Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Τρομοκρατική επίθεση με κατσαρίδες; Και πως συνδέεται αυτή η ενέργεια με την χαμένη τιμή της ελληνικής δημοσιογραφίας, τα απόνερα της πανδημίας και την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας; Κι όμως, καταφέρνει να τα συνδέσει ο συγγραφέας του βιβλίου «Περφορατέρ», Αποστόλης Καπαρουδάκης. Ξεκίνησα να διαβάζω μανιωδώς αστυνομική λογοτεχνία στις καραντίνες της πανδημίας και η συνήθεια αυτή έμεινε και μετά από αυτές. Στο «Περφορατέρ» ο άνεργος δημοσιογράφος Ευάγγελος Αρναούτης, με το συγκεκριμένο εργαλείο γραφείου, αλλιώς (περφορατέρ, συνώνυμο: διακορευτής, διατρητήρας, διατρητής) πραγματοποιεί μια τρομοκρατικήεπίθεση που παρόμοιά της δεν έχει καταγραφεί στα διεθνή χρονικά.
Την εξιχνίασή της αναλαμβάνει ο επιθεωρητής Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, με σκοπό να λυθεί το μεγάλο μυστήριο και να επιστρέψει η κοινωνική ειρήνη. Κάτι που μάλλον ξεκίνησε ως φάρσα, καταλήγει να απειλεί την ευημερία των πολιτών. Το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα, σχεδόν με μιας, και σ’ αυτό βοηθάει πολύ η πλοκή και η γλώσσα του συγγραφέα. Το χιούμορ επίσης που ενυπάρχει στο βιβλίο, είναι πότε εμφανές και πότε υποβόσκει. Ωστόσο, σε πολλά σημεία του δεν είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Δίνει μονίμως τροφή για σκέψη, σε πολλά σημεία κομπιάζεις και συνειδητοποιείς ότι όλα αυτά τα σχεδόν απίθανα που διαβάζεις δεν είναι και τόσο απίθανα.

Έχοντας ζήσει την οικονομική κρίση αλλά και την τρέλα της πανδημίας με τους πολύ συχνά δίχως λογική περιορισμούς, δεν γίνεται να θεωρήσουμε τίποτα ως απίθανο. Ο κοινωνικός και πολιτικός σχολιασμός ενυπάρχει σχεδόν σε όλο το βιβλίο. Για παράδειγμα ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα: «Το επιστημονικό δυναμικό της Ελλάδας αποδόμησε κατά χιλιάδες από το 2010 κι έπειτα. Φίλοι, συνάδελφοι, παλιοί συμφοιτητές, συγγενείς, γείτονες, φόρτωναν τα μπογαλάκια τους κι όπου τα κατάφερνε ο καθένας να βρει δουλειά: Σκοτία, Μόναχο, Αμβούργο, Λονδίνο, Μάντσεστερ, Βρυξέλλες, Ουτρέχτη, Άμστερνταμ, Παρίσι, Τουλούζη, Αυστραλία και Αμερική οι πιο τολμηροί. Έφυγαν τόσοι πολλοί, ώστε ήταν σαν επί πέντε χρόνια να μην έβγαιναν απόφοιτοι από τα Πανεπιστήμια της Ελλάδας. Οι παρέες του Ευάγγελου και της Ελένης είχαν αδειάσει.
Οι κρίσιμες, που λένε, ηλικίες απουσίαζαν απ’ τις συναυλίες ως μουσικοί, απουσίαζαν απ’ τις συναυλίες και ως κοινό, απουσίαζαν απ’ τη δημοσιογραφία ως δημοσιογράφοι, απουσίαζαν και ως αναγνώστες, απουσίαζαν απ’ τον κινηματογράφο ως σκηνοθέτες, απουσίαζαν και ως θεατές, απουσίαζαν ως αναγνώστες βιβλίων, απουσίαζαν και ως συγγραφείς. Όταν τους τραγουδούσε ο Καζαντζίδης το ’60, ήταν εργάτες. Τώρα που να βρει ο επιστήμονας τον Καζαντζίδη του; Τα παιδιά που ήταν στην πρώτη γυμνασίου το 2010, όταν ξεκίνησε η κρίση, μπήκαν στο Πανεπιστήμιο το 2016. Μεγάλωσαν με τους γονείς τους να έχουν χάσει τη μπάλα απ’ το ξαφνικό οικονομικό ζόρι και την κατάρρευση του κόσμου που γνώριζαν. Και μπήκαν στο Πανεπιστήμιο με κυβέρνηση Αριστεράς. Μόνο τα ίδια ξέρουν τι κατάλαβαν∙ και απ’ το τι σημαίνει κυβέρνηση και απ’ το τι σημαίνει Αριστερά».
Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης είναι δημοσιογράφος από το 1989, από την αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης δηλαδή στην Ελλάδα ή από τότε που πολλοί λένε ότι η δημοσιογραφία άρχισε να χάνει για τα καλά την τιμή της. Η εμπειρία του είναι μεγάλη, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Ευάγγελος, είναι δημοσιογράφος, οπότε είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να λείπει το ανάλογο καυστικό σχόλιο από το βιβλίο: «Απ’ τα χρόνια της κρίσης και έπειτα, όμως, οι θεωρίες περί σεβασμού της αντίθετης άποψης εξανεμίστηκαν. Οι απολύσεις έπεφταν βροχή. «Ή Εμείς ή Αυτοί» ήταν το σύνθημα του νέου εμφυλίου που κηρύχτηκε στο «δημοσιογραφικό κόσμο» αμέσως μετά την τηλεοπτική εμφάνιση του Γιώργου Παπανδρέου του νεότερου στο Καστελόριζο. «Εμείς» ήταν οι υπέρ του μνημονίου.
«Αυτοί» ήταν οι κατά του μνημονίου. Απέμειναν τελικά ένα- δυο site και μια- δυο εφημερίδες για να δουλέψουν οι «Αυτοί». Άσε που και σε κάποια από τα αριστερά αυτά site και εφημερίδες υπήρχαν ανασφάλιστοι και εργαζόμενοι με μισθούς τριακοσίων ευρώ, και με απλήρωτες υπερωρίες, και αμειβόμενοι με κουπόνια για σούπερ μάρκετ. Αυτό πάλι, με τα κουπόνια ήταν η απόλυτη εξάχνωση της κοινωνικής αναγνώρισης που κάποτε απολάμβανε το επάγγελμα: Οι σοφοί εκδότες, για να μην καταβάλουν όλες τις ασφαλιστικές εισφορές και όλα τα επιδόματα αδειών, δήλωναν ότι οι εργαζόμενοι έπαιρναν το βασικό μισθό και τους έδιναν και «κάτι παραπάνω» μαύρα. Όπου «μαύρα» συνήθως σήμαινε ότι αντί για λεφτά έπαιρνες κουπόνια με τα οποία μπορούσες να πληρώσεις στο ταμείο του σούπερ μάρκετ».
Τα παραπάνω αποσπάσματα αποτελούν ένα μικρό μόνο δείγμα ενός βιβλίου που έχει τα πάντα: αγωνία, μυστήριο, χιούμορ, κοινωνικοπολιτική κριτική, ρέουσα γλώσσα. Από την πένα του συγγραφέα δεν ξεφεύγουν ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι πολιτικοί, ούτε το παλιό ΠΑΣΟΚ και η νοοτροπία που υπήρχε γύρω απ’ αυτό,ούτε οι αστυνομικοί, ούτε καν οι ίδιοι οι πολίτες. Το «Περφορατέρ» λοιπόν του Αποστόλη Καπαρουδάκη, Εκδόσεις «Hackademy / YouMaySay» και με την εικαστική επιμέλεια του Γαβριήλ Μελισσουργάκη στο εξώφυλλο, είναι ένα από τα βιβλία του καλοκαιριού που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























