Γράφει ο Δρ. Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης
Έντρομοι πολλοί άμαχοι, κυρίως, Χριστιανοί από τις σφαγές στη Θεσσαλονίκη πήραν την απόφαση για να σωθούν να καταφύγουν στο Άγιον Όρος. Με το πέρασμα του χρόνου συνέρρευσαν τόσοι πολλοί εκεί, ώστε «εμολύνθη ο αήρ κατ’ εκείνο το καλοκαίριον, και καθ’ εκάστην ημέραν απέθανον πολλοί· και άλλοι μεν από την ασθένειαν εκείνην και επιδημίαν. Και άλλοι από την πείνα την πολλήν όπου τότε συνέβη εις το Όρος» (200,19-201,3). Την κατάσταση επιδείνωσε α) η απόφαση του αναπληρωτή διοικητή της Θεσσαλονίκης Γιουσούφ μπέη να εισβάλλουν τουρκικά στρατεύματα στο Άγιον Όρος μετά την πυρπόληση μιας τουρκικής φρεγάτας στη θάλασσα κάτω από Μονή Ξηροποτάμου από δύο ελληνικά ψαριανά και όχι υδραίικα πλοία, όπως αναφέρει ο Δοσίθεος, που περιπολούσαν στην περιοχή μετά από αίτημα των μοναχών, και β) κυρίως η εξέγερση στον Πολύγυρο. Στο άκουσμα της είδησης της εξέγερσης του Πολυγύρου οι μοναχοί μαζί με τους υπόλοιπους επαναστάτες αποφάσισαν, σε σύσκεψη στις Καρυές του Αγίου Όρους, να αναθέσουν την γενική αρχηγία στον Εμμανουήλ Παπά, συγκρότησαν επιτροπή για την εσωτερική διοίκηση και την οικονομική επιμελητεία του Όρους και όπλισαν όσους μοναχούς μπορούσαν να φέρουν όπλα.
Μόλις ο Εμμ. Παπάς πληροφορήθηκε ότι ολόκληρη η χερσόνησος της Κασσάνδρας πήρε τα όπλα εναντίον των Τούρκων, αποφάσισε να εξέλθει από το Άγιον Όρος προς ενίσχυση των επαναστατών και αφού πρώτα συνενωθεί μαζί τους να κινήσουν εναντίον της Θεσσαλονίκης. Έστειλε μάλιστα τον στενό του συνεργάτη Νικηφόρο Ιβηρίτη διά θαλάσσης στην Κασσάνδρα για να τους ανακοινώσει την απόφασή του να τους συνδράμει.
Τα στρατιωτικά τμήματα που συγκροτήθηκαν από τους επαναστάτες, ήταν δύο και κινήθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Το πρώτο προοριζόταν να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και το δεύτερο παρέμεινε πίσω -έχοντας στις τάξεις του και 2000 ένοπλους μοναχούς- για να αποκρούσει ενδεχόμενη τουρκική επίθεση από τα βόρεια. Ο ενθουσιασμός περίσσευε, έλειπε όμως ο έμπειρος αρχηγός που θα κατόρθωνε να ελέγξει και να πειθαρχήσει εκείνα τα στρατιωτικά σώματα που έμοιαζαν περισσότερο με άτακτα μπουλούκια. Ταυτόχρονα ο Εμμ. Παπάς ζήτησε βοήθεια από τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου, τον Δημήτριο Υψηλαντη και τους Υδραίους. Η αναμενόμενη βοήθεια δεν ήρθε ποτέ. Η αποτυχία της Επανάστασης διαφαινόταν ήδη στον ορίζοντα.
Ο Κωνσταμονίτης όμως μοναχός και συντάκτης της ‘‘Διηγήσεως’’ έχει και μια άλλη εξήγηση: «Και ήτον να ιδή τότε τις όλους αυτούς κατά ψυχήν, με τι σκοπόν και λογισμόν ο καθείς επροπορεύετο και ακολουθούσε, όλοι δηλαδή αυτοί (οι επαναστάτες) ηκολούθουν διά να αξιωθούν δόξης και τιμής. Τουτέστι άλλος διά να γείνη της περιφήμου εκείνης Θεσσαλονίκης Αυθέντης· άλλος αρχιστράτηγος επάνω εις πεζούς και καββαλαραίους· άλλος πάλιν να γείνη Μητροπολίτης· και άλλος Επίσκοπος. Με τοιαύτας λοιπόν φαντασίας κινούμενοι οι πλανεμένοι ή καλλίτερον να είπω οι από αβλεψίαν μεθυσμένοι έλυσαν τα άλυτα, και εσυγχώρησαν όλα εκείνα τα ασυγχώρητα, και εκαταλούσαν κρέατα μικροί τε και μεγάλοι, κατά τας διωρισμένας νηστείας του έτους» (204,6-15).
Έτσι η προέλαση δεν ευοδώθηκε. Τα συγκεντρωμένα ένοπλα τμήματα του Εμμ. Παπά στο στενό της Ρεντίνας αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στον πολυαριθμότερο στρατό του Μπαϊράμ πασά (15 Ιουνίου 1821). Από την άλλη οι Τούρκοι της Θεσσαλονίκης παίρνοντας θάρρος εξήλθαν από την πόλη μαζί με τους Εβραίους και κινήθηκαν εναντίον του πρώτου τμήματος των επαναστατών που φιλοδοξούσε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και βρισκόταν ήδη στρατοπεδευμένο στα Βασιλικά. Η μάχη έληξε με ήττα των Ελλήνων, εισβολή των Τούρκων στα Βασιλικά, πυρπόληση και λεηλασία της κωμόπολης.
Ο Εμμ. Παπάς κατευθύνθηκε τότε μέσω Πολυγύρου στην Κασσάνδρα και οχύρωσε τον λαιμό της αρχαίας Ποτίδαιας με σκοπό να αναχαιτίσει την προέλαση των Τούρκων, ενώ ταυτόχρονα έστειλε τον Ρήγα Μάνθο στο στενό του Άθωνα με την εντολή να εμποδίσει την είσοδο των Τούρκων στο Άγιον Όρος. Εξαιτίας της δυσμενούς έκβασης που είχε πάρει η Επανάσταση οι Αγιορείτες απέδωσαν τον τίτλο του αρχηγού του ελληνικού στρατεύματος που έφερε ο Εμμ. Παπάς, και στον Ρήγα Μάνθο. Αμέσως ο Εμμ. Παπάς επέστρεψε, στις 27 Ιουλίου, στο Άγιον Όρος μαζί με τον έμπιστό του συνεργάτη Νικηφόρο Ιβηρίτη και 60 ένοπλους άνδρες. Σε μια δραματική σύσκεψη στη Μονή Κουτλουμουσίου ο Παπάς διέταξε την άμεση εκτέλεση του Ρήγα. Τη θέση του άτυχου Ρήγα ως ‘‘Διοικητή και Κριτή του Αγίου Όρους’’ κατέλαβε, ύστερα από πρόταση του Εμμ. Παπά ο Νικηφόρος. Μέσα Αυγούστου ο Παπάς επέστρεψε πάλι στην Κασσάνδρα.
Οι Προϊστάμενοι των Μονών μετά την αναχώρηση του Εμμ. Παπά άρχισαν να ενεργούν κατά τέτοιον τρόπο που αποκάλυπτε τον πραγματικό τους σκοπό· την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των Μονών τους και όχι την ευόδωση του Αγώνα. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση ο Νικηφόρος επέβαλλε «δόσιμον», δηλ. αναγκαστικές εισφορές των Μονών υπέρ του Αγώνα και φυλάκιζε όσους Προϊσταμένους αρνούνταν να συνεισφέρουν. Επειδή όμως «διόρθωσις εις τους καλογήρους δεν εγίνετο, μηδέ εισακούετο εις τους Προεστούς της Κοινής Συνάξεως» (206,13-14), ο Νικηφόρος γρήγορα έχασε τη θέση του.
Μετά την ήττα στην Κασσάνδρα (31 Οκτωβρίου 1821) από τα στρατεύματα του Αβδούλ Αμπούδ μεγάλη αναταραχή επεκράτησε στο Άγιον Όρος. Επηρεασμένοι από τις φήμες που κυκλοφορούσαν για αμνηστεία από τον Αβδούλ Αμπούδ αποφάσισαν να συνθηκολογήσουν. Χωρίς χρονοτριβή συναντήθηκαν με τον νικητή πασά στην Κασσάνδρα έχοντας μαζί τους τον Τούρκο διοικητή του Αγίου Όρους, τον οποίο όλο αυτό το διάστημα κρατούσαν φυλακισμένο στη Μονή Κουτλουμουσίου και τώρα άφησαν ελεύθερο. Ο πασάς έδειξε ικανοποιημένος για τον τρόπο που οι μοναχοί συμπεριφέρθηκαν στον Τούρκο διοικητή, «και η ζωή του έγεινεν εις τους καλογήρους καλή αιτία, και είχον λόγον διά να ζητήσουν και να κάμουν συμφωνίας διά το Όρος» (208,13-14). Ο Αβδούλ Αμπούδ υποσχέθηκε στους αντιπροσώπους ότι δεν θα εισβάλλουν τουρκικά στρατεύματα στο Άγιον Όρος, αλλά επέμεινε στην παράδοση όπλων και ομήρων. Οι αγιορείτες δέχθηκαν, και το χειρότερο όλων απεφάσισαν να παραδώσουν στις τουρκικές αρχές τον Εμμ. Παπά, ο οποίος είχε καταφύγει στη Μονή Εσφιγμένου.
Μετά την επαίσχυντη συμφωνία οι μοναχοί νόμισαν πως το Άγιον Όρος σώθηκε από την οργή των Τούρκων. «Η δε απόφασις και συμφωνία την οποίαν με τους καλογήρους έκαμεν εις Κασάνδραν δεν εφυλάχθη διόλου από τον άπιστον» (211,2-3), γράφει ο Δοσίθεος. Τουρκική φρουρά 3000 ανδρών εγκαταστάθηκε στο Άγιον Όρος «των οποίων αι κακίαι δεν γράφωνται όλαι καταλεπτώς διά το αδύνατον όσας μεταχειρίσθησαν. Μήτε αυτούς τους θείους ναούς αφήκαν οι ασεβείς, χωρίς να τους βεβηλώσουν και να τους μολύνουν διαφθείροντες τας Ιστορίας των (αγιογραφίες)» (211,6-9). Επί εννέα ολόκληρα η τουρκική φρουρά καταδυνάστευε το Άγιον Όρος, οπότε η Πύλη αποδέχθηκε την αποχώρηση της φρουράς.
Για τα συμπεράσματα αφήνουμε τον Κωσταμονίτη μοναχό να τα συνοψίσει: Το μόνο καλό που προσέφεραν στην Επανάσταση με τη στάση τους οι Αγιορείτες ήταν «ο χαλασμός και αφανισμός των Μοναστηριών» (215,21).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιωάννης Μαμαλάκης, ‘‘Διήγησις περί Αγίου Όρους εν καιρώ της Επαναστάσεως 1821’’, Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 7 (1957) 215-237.
Αθανάσιος Γερομιχαλός, ‘‘Ο Φιλικός Χαρτοφύλαξ Νικηφόρος ο Ιβηρίτης και η Ανέκδοτος αυτού Αλληλογραφία’’, Μακεδονικά 8 (1968) 1-73.
Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α΄, Αθήνα 61974, σσ. 588-609.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















