Τι λένε για το θέμα στελέχη της Περιφέρειας Θεσσαλίας – Η πρόεδρος του Δικτύου Αναδόχων Γονέων για τα κενά του νόμου 4538/2018
Του Κωνσταντίνου Κοντοκώστα
Για το θέμα της αναδοχής θα έχουν την ευκαιρία να ενημερωθούν σε λίγες ημέρες οι Λαρισαίοι σε ειδική ημερίδα που θα πραγματοποιηθεί από την Περιφέρεια Θεσσαλίας.
Μάλιστα στην ημερίδα αναμένεται να μιλήσουν και ανάδοχοι γονείς και να μοιραστούν με τον κόσμο τις εμπειρίες τους από μια διαδικασία που επιτρέπει στο παιδί να συνεχίσει να μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό ασφαλές περιβάλλον, μακριά από ιδρύματα και άλλους αφιλόξενους χώρους, μέχρι να επιστρέψει στη βιολογική του οικογένεια αν αυτό καταστεί εφικτό.
Η ανάγκη αποιδρυματοποίησης μάλιστα καθίσταται αναγκαία καθώς όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο σχετικό ρεπορτάζ, σύμφωνα με τη Unicef, τα παιδιά που τοποθετούνται σε ιδρύματα στερούνται κοινωνικής, συναισθηματικής και πνευματικής διέγερσης. Η στέρηση αυτή μπορεί να εμποδίσει την υγιή ανάπτυξη του εγκεφάλου ενός παιδιού. Απομακρυσμένα από την κοινωνία, αυτά τα παιδιά είναι επίσης ιδιαίτερα ευάλωτα στη βία, την παραμέληση και την κακοποίηση.
“Κανένα παιδί σε ίδρυμα”
“Δεν θέλουμε κανένα παιδί σε ίδρυμα” δήλωσε στη larissanet η Αντιπεριφερειάρχης Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας, κα Λία Ρογγανάκη η οποία έφερε τη διοργάνωση της ημερίδας με τίτλο «Αναδοχή ανηλίκων: Άνοιξε την καρδιά σου, άνοιξε την αγκαλιά σου» προς ψήφιση στο Περιφερειακό Συμβούλιο Θεσσαλίας τη Δευτέρα 31 Ιουλίου.
“Στόχος της ημερίδας είναι να ενημερωθεί ο κόσμος και να αποδομήσουμε στερεότυπα
και προκαταλήψεις. Ο κόσμος δεν ξέρει πως ακριβώς γίνεται η αναδοχή. Νομίζουν πως υπάρχει ένα παρασκήνιο. Αυτά είναι στερεότυπα. Είναι ξεκάθαρο πως μπορείς να προσφέρεις και να βοηθήσεις οπότε και εμείς σκεφτήκαμε ότι με την ενημέρωση και την βοήθεια ανθρώπων που γνωρίζουν το θέμα θα μπορέσουμε να απομυθοποιήσουμε στερεότυπα και προκαταλήψεις και να βοηθήσουμε με αυτό τον τρόπο τα παιδιά. Ο στόχος μας είναι να βοηθήσουμε στην αποϊδρυματοποίηση των ανηλίκων και αυτό θα το πετύχουμε με την αναδοχή. Δεν θέλουμε ούτε ένα παιδί σε ίδρυμα” αναφέρει η κα Ρογγανάκη.
1.377 παιδιά σε ιδρύματα
Η αποϊδρυματοποίηση και η αναδοχή ήρθαν στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των θεσμών της αναδοχής και της υιοθεσίας».
Παρόλα αυτά ο θεσμός της αναδοχής στην Ελλάδα ισχύει από τη δεκαετία του ‘90 καθώς προβλέφθηκε για πρώτη φορά νομοθετικά το 1992 με το νόμο 2082/1992 για τις ανάδοχες οικογένειες. Από το 1993 και το Π.Δ. 337/1993 υπάρχει στη χώρα μας συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο για τη διενέργεια των αναδοχών σε παιδιά των οποίων η μόνη εκδοχή προστασίας είναι τα ιδρύματα «κλειστής» φροντίδας.
Το 2018 όπως είπαμε ψηφίζεται ο νόμος 4538 και το 2020 τίθεται σε πλήρη εφαρμογή το Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων, Υποψηφίων Αναδόχων και Θετών Γονέων και Εγκεκριμένων Αναδοχών και Υιοθεσιών και στο οποίο εντάχθηκαν δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς παιδικής προστασίας (ιδρύματα), Τμήματα Κοινωνικής Μέριμνας Περιφερειών και Περιφερειακών Ενοτήτων και οι κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων.
Από τον Ιούλιο του 2020 μέχρι τον Απρίλιο του 2023 με βάση τα στοιχεία από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), πραγματοποιήθηκαν 553 ολοκληρωμένες αναδοχές ενώ με βάση τα στοιχεία από το Α’ τρίμηνο του 2023, σήμερα βρίσκονται σε Μονάδες Παιδικής Προστασίας 1377 παιδιά, τη στιγμή που το αντίστοιχο διάστημα το 2022 βρίσκονταν σε αυτές 1482 και το 2021, 1564 παιδιά.
Η διαδικασία
Στο τμήμα Κοινωνικής Εργασίας της Διεύθυνσης Κοινωνικής Μέριμνας Περιφέρειας Θεσσαλίας που εδρεύει στη Λάρισα, η προϊσταμένη του τμήματος, κα Κωνσταντίνα Καλέση μας εξηγεί ότι με το υπάρχον σύστημα δεν χάνεται χρόνος για το παιδί που πρέπει να τοποθετηθεί σε οικογένεια, υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια για οτιδήποτε κάνει ένας υπάλληλος σε μια υπηρεσία ενώ πλέον είναι γνωστός ο αριθμός των παιδιών που χρήζουν βοήθειας.
Από την εφαρμογή του νέου νόμου μέχρι σήμερα, στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας έχουν πραγματοποιηθεί 16 αναδοχές. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν έξι αιτήσεις (μονογονέας ή ζευγάρια) από Λάρισα και Μαγνησία για αναδοχή.
Η διαδικασία για να γίνει κάποιος ανάδοχος έχει ως εξής σύμφωνα με την κα Καλέση. Η αίτηση από τον ενδιαφερόμενο γίνεται ηλεκτρονικά στο anynet.gr και αφού γίνει ο έλεγχος των δικαιολογητικών πραγματοποιείται κοινωνική έρευνα που διαρκεί 3 μήνες. Αν θεωρηθεί ότι ο υποψήφιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο γονεϊκό ρόλο, η αίτηση απορρίπτεται. Αν είναι θετική η αξιολόγηση, το άτομο περνά στο στάδιο της εκπαίδευσης η οποία διαρκεί 30 ώρες και πραγματοποιείται στην έδρα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, στη Λάρισα.
Αφού ολοκληρωθεί η εκπαίδευση, γίνεται η εγγραφή τους στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων και περιμένουν την πρόταση σύνδεσης. “Στην αναδοχή έρχεται πολύ γρήγορα η πρόταση σύνδεσης. Μπορεί να έρθει και την επόμενη μέρα” αναφέρει η κα Καλέση και επισημαίνει πως στο στάδιο της εγγραφής το άτομο μπορεί να δηλώσει τις ιδιαιτερότητες του παιδιού που επιθυμεί καθώς και το είδος της αναδοχής. Για παράδειγμα φύλο, σωματική υγεία, μαθησιακές δυσκολίες, βραχυχρόνια ή μακροχρόνια αναδοχή, συγγενική ή εθελοντική.
“Συγγενική σημαίνει ότι οι βιολογικοί γονείς έχουν συγγενικούς δεσμούς με τους ανθρώπους που γίνονται ανάδοχοι. Για παράδειγμα ένας παππούς ή μια θεία. Κατά κανόνα προτιμάται η συγγενική αναδοχή” τονίζει η κα Καλέση προσθέτοντας πως τα συγγενικά πρόσωπα δεν περνούν το στάδιο της εκπαίδευσης, ελέγχεται όμως η υγειονομική τους κατάσταση και το βιοτικό επίπεδο.
Όταν λοιπόν γίνει η αντιστοίχιση του παιδιού με τον ανάδοχο, ενημερώνεται ο τελευταίος και αν αποδεχθεί το “ταίριασμα”, μεταβαίνει στο τόπο φιλοξενίας του παιδιού για να γνωριστεί μαζί του παρουσία ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού. Συνολικά οι συναντήσεις είναι δέκα, με την τελευταία να πραγματοποιείται στο χώρο των γονέων όπου, στη περίπτωση της Λάρισας, αναλαμβάνει δράση η κα Καλέση ως η μοναδική κοινωνική λειτουργός της Περιφερειακής Ενότητας.
“Εφόσον έχουμε καλή αλληλεπίδραση τότε το παιδί τοποθετείται στην οικογένεια. Όλη αυτή η διαδικασία διαρκεί το ανώτερο δύο μήνες. Κοιτάμε πάντα το συμφέρον του παιδιού. Ισχύει δηλαδή το κριτήριο της επιλεξιμότητας έναντι της διαθεσιμότητας” τονίζει η κα Καλέση η οποία δια του νόμου είναι επίσης επιφορτισμένη με την εποπτεία της σχέσης του αναδόχου με το παιδί ενημερώνοντας σχετικά την εισαγγελία ανηλίκων. Η διαδικασία αυτή γίνεται μέχρι το παιδί να επιστρέψει στη βιολογική του οικογένεια, αν φυσικά αυτό είναι προς το συμφέρον του παιδιού, καθώς αυτός είναι και ο στόχος της αναδοχής.
Ωστόσο το πλαίσιο της αναδοχής μετά την εφαρμογή του νέου νόμου εμφανίζει κάποιες “ατέλειες” σύμφωνα με την τ. δικηγόρο, εμπειρογνώμονα παιδικής προστασίας και πρόεδρο του Δικτύου Αναδόχων Γονέων και Εθελοντών “Δικαίωμα στην Οικογένεια”, κα Ελένη Γεώργαρου.
Τα κενά του νόμου
“Ο νόμος αυτός για να υπερπηδήσει τα κενά της κοινωνικής πολιτικής στην τοπική αυτοδιοίκηση που είναι όντως τεράστια, την έλλειψη προετοιμασίας της Δικαιοσύνης να χειριστεί με ταχύτητα υποθέσεις παιδικής προστασίας, ελλείψει Οικογενειακών Δικαστηρίων, «εφηύρε» νομοθετικές «κατασκευές» για επίσπευση, δημιουργώντας μια σειρά από προβλήματα και ατυχείς χειρισμούς στην εφαρμογή του θεσμού, τις συνέπειες των οποίων υφίστανται τα ίδια τα παιδιά (πολλές ανεπιτυχείς συνδέσεις «ματσάρισμα», διακοπή αναδοχών, επιστροφή στο ίδρυμα, διακοπή σχέσεων των παιδιών από οικεία πρόσωπα λόγω πολύ απομακρυσμένης αναδοχής από τον τόπο κατοικίας του παιδιού, αδυναμία για την εκπλήρωση της υποχρέωσης παρακολούθησης της αναδοχής από τα ιδρύματα που έχουν την επιμέλεια των παιδιών και είναι υποχρεωμένοι από το νόμο να γνωρίζουν την κατάστασή τους κλπ)” αναφέρει η κα Γεώργαρου σχετικά με το νόμο 4538/2018.
Το Δίκτυο στο οποίο προεδρεύει η κα Γεώργαρου, υλοποιεί εδώ και δύο χρόνια το ΄Εργο «Τα δικαιώματα των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα/Τα αόρατα παιδιά» του Προγράμματος Αctive citizens fund, στο πλαίσιο του οποίου εντοπίστηκαν πολλές παραβιάσεις δικαιωμάτων των ανηλίκων, τόσο κατά την διαβίωσή τους σε ίδρυμα όσο και κατά τη διαδικασία αποϊδρυματοποίησής τους.
Η έμπειρη νομικός ασχολείται με το θέμα του πλαισίου για την αναδοχή από το 2004, και στη πορεία των χρόνων διαπίστωσε, όπως μας λέει, ότι νόμοι υπάρχουν αλλά όχι και η διάθεση να εφαρμοστούν.
“Το 2018 που επιβλήθηκε κατά κάποιον τρόπο η πολιτική για την αποϊδρυματοποίηση, δεν είχε γίνει καμιά προετοιμασία ούτε στις κοινωνικές υπηρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού που συμμετέχουν στην εφαρμογή και εποπτεία της (Περιφερειακές κοινωνικές υπηρεσίες), ούτε στις κοινωνικές υπηρεσίες α΄ βαθμού (Δήμοι) που αναλαμβάνουν τον έλεγχο των συνθηκών διαβίωσης των ανηλίκων στην οικογένειά τους και την τυχόν ακαταλληλότητά της και προτείνουν λύση για το παιδί.
Επίσης δεν έγινε καμιά συνεργασία, καμιά συνέργεια με τα υπουργεία Δικαιοσύνης και Υγείας που εμπλέκονται στη διαδικασία. Απλώς ξαφνικά εμφανίστηκε ένας νόμος που έπρεπε να εφαρμοστεί με όλες τις αδυναμίες του. ΄Ετσι παραβιάστηκε η υποχρέωση που ανέλαβε η Ελλάδα το 2015 να συνεργαστεί με φορείς για να βρεθεί μια κοινή συνισταμένη στη μεταρρύθμιση της προστασίας του Παιδιού” τονίζει η κα Γεώργαρου επισημαίνοντας παρόλα αυτά πως “ανεξάρτητα από την κριτική που κάναμε και κάνουμε στο συγκεκριμένο νομοθέτημα για τις ατέλειες ή τις νομοθετικές ανακολουθίες, έγινε επιτέλους επανεκκίνηση του θεσμού της αναδοχής στη χώρα μας, ενός θεσμού που βρισκόταν σε «ύπνωση». Εκατοντάδες παιδιά αποκαταστάθηκαν σε καθεστώς οικογενειακής φροντίδας και τα ιδρύματα αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν πολιτικές αποϊδρυματοποίησης που συστηματικά απέφευγαν για 30 σχεδόν χρόνια”.
Μερικά από τα σοβαρότερα προβλήματα στην αναδοχή με το υπάρχον σύστημα σύμφωνα με την πρόεδρο έχουν να κάνουν με τα “τεχνικά και ουσιαστικά” προβλήματα της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
“Το σύστημα ηλεκτρονικής διασύνδεσης είναι ένα αδόκιμο σύστημα για τη σύνδεση ανθρώπων σε μια τόσο ειδική σχέση (για την υιοθεσία υφίσταται δικαιολογητικός λόγος όχι όμως για την αναδοχή) και επιβλήθηκε λόγω βιασύνης και έλλειψης προετοιμασίας των υπηρεσιών. Σε κάθε προνοιακό σύστημα με στοιχειώδη επεξεργασία, οι κοινωνικοί λειτουργοί καταλήγουν πρώτα στα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες των παιδιών και στη συνέχεια γνωρίζοντας υποψήφιες ανάδοχες οικογένειες προχωρούν στη σύνδεση. Εδώ όλα αυτά γίνονται στην τύχη. ΄Αλλοτε αποδίδουν, άλλοτε όχι, άλλοτε η αναδοχή προχωρά άλλοτε σταματά”.
Επίσης η κα Γεώργαρου τονίζει τις ελλείψεις στην εκπαίδευση των κοινωνικών λειτουργών των ιδρυμάτων και την “τραγική υποστελέχωση” στις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων.
“΄Ολο αυτό το πλέγμα, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί του συστήματος ούτε ενιαία επιμόρφωση έχουν, ούτε ενιαία αντίληψη, ούτε την ίδια εκπαίδευση ούτε εποπτεύονται, ούτε αξιολογούνται σε τακτά διαστήματα για το έργο τους, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σύστημα λειτουργεί με μεγάλη επισφάλεια” τονίζει η πρόεδρος.
Κλείνοντας, η κα Γεώργαρου αναφέρει τα εξής σχετικά με το στόχο της αποιδρυματοποίησης και της επίτευξης αυτόύ μέσω της αναδοχής αλλά και τις αλλαγές που θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν:
“Αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος ότι ο θεσμός της αναδοχής δεν μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες των παιδιών, προεφήβων και εφήβων σε κίνδυνο. Με βάση τις διαπιστώσεις μας, οι υποψήφιοι ανάδοχοι γονείς επιθυμούν να αναλάβουν βρέφη και μικρά παιδιά, «φοβούνται» την ανάληψη φροντίδας ενός μεγαλύτερου σε ηλικία παιδιού π.χ. άνω των 10 ετών, εξαιτίας δύσκολων τραυματικών βιωμάτων που θεωρούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, όπως και έναν ήδη διαμορφωμένο χαρακτήρα ενός παιδιού – δεν είναι πάντα αλήθεια αυτό αλλά και δεν σημαίνει ότι η σχέση αναδοχής δεν θα πάει καλά-.
Επιπλέον τα προγράμματα εκπαίδευσης των υποψηφίων αναδόχων δεν είναι διαχωρισμένα ανάλογα με τις ανάγκες των παιδιών που δεν είναι οι ίδιες σε κάθε ηλικία. Κανένα ενδιαφέρον για αναδοχή και υιοθεσία δεν παρουσιάζουν επίσης τα παιδιά των ιδρυμάτων με αναπηρίες και τα παιδιά με ψυχοκοινωνικές διαταραχές που εκδηλώνονται συνήθως στην προεφηβεία. Επομένως πρέπει να βρεθούν κάποιες λύσεις. ΄Ένα μέτρο είναι η λεγόμενη «επαγγελματική αναδοχή» που όμως δεν εφαρμόστηκε ακόμη και δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί.
Και η τελική εκδοχή που υπάρχει σε κάθε ανεπτυγμένη προνοιακά χώρα είναι η δημιουργία «σπιτιών για παιδιά», δηλαδή δομές για λίγα άτομα, 3-4 παιδιών που θα ζουν κανονικά στον αστικό ιστό με συγκεκριμένους φροντιστές ως υποκατάστατο γονέων. Είναι ένα μοντέλο που ξεκίνησε θεωρητικά, αλλά δεν έχει γίνει καμιά προσπάθεια σε συνεργασία με τα ιδρύματα να αλλάξουν εντελώς μορφή τα υφιστάμενα ιδρύματα και από δομές 22 παιδιών, να γίνουν σταδιακά πολλές μικρότερες των τεσσάρων π.χ. παιδιών σε μεσοπρόθεσμη προοπτική.
Γιατί πρέπει να προσθέσουμε ότι καθώς το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας στην Ελλάδα είναι ανεπαρκέστατο ιδίως στην επαρχία, τα παιδιά εισέρχονται σε αυτό σε μεγαλύτερες ηλικίες, όταν πια δεν παρουσιάζουν κανένα «ενδιαφέρον» για αναδοχή. Υπάρχουν παιδιά που παραμελούνται-κακοποιούνται για πολλά χρόνια μέχρι να αποφασίσει το προνοιακό σύστημα να παρέμβει, αφού συμβεί συνήθως κάτι πολύ κακό στο παιδί.
Σε κάθε περίπτωση το σύστημά μας χρειάζεται άμεση προγραμματική συνεργασία και σύμπλευση του αρμόδιου υπουργείου (σήμερα Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας) και με άλλα υπουργεία και τους Ο.Τ.Α. Χρειάζεται αλλαγή στις διατάξεις για το καλλικρατικό νόμο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και υποχρεωτική δημιουργία κοινωνικών υπηρεσιών για την προστασία του παιδιού και της οικογένειας σε κάθε Δήμο”.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























