Γράφει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου
- Αλέξανδρος Τυρναβίτης: Ο Αλέξανδρος ήταν γέννημα-θρέμμα του Τυρνάβου. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε το 1711 στον Τύρναβο. Μαθήτευσε στο φημισμένο Σχολείο της Πάτμου. Ο Ευγένιος Βούλγαρης μας πληροφορεί ότι δίδασκε στο Σχολείο του Τυρνάβου από το 1740. Το 1755 αναχώρησε από τη Σχολή και μετέβη στο Βουκουρέστι της Μολδοβλαχίας. Στη Σχολή της μεγάλης αυτής πόλης δίδαξε μέχρι το θάνατό του (1761).
- Ιωάννης Πέζαρος: Ο Ιωάννης γεννήθηκε στον Τύρναβο το 1749. Στην ιδιαίτερή του πατρίδα διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα από το δάσκαλο Ιωάννη από τα Άγραφα. Έπειτα μετέβη στα Ιωάννινα όπου παρακολούθησε μαθήματα του γνωστού τότε δασκάλου Κοσμά Μπαλάνου. Από εκεί η φιλομάθειά του τον οδήγησε στη Σχολή του Αγίου Όρους, όπου διδάχθηκε τη Φιλοσοφία από τον μαθητή του Ευγενίου Βούλγαρη, Κυπριανό. Εκεί, στις πλούσιες βιβλιοθήκες του Άθωνα, μελέτησε πολλούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς, πλουτίζοντας έτσι τη μόρφωσή του. Αφού περάτωσε τις σπουδές του κλήθηκε να διδάξει στο Σχολείο της Τσαριτσάνης όπου και παρέμεινε επί πενταετία. Έπειτα δίδαξε στο νέο Σχολείο του Λιβαδίου.
Η φήμη του δασκάλου αυτού έκανε γνωστή τη Σχολή του Λιβαδίου στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και της Δ. Μακεδονίας. Όταν το 1782 πέθανε ο δάσκαλος της Σχολής του Τυρνάβου, Λάμπρος Πάσχου, οι συμπατριώτες του τον κάλεσαν να διευθύνει το Σχολείο τους. Ο Κ. Κούμας πίστευε πως, εάν ο Ιωάννης είχε σπουδάσει σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, η δόξα του θα επεσκίαζε κι αυτή του μεγάλου Ευγ. Βούλγαρη1.
Ο Πέζαρος συνήθιζε να διδάσκει με μια ακάματη ενεργητικότητα από το πρωί μέχρι το απόγευμα, κατά σειρά, σ’ όλες τις τάξεις του Σχολείου. Πριν αρχίσει την καθημερινή διδασκαλία του, αυτός και οι μαθητές του μετέβαιναν στη εκκλησία (Όρθρος), όπως επίσης, μετά το πέρας των μαθημάτων παρακολουθούσαν τον Εσπερινό. Εκτός από το λειτούργημα του δασκάλου ο Πέζαρος εκτελούσε και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκα, χωρίς μάλιστα οικονομικές απολαβές, κηρύσσοντας σε 16 Ναούς της περιοχής του Τυρνάβου, εκ περιτροπής. Λένε μάλιστα οι άνθρωποι που άκουγαν τα κηρύγματά του ότι, παρ’ όλο που στην καθημερινή ζωή του σχεδόν τραύλιζε, η γλώσσα του κηρύγματος του ήταν γλαφυρή και λαμπρή, αψεγάδιαστη. Ποτέ μάλιστα δεν εκφωνούσε το ίδιο κήρυγμα, αλλά πάντοτε ο λόγος του ήταν πρωτότυπος. Παρ’ όλο το ότι ήταν περιζήτητος από πολλές Σχολές διαφόρων ελληνικών πόλεων, ο ίδιος προτίμησε να παραμείνει στη γενέτειρά του, με ετήσιο μισθό 250 γρόσια2.
Το 1790 νυμφεύτηκε μια συμπατριώτισσά του και το 1790 χειροτονήθηκε ιερέας, φτάνοντας στον τιμητικό τίτλο του Οικονόμου. Ο Πέζαρος πέθανε νέος, το 1806, πιθανώς από τη μεγάλη στεναχώρια του για την αφαίρεση του τίτλου του ιεροκήρυκα από τον τότε μητροπολίτη Λαρίσης, Ραφαήλ. Για την αιτία θανάτου του συνηγορεί και ο Κ. Κούμας. Από τους πιο σημαντικούς μαθητές του Πέζαρου υπήρξαν ο μετέπειτα δάσκαλος της Φυσικής στο Βουκουρέστι, Στέφανος Δούκας και ο Κων/νος Κούμας.
- Κων/νος Κούμας: Ο Κ. Κούμας γεννήθηκε στη Λάρισα την 26η Σεπτεμβρίου 1777. Προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια, καθότι ο πατέρας του ήταν γουνέμπορος, αλλά γεννήθηκε ίσως στη χειρότερη για τους Έλληνες ιστορική περίοδο της τουρκοκρατούμενης Λάρισας. Οι Τούρκοι, μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-70, είχαν γίνει θηριώδεις απέναντι στους ορθοδόξους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κούμας, μέχρι την ηλικία των δέκα ετών δεν είχε γνωρίσει ούτε Σχολείο ούτε Ναό, καθόσον ακόμα κι ο μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Αχιλλίου είχε γκρεμιστεί από τον τουρκικό όχλο. Το 1787 η οικογένεια του Κούμα αναγκάστηκε να καταφύγει λόγω επιδημιών, προσωρινά, στον Τύρναβο. Εκεί ο δεκαετής Κων/νος είδε για πρώτη φορά Ναούς και έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Η οικογένεια του Κούμα σύντομα επέστρεψε στη Λάρισα.
Οι γονείς του Κων/νου βλέποντας την επιθυμία του γιου τους να μορφωθεί, αποφάσισαν να τον στείλουν στο Σχολείο του Τυρνάβου, όπου τότε δίδασκε ο Ιωάννης Πέζαρος. Μετά από λίγα έτη ο Κων/νος μετέβη στα Αμπελάκια για να διδαχθεί Άλγεβρα από το φημισμένο γιατρό από την Κεφαλονιά, Σπυρίδωνα Ασάνη, που δίδασκε στη Σχολή της πλούσιας αυτής κοινότητας. Το 1794, μετά τους διωγμούς του χριστιανικού στοιχείου, άνοιξε και πάλι τις πύλες του το Σχολείο της Λάρισας με δάσκαλο τον Κ. Κούμα. Στη νέα του θέση παρέμεινε για λίγο και μη αντέχοντας την “διατριβήν εις την πολύτουρκον Λάρισαν”, δέχτηκε τη θέση του δασκάλου στο Σχολείο της Τσαριτσάνης. Εν τω μεταξύ είχε νυμφευθεί την κουνιάδα του Πέζαρου. Όμως η σύζυγός του πέθανε, λίγες μέρες μετά τον τοκετό της χαρίζοντας όμως στον Κούμα μια κόρη. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, συντάραξε τον ευαίσθητο ψυχικό του κόσμο. Μεταξύ των μαθητών που είχε ο Κούμας στην Τσαριτσάνη ήταν ο επίσκοπος Ελασσόνας Ιωαννίκιος και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Το 1803 ο Κούμας δίδασκε στα Αμπελάκια, όταν μετά από πρόταση του Ανθίμου Γαζή, μετέβη στη Βιέννη με σκοπό τη συνεργασία σε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο του Γαζή: την έκδοση Ελληνικού Λεξικού. Όταν όμως το σχέδιο αυτό ναυάγησε, πιθανώς λόγω έλλειψης πόρων, ο Κούμας εργάστηκε εκεί ως δάσκαλος στο σπίτι του Στ. Μόσχου, ενώ συγχρόνως φοιτούσε στο πανεπιστήμιο της Βιέννης διδασκόμενος ανώτερα Μαθηματικά. Στην ίδια πόλη ο Λαρισαίος δάσκαλος εξέδωσε και δύο βιβλία (Φυσικής και Χημείας). Ο πατέρας του εν τω μεταξύ είχε χρεοκοπήσει και ο Κούμας ότι είχε από τις οικονομίες του τις έστειλε στο πατρικό του. Το 1807 πέθανε ο πατέρας του και δύο έτη μετά όταν κλήθηκε να διδάξει στη Σχολή της Σμύρνης πήρε μαζί του τη μητέρα του και τη μικρή του κόρη που είχαν περιπέσει σε απόλυτη ένδεια.
ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Ο Κωνσταντίνος Κούμας περιγράφει την έλλειψη παιδείας στη Θεσσαλία πριν το 1750
“Γράμματα με βαρβαρικήν σύνταξιν, με ανορθογραφίαν απίθανον και εις αυτάς των μητροπολιτών τας υπογραφάς, γεμίζουν τον ειρημένον κώδικα3, έως της αρχιερατείας του Ιακώβου, όστις έλαβεν την μητρόπολιν εκείνην το 1730 έτος. Και αυτού αι υπογραφαί και τα συντάγματα των πρακτικών, αρχίζουν να γίνονται υποφερτά. Από του 1750 έτους, οπότε αρχιεράτευσε ο μετέπειτα πατριαρχεύσας Μελέτιος έως τας ημέρας μας (1831), φαίνονται τα πρακτικά συνεταγμένα εις τρόπον, όστις φέρει τιμήν εις μητρόπολιν, και αι υπογραφαί μητροπολιτών, επισκόπων και κληρικών μαρτυρούν την προκοπήν των υπογραψάντων. (…) Τώρα ερωτώ εάν οι μητροπολίται και οι επίσκοποι δεν ήξευραν να υπογράψωσι τα ονόματά των, εάν ο πλούσια εισοδήματα έχων μητροπολίτης της Λαρίσης δεν εύρισκε γραμματέα να του γράψει τα πρακτικά της μητροπόλεώς του, εάν οι συνυπογραφόμενοι εις πολλά συμφωνητικά γράμματα προκριτότεροι της επαρχίας ήταν αγράμματοι, που ευρίσκεται τότε η παιδεία του γένους; Ήτο σπανιώτατο χρήμα η παιδεία, αν τις ονομάση παιδείαν μετρίαν τινά είδησιν της γλώσσης κατά γραμματικήν. Μέρος του γένους εγνώριζε μόνο να διαβάζη και να γράφη όπως έτυχε, και το περισσότερον ήτο βυθισμένον εις απόλυτον αγραμματίαν”
Για την αντιγραφή: Χατζηγιάννης Δ., “Θεσσαλοί πνευματικοί ταγοί”, επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σ.30.
Στη Σμύρνη συνεργάστηκε με τον άλλο μεγάλο διδάσκαλο του γένους, Κων/νο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων και ίδρυσαν το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης. Στη Σχολή αυτή ο Κούμας δίδασκε Μαθηματικά, Φυσική, Ηθική, Φιλοσοφία και Γεωγραφία. Μάλιστα το μάθημα της Φυσικής το εμπλούτισε και με τα σχετικά πειράματα, που μέχρι τότε ήταν εντελώς άγνωστα στους ελληνικού τόπους. Λίγο αργότερα εξέδωσε την Πειραματική Φυσική και το Σύνταγμα της Φιλοσοφίας. Το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες το σπουδαιότερο διδακτικό ίδρυμα του Ελληνισμού, το “φιλολογικό Πανεπιστήμιο του υπόδουλου Ελληνισμού4”, έχοντας στις τάξεις του περισσότερους από τριακόσιους μαθητές και επτά δασκάλους. Το 1814 κλήθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη διεύθυνση του Σχολείου του Κουροτσεσμέ. Εκεί ο Κούμας έμεινε για μια σχολική χρονιά. Το 1815 επανήλθε στη Σχολή της Σμύρνης. Την ίδια χρονιά πάντρεψε και τη μοναχοκόρη του. Το 1819 επισκέφτηκε διάφορα πανεπιστήμια της Γερμανίας για να πλουτίσει τις γνώσεις του και να γνωριστεί με την αφρόκρεμα των πανεπιστημιακών καθηγητών της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας και των Καλών Τεχνών από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ενώ έγινε τιμητικό μέλος των Βασιλικών Ακαδημιών του Μονάχου και του Βερολίνου. Στα τέλη του 1820 ο Κούμας επέστρεψε στη Σμύρνη. Το 1821, μετά την Ελληνική Επανάσταση, άρχισαν οι άγριες διώξεις του Ελληνισμού και στη Σμύρνη. Έτσι το Μάιο της ίδιας χρονιάς αναγκάστηκε να πάρει την οικογένειά του και να καταφύγει στη Τεργέστη. Το 1826 ολοκλήρωσε το ελληνογερμανικό λεξικό εκδίδοντάς το στη Βιέννη. Μετά από το λεξικό ασχολήθηκε ολοκληρωτικά με το κορυφαίο του έργο: την “Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων”, που περιελάμβανε τα ιστορικά γεγονότα από την προϊστορία μέχρι το 1831. το έργο του αυτό εκδόθηκε σε 12 τόμους το 1832. ο τελευταίος τόμος αυτού του συγγράμματος είναι πολύ σημαντικός διότι μας παρουσιάζει τα γεγονότα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, περίοδο στην οποία λίγες πηγές αναφέρονται. Ο Κων/νος Κούμας πέθανε στην Τεργέστη σε ηλικία 59 ετών, την Πρωτομαγιά του 1836, εξαιτίας της προσβολής του από χολέρα.
- 1. Δ. Χατζηγιάννης, “Θεσσαλοί πνευματικοί ταγοί”. Επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σ. 32.
- 2. Δ. Χατζηγιάννης, ό. π., σ.32.
- 3. Αναφέρεται στον Κώδικα της Μητροπόλεως Λαρίσης που αναγράφονταν τα πρακτικά της Μητρόπολης από το 1600 και έπειτα.
4 Δ. Χατζηγιάννης, ό. π., σ.35.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















