμη και λεπτομέρειες για τη διαμόρφωση του εσωτερικού των γραφείων της.

Ενιαίο κέντρο ΕΥΠ και Predator δείχνει και η περίπτωση του Αιμίλιου Κοσμίδη, του περίφημου κρεοπώλη, η κάρτα του οποίου χρησιμοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, για την αγορά υπηρεσιών αποστολής των μολυσμένων μηνυμάτων που επιμόλυναν τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και άλλους. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο Κοσμίδης κατέθεσε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο ότι την κάρτα την έλαβε από κατάστημα κινητής τηλεφωνίας όπου εργαζόταν φίλος του, ο Κωνσταντίνος Πετρίσης, ο οποίος του είχε εκμυστηρευτεί ότι παρείχε διευκολύνσεις και πληρωνόταν από την ΕΥΠ.

Η σχέση Δημητριάδη – Λαβράνου

Κομβική είναι η σχέση του Γρηγόρη Δημητριάδη του τότε πανίσχυρου γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού και ανιψιού του Κυριάκου Μητσοτάκη που αντιμετωπίζεται από την αντιπολίτευση ως κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή είχε αρμοδιότητες για την ΕΥΠ και διατηρούσε στενή προσωπική σχέση με τον καταδικασθέντα για τις υποκλοπές επιχειρηματία Γιάννη Λαβράνο. Η σχέση Δημητριάδη – Λαβράνου αναμένεται να παρουσιαστεί σήμερα στη Βουλή ως κομβικός κρίκος στην αλυσίδα των αποκαλύψεων. Ο στενότερος συνεργάτης του πρωθυπουργού διατηρεί στενούς προσωπικούς δεσμούς με τον Λαβράνο ο οποίος βρίσκεται στον πυρήνα του σκανδάλου και συνδέεται με την Krikel, την Intellexa, κρατικές συμβάσεις ασφαλείας, κρίσιμες κρατικές υποδομές και επιχειρησιακούς μηχανισμούς του Δημοσίου. Η Krikel του Λαβράνου έτρεχε τις διαδικασίες για τις άδειες εξαγωγής του Predator εκτός Ελλάδος. Ο Λαβράνος μεσολαβούσε για την ένταξη της Intellexa σε χρηματοδοτούμενα προγράμματα τεχνολογίας και ασφάλειας, στα οποία εμπλέκονταν το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας, το ΚΕΤΥΑΚ της ΕΥΠ και η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας. Όχημα της Krikel, της εταιρείας του Λαβράνου, βρισκόταν στις εγκαταστάσεις του ΚΕΤΥΑΚ της ΕΥΠ το καλοκαίρι του 2022. Παράλληλα, οι προσωπικές σχέσεις και κουμπαριές του Λαβράνου με μέλη της κυβέρνησης, όπως ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Θάνος Πλεύρης, ο ίδιος ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν είναι παρά ενδεικτικές της εμπιστοσύνης που απολάμβανε ο επιχειρηματίας, ο οποίος εξασφάλιζε συμβόλαια, πρόσβαση και ρόλο σε συμφωνίες μεγάλους ύψους. Για την αντιπολίτευση, όλα αυτά συγκροτούν την εικόνα ενός δικτύου προσώπων, σχέσεων και προσβάσεων, το οποίο δεν κινούνταν στην περιφέρεια αλλά εντός του σκληρού πυρήνα του κράτους.

Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατατέθηκαν άλλωστε και στοιχεία για το άκρως απόρρητο μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της ΕΥΠ και της αντίστοιχης υπηρεσίας της Βόρειας Μακεδονίας, το οποίο διορθώθηκε από τον συνεργάτη της Intellexa Nir Ben Mose και από το υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας στην Ελλάδα Merom Harpaz. Κατατέθηκε ακόμη ότι το προσχέδιο του μνημονίου που διορθώθηκε από την Intellexa εστάλη με mail στο Μέγαρο Μαξίμου. Πρόκειται για πρωτοφανή υπόθεση: μια ιδιωτική εταιρεία spyware να παρεμβαίνει σε απόρρητες διεθνείς συμφωνίες της ελληνικής υπηρεσίας πληροφοριών.

Σε αυτό το φόντο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η αναφορά στον τότε διοικητή της ΕΥΠ, Παναγιώτη Κοντολέοντα. Σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, ο ίδιος είχε αναφέρει ότι γνώριζε την Intellexa και τη δράση της στον χώρο των «παράνομων λογισμικών». Το ερώτημα που αναμένεται να τεθεί είναι προφανές: αν ο επικεφαλής της ΕΥΠ γνώριζε τι είδους εταιρεία εγκαθίσταται στην Ελλάδα, γιατί δεν προέβη σε καμία ουσιαστική ενέργεια; Και αν το γνώριζε ο διοικητής της ΕΥΠ, ποιο επίπεδο της κυβερνητικής ιεραρχίας δεν γνώριζε;

Το πολιτικό βάρος μεγαλώνει και από την κρατική διευκόλυνση που, κατά την αντιπολίτευση, παρασχέθηκε στην Intellexa. Το ελληνικό κράτος φέρεται να εξέδιδε με πρωτοφανή ταχύτητα άδειες διαμονής για τους εργαζομένους της εταιρείας, οι οποίοι ως επί το πλείστον ήταν πρώην στελέχη ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, το υπουργείο Εξωτερικών μέσω του τότε Γενικού Γραμματέα Γιάννη Σμυρλή εξέδιδε μέσα σε μία ημέρα άδειες εξαγωγής του Predator σε χώρες όπως η Μαδαγασκάρη και το Σουδάν.

Οι δικαστικοί χειρισμοί στο μικροσκόπιο

Ένα ακόμη μεγάλο μέτωπο της σημερινής σύγκρουσης αναμένεται να αφορά τους δικαστικούς χειρισμούς της υπόθεσης. Η αντιπολίτευση εκτιμά ότι τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της αυτεπάγγελτης έρευνας παραμένει αδικαιολόγητο γιατί δεν πραγματοποιήθηκαν κρίσιμες ανακριτικές ενέργειες που θα μπορούσαν να φωτίσουν τον πυρήνα της υπόθεσης. Γιατί, διερωτάται, δεν διασταυρώθηκαν εγκαίρως κρίσιμα στοιχεία από τηλεπικοινωνιακούς παρόχους; Γιατί δεν ελέγχθηκαν σε βάθος τα βιβλία εισόδου και εξόδου στις εγκαταστάσεις της ΕΥΠ και του ΚΕΤΥΑΚ, όπου, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, εμφανίζονταν πρόσωπα και οχήματα που συνδέονται με το κύκλωμα; Γιατί δεν κλήθηκαν από την αρχή να καταθέσουν όλοι οι κρίσιμοι μάρτυρες και τα θύματα; Γιατί η υπόθεση δεν διαβιβάστηκε εγκαίρως σε τακτικό ανακριτή, παρά τη βαρύτητα των καταγγελλόμενων πράξεων; Για όλα αυτά δειχνουν την πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη και τον Αντεισαγγελέα που διεξήγαγε την προανάκριση Αχιλλέα Ζήση.

Στο επίκεντρο των αιχμών αναμένεται να βρεθούν και συγκεκριμένοι δικαστικοί χειρισμοί, για την πορεία της ποινικής διερεύνησης και για το αν το παραγόμενο πόρισμα Ζήση επιχείρησε να αποσυνδέσει τεχνητά την ΕΥΠ από το Predator, παρά τον όγκο των στοιχείων που, σύμφωνα με το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, καταδεικνύουν το αντίθετο. Στη γραμμή αυτή, η απόσπαση της δικογραφίας από τους εισαγγελείς Πρωτοδικών το φθινόπωρο του2023 τη στιγμή που, όπως αναφέρεται, η έρευνα είχε φτάσει σε κρίσιμο σημείο και είχε ζητηθεί η ταυτοποίηση κοινών στόχων ΕΥΠ και Predator, θεωρείται από την αντιπολίτευση βαθιά προβληματική εξέλιξη.

Το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι τι συμβαίνει σήμερα στο δικαστικό μέτωπο. Η αντιπολίτευση αναμένεται να εγείρει ευθέως τον κίνδυνο παραγραφής αδικημάτων, υποστηρίζοντας ότι όσο η υπόθεση βαλτώνει ανάμεσα σε εισαγγελικές υπηρεσίες, διαδικαστικές μεταβιβάσεις και ατέρμονες καθυστερήσεις, η πενταετία τρέχει και κρίσιμες ποινικές πράξεις παργράφονται η μία μετά την άλλη. Το ερώτημα που θα τεθεί δεν θα είναι απλώς νομικό αλλά βαθιά πολιτικό: πρόκειται για ανικανότητα ή για συνειδητή στρατηγική εξάντλησης του χρόνου ώστε η υπόθεση να φτάσει σε δικαστική απονεύρωση πριν αγγίξει τους πραγματικούς εντολείς; Κατά την αντιπολίτευση, η παραγραφή κινδυνεύει να μετατραπεί σε έμμεσο μηχανισμό συγκάλυψης και προστασίας για τους αδύναμους κρίκους της αλυσίδας, τους εργαζομένους των Intellexa και Krikel, εκείνους δηλαδή που ενδεχομένως υπό πίεση θα μπορούσαν να οδηγήσουν την έρευνα προς τους πολιτικούς προϊσταμένους.

Παράλληλα, αναμένεται να επανέλθει με οξύτητα το ερώτημα γιατί τόσα θύματα του μηχανισμού παρακολούθησης, και ιδίως υπουργοί και ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι, δεν κατήγγειλαν δημόσια με θεσμική ένταση την υπόθεση, δεν προσέφυγαν με την αποφασιστικότητα που θα ανέμενε κανείς στη Δικαιοσύνη και δεν απαίτησαν πλήρη διερεύνηση. Κατά την αντιπολίτευση, αυτή η σιωπή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, ενισχύει την εντύπωση ότι υπήρξε «συναλλαγή» μεταξύ των θυμάτων υπουργών – που ποτέ δεν ανασχηματίσθηκαν – και του Μαξίμου.

Ο «εκβιασμός» του Tal Dilian

Ιδιαίτερο βάρος αναμένεται να αποκτήσουν στη σημερινή συζήτηση και οι πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις του Ταλ Ντίλιαν, ιδρυτή της Intellexa, οι οποίες η αντιπολίτευση εκτιμά ότι προσθέτουν νέα πολιτική και θεσμική πίεση στην κυβέρνηση. Ο άνθρωπος που συνδέθηκε όσο κανείς άλλος με το Predator δήλωσε δύο φορές δημόσια ότι το λογισμικό του πωλείται αποκλειστικά σε κρατικές αρχές και κυβερνήσεις, καταρρίπτοντας —κατά την αντιπολίτευση— το αφήγημα περί ενός «ιδιωτικού» ή ανεξέλεγκτου παρακρατικού μηχανισμού που έδρασε εκτός κρατικού πλαισίου. Την ίδια στιγμή, με αναφορές σε «ελληνικό Watergate» και ευθείες συγκρίσεις με την υπόθεση Νίξον, ο Dilian άφησε σαφείς υπαινιγμούς ότι το πραγματικό πολιτικό βάρος της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στις ίδιες τις παρακολουθήσεις αλλά κυρίως στην προσπάθεια συγκάλυψής τους από την κυβέρνηση.

Η αντιπολίτευση αναμένεται να αξιοποιήσει τις τοποθετήσεις αυτές ως έμμεση αλλά σαφή καταγγελία ότι επιχειρείται πολιτική αποσύνδεση των πραγματικών εντολέων από την υπόθεση και μετατόπιση των ευθυνών προς χαμηλότερα ή εξωθεσμικά πρόσωπα. Θα υποστηρίξει ότι για πρώτη φορά ένας άνθρωπος από τον στενό πυρήνα του διεθνούς δικτύου του Predator αφήνει δημόσια να εννοηθεί πως η ποινική και πολιτική διαχείριση της υπόθεσης στην Ελλάδα δεν στοχεύει στην αποκάλυψη των πραγματικών υπευθύνων αλλά στην προστασία πολιτικών προσώπων. Η αναφορά, δε, στο Watergate αναμένεται να αξιοποιηθεί ως κεντρικό πολιτικό σύμβολο από την αντιπολίτευση, η οποία θα επιχειρήσει να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο μιας κορυφαίας κρίσης δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος παρακολουθούσε, αλλά ποιος επιχείρησε επί τέσσερα χρόνια να καλύψει τους υπεύθυνους.

Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπολίτευση αναμένεται να θέσει ευθέως προς την κυβέρνηση το ερώτημα γιατί δεν υπήρξε καμία θεσμική ή πολιτική αντίδραση απέναντι σε έναν άνθρωπο που, ενώ βρίσκεται στον πυρήνα της διεθνούς υπόθεσης Predator, μιλά δημόσια για συγκάλυψη πολιτικών ευθυνών και παραλληλίζει την ελληνική υπόθεση με το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Και θα επιχειρήσει να μετατρέψει αυτή τη σιωπή σε πολιτικό επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι η αμηχανία του κυβερνητικού στρατοπέδου απέναντι στις δηλώσεις Dilian ενισχύει την εντύπωση πως ο ιδρυτής της Intellexa δεν αντιμετωπίζεται ως ένας απλός κατηγορούμενος επιχειρηματίας, αλλά ως πρόσωπο που γνωρίζει κρίσιμα στοιχεία για τον πραγματικό πυρήνα της υπόθεσης.

Τι έκανε το Μαξίμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης;

Μέσα σε αυτό το πυκνό και σκοτεινό πλέγμα, η αντιπολίτευση αναμένεται να επαναφέρει και τα επιμέρους ερωτήματα για συγκεκριμένα πρόσωπα, καθώς εκεί, όπως υποστηρίζει, συμπυκνώνεται η ουσία της υπόθεσης.

Γιατί η ΕΥΠ παρακολουθούσε τον Κωστή Χατζηδάκη από τις 10 Νοεμβρίου 2020 έως τις 7 Ιουνίου 2021; Γιατί παρακολουθούσε τον Γιώργο Μυλωνάκη και τη σύζυγό του από την 1η Ιουνίου 2020 έως τις 9 Φεβρουαρίου 2021; Πώς έχει διερευνηθεί η παγίδευση με Predator του Αντώνη Σαμαρά, ενός πρώην πρωθυπουργού; Πώς έχει διερευνηθεί η πολλαπλή παγίδευση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη ενώ ήταν υπουργός Προστασίας του Πολίτη; Πώς έχει διερευνηθεί η παγίδευση του Γιώργου Γεραπετρίτη, ο οποίος συμμετείχε σε όλες τις κρίσιμες κυβερνητικές συναντήσεις ως υπουργός Επικρατείας;

Πώς έχει διερευνηθεί η παγίδευση του Βασίλη Κικίλια ενώ ήταν υπουργός Υγείας και διαχειριζόταν την πανδημία; Γιατί η ΕΥΠ παρακολουθούσε το τηλέφωνο του οικονομικού εισαγγελέα Μπαρδάκη από την 1η Ιουνίου 2020 μέχρι την 12η Ιουνίου 2022, δηλαδή σχεδόν για δύο χρόνια, ενώ ταυτόχρονα φερόταν να παγιδεύεται με Predator; Πώς διερευνήθηκε η στοχοποίηση της εισαγγελέως της ΕΥΠ, Βασιλικής Βλάχους αλλά και του διευθυντή ασφαλείας της Υπηρεσίας Τάσου Παπαγεωργίου;

Το τελικό, συνολικό πολιτικό ερώτημα που αναμένεται να διαπεράσει τη συζήτηση είναι γιατί στοχοποιήθηκαν και παρακολουθήθηκαν από την ΕΥΠ πολιτικοί όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης, δημοσιογράφοι όπως οι Θανάσης Κουκάκης, διαφημιστές όπως ο Θωμάς Βαρβιτσιώτης και ο Γιώργος Ολύμπιος, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων όπως ο Φλώρος και ο Αλεξόπουλος, πρόσωπα του πολιτισμού όπως ο Λαζόπουλος, εφοριακοί, και άλλοι με την επίκληση της εθνικής ασφάλειας; Ενδεχομένως φως σε αυτό να ρίξει η απάντηση που θα δώσει έως τα τέλη Ιουνίου η ΕΥΠ στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έχει ζητήσει την ανασύσταση του φακέλου παρακολούθησης του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη για να καταδειχθεί ποιοι και για ποιο λόγο τον έθεσαν υπό παρακολούθηση το καλοκαίρι του 2020.

Με αυτά τα ανοιχτά μέτωπα, η σημερινή συζήτηση στη Βουλή αναμένεται εκρηκτική. Η αντιπολίτευση επιδιώκει να αναδείξει ότι πίσω από την υπόθεση των υποκλοπών δεν υπάρχει ένα σύνολο αποσπασματικών υπερβάσεων, αλλά ένα οργανωμένο σύστημα εξουσίας που συνέδεσε το νόμιμο με το παράνομο, αξιοποίησε κρατικούς μηχανισμούς, εξέθεσε την εθνική ασφάλεια και στη συνέχεια επιχείρησε να συγκαλύψει την αλήθεια.

Και σε αυτή τη γραμμή, το ερώτημα επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο: αν η ΕΥΠ υπαγόταν απευθείας στον πρωθυπουργό, αν στον πυρήνα του μηχανισμού βρισκόταν το στενό περιβάλλον του, αν οι σχέσεις με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα έφταναν ως τον σκληρό πυρήνα του Μαξίμου και αν επί χρόνια δεν δόθηκαν απαντήσεις στα στοιχειώδη, τότε ποιος μπορεί πια να ισχυριστεί πειστικά ότι το κέντρο της πολιτικής ευθύνης βρίσκεται κάπου αλλού;

Νίκος Ανδριόπουλος

Πηγή: dnews.gr

Ακολουθήστε το larissanet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Διαβάστε επίσης

Διαβάζονται περισσότερο

Exalco - Συστήματα Αλουμινίου
Βιοκαρπέτ
Cosmos
Fashion City Outlet
Υαλοτεχνική Μαξιμιάδης
Έντυπη Larissanet
Larisa Dog Academy
Optico
Στήλη Ιατρών
IRIS - Οφθαλμολογικό Κέντρο
Larissanet Awards
ΕΣΠΑ 2014-2020 ΕΠΑνΕΚ ESPA 2014-2020 EPAnEK