Γράφει ο Δρ. Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης
Σε δύο χειρόγραφους κώδικες αγιορετικών μονών (Κωνσταμονίτου 107, φφ. 193-216 και Ζωγράφου 50, φφ. 29-56) εντοπίζεται μια πραγματεία για το τι συνέβη στο Άγιον Όρος κατά τα πρώτα επαναστατικά χρόνια, την οποία εξέδωσε ο Ιωάννης Μαμαλάκης το 1957. Συγγραφέας της ‘‘Διηγήσεως’’ είναι ο μοναχός Δοσίθεος Κωσταμονίτης, με καταγωγή από τη Λέσβο. Πριν το κείμενο της ‘‘Διηγήσεως’’, ο ίδιος ο Δοσίθεος συνέγραψε ένα «Νέον Υπόμνημα των Νεοφανών Ιερομαρτύρων και Οσιομαρτύρων, κατά την Επανάστασιν της Ελλάδος υπό των Οθωμανών θανατωθέντων» (φφ. 169-192). Πρόκειται για το ‘‘Μαρτύριο’’ τεσσαρών μοναχών της Μονής της μετανοίας του, του Συνεσίου από το χωριό Τρίγλια της Προύσσας, του Παύλου από τα Ιωάννινα, του Βενέδικτου από την επαρχία Βισαλτίας Σερρών, του Τιμόθεου από τη Βέροια και δύο εργατών από τα Στάγειρα της Χαλκιδικής, του Σάββα και ενός άλλου του οποίου το όνομα δεν διασώζει ο Δοσίθεος. Ακολουθεί, όπως προαναφέραμε το κείμενο της ‘‘Διηγήσεως’’ με τον ακριβή τίτλο να έχει ως εξής: «Δευτέρα ανάπτυξις, σύντομος και καθαρά, ήτις διαλαμβάνει περί των όσοι συνήργησαν να επαναστατήσωσιν το Άγιον Όρος εξ ης αιτίας συνέβη να τιμωρηθώσιν διαφόρως και τέλος να μαρτυρήσουν υπό των ασεβών οι αθώοι και ανεύθυνοι και άλλοι αδελφοί Χριστιανοί», που περιγράφει τα τεκταινόμενα στον Άθωνα από την έναρξη της Επανάστασης το 1821 ως την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από το Άγιον Όρος τον Απρίλιο του 1830. Και τα δύο κείμενα ο Δοσίθεος τα έγραψε μεταξύ 1830 και 1844.
‘‘Διήγησις’’ ονόμασε το κείμενό του ο ίδιος Δοσίθεος: «Άρχομαι λοιπόν της Διηγήσεως, η οποία υπάρχει πολλής λύπη αξία και ακούσατε μετά προσοχής, πως συνέβη η υπόθεσις αύτη» (193,5-6). Στον σύντομο πρόλογο ο Δοσίθεος καλεί τους αναγνώστες του να ανοίξουν τους αισθητούς και νοητούς οφθαλμούς για να θρηνήσουν μαζί του την ερήμωση του Αγίου Όρους. Ερήμωση η οποία οφείλεται στους μεγάλους σεισμούς που συνέβησαν κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής του 1790, «εσείετο το Όρος ως τον κάλαμον» (194,7)-σημειώνει ο Δοσίθεος-, και υποχρέωναν τους μοναχούς να φεύγουν τρομαγμένοι από τις Μονές και να καταφεύγουν στα γειτονικά δάση για να σωθούν. Μάλιστα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Προκόπιος (1785-1789), ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν εξόριστος στην Ι.Μ.Μεγίστης Λαύρας (και όχι Βατοπεδίου, όπως αναφέρει ο Δοσίθεος), πρόσταξε τους αγιορείτες να αναγιγνώσκουν Ικετηρίους Κανόνες και Κατανυκτικές Ευχές στον Ιησού Χριστού και την Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Η κατάσταση χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο, όταν το καταστροφικό έργο των σεισμών ήρθε να συμπληρώσει η πανώλη, που ενέσκυψε στον Άθωνα και οδήγησε πολλούς στον θάνατο. Ο διάδοχος του Προκοπίου στον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινούπολης Νεόφυτος (1789-1794 και 1798-1801), εξόριστος και αυτός στη Μονή Κουτλουμουσίου μετά τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση (1η Μαρτίου 1794), όρισε κι αυτός στους μοναχούς να ψάλλουν καθημερινά την Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο, στους ιερείς να αναγιγνώσκουν διάφορες ευχές και στους προεστώτες των Μοναστηριών να παύσουν να μαλώνουν για τη διαχείριση των διαφόρων υποθέσεων, κυρίως οικονομικών.
Οι διαμάχες μεταξύ των μοναχών «περί τόπων και συνόρων» (196,8) ήταν κατά τον Δοσίθεο η τρίτη αιτία παρακμής του Αγίου Όρους. Ο μαρτυρικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ ευρισκόμενος εξόριστος κι αυτός στο Άγιον Όρος μετά την πρώτη περίοδο της Πατριαρχίας του (1797-1798) βλέποντας την κατάσταση να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο διέτρεχε όλο το Όρος συμβουλεύοντας τους μοναχούς και κυρίως τους προεστώτες των Μονών να «απέχουν από την κατηραμένην πλεονεξίαν, και από ξένα πράγματα» (196,5-6). Οι μοναχοί ακούγοντας τους λόγους του σοφού Πατριάρχη ησύχαζαν προσωρινά και προσπαθούσαν να διορθωθούν, επιδιδόμενοι μόνο στην άσκηση των μοναχικών καθηκόντων τους. Σύντομα όμως τους ξεχνούσαν και άρχιζαν πάλι τις διαφωνίες και τους τσακωμούς. Ήταν τόσο μεγάλη η ένταση και η αναστάτωση στο εσωτερικό του Αγίου Όρους, ώστε δεν δίσταζαν να καταφεύγουν στα τουρκικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης για να διεκδικήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα ο ένας από τον άλλο, η μια Μονή από την άλλη, ακόμη και οι Σκήτες και τα κελιά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Αρχιερείς και οι υπόδουλοι στεναχωριόνταν με την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το Άγιον Όρος.
Η τιμωρία του Θεού δεν άργησε να έρθει για μια ακόμη φορά-μετά τους σεισμούς-, σύμφωνα με τον Δοσίθεο. Μετά από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας τον Σεπτέμβρη του 1820 ένας φοβερός κατακλυσμός προκάλεσε μεγάλες ζημιές στα μοναστήρια. Οι αρσανάδες των Μονών Διονυσίου και Γρηγορίου παρασύρθηκαν από τα ορμητικά νερά, όπως και οι μαρμάρινες κολώνες που προορίζονταν για το νέο Καθολικό της Μονής του Αγίου Παύλου. Ήταν τόσο έντονο το καιρικό φαινόμενο και τέτοιας έκτασης οι ζημιές, ώστε σημειώνει ο Κωσταμονίτης μοναχός: «και τούτο ήτο σημείον όπου εφανέρονε και εδηλοποίει φανερά, ότι μέλλει να ξεγυμνωθή από τον πολύν πλούτον και δόξαν ην είχεν το άγιον Όρος, και από το πλήθος των ανθρώπων, τους οποίους σχεδόν δεν εχώρει εκείνο το μέγα Όρος του Άθωνος» (199,13-16).
Ούτε όμως αυτή η θεομηνία παραδειγμάτισε τους μοναχούς. Και ενώ αυτοί συνέχιζαν τις διενέξεις και τις αντιπαλότητες, το υπόδουλο γένος επαναστατούσε κατά των Οθωμανών Τούρκων. Εκείνη την εξαιρετικά κρίσιμη για τον Ελληνισμό περίοδο επισκέφθηκε το Άγιον Όρος ο πρωτεργάτης της Επανάστασης στη Μακεδονία Εμμανουήλ Παπάς. Σκοπός της επίσκεψης του ήταν να προετοιμάσει την Επανάσταση και στο Άγιον Όρος. Αρχικά επισκέφθηκε τις Μονές Μεγίστης Λαύρας και Ιβήρων, και τελικά κατέληξε στη Μονή Εσφιγμένου, όπου θα γινόταν ευρεία σύσκεψη για την προετοιμασία της Επανάστασης, καθώς το Άγιον Όρος θεωρούνταν από τους Φιλικούς το καταλληλότερο ορμητήριο για την εξέγερση στη Μακεδονία (Ο Παπάς ακολούθησε την αντίστροφη πορεία, όχι αυτή που καταγράφει ο Δοσίθεος). Στενοί συνεργάτες του Εμμανουήλ Παπά ήταν ο ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου Ευθύμιος και ο χαρτοφύλαξ Νικηφόρος ο Ιβηρίτης, γραμματέας του Γρηγορίου του Ε΄, όσο καιρό ο Πατριάρχης βρισκόταν εξόριστος στο μοναστήρι των Ιβήρων. Η ιστορική αυτή σύσκεψη πρέπει να πραγματοποιήθηκε κατά τα μέσα Απριλίου 1821.
Σημείο μέγα εμφανίσθηκε κατά τη σύσκεψη. «Και τότε εφάνη σημείον μέγα εν τω Ουρανώ κατά την Τρίτην ώραν της νυκτός, είχεν δηλαδή η Σελήνη ολόγυρα τους Σταυρούς, οίτινες εδηλούσαν και εφανέροναν βέβαιαν την θλίψιν όπου έμελλεν να δοκιμάση το γένος των Χριστιανών» (199, 16-19). Το σημείο μπορούσε να ερμηνευθεί αφού αναφερόταν στις σφαγές και τους διωγμούς που ήδη είχαν εξαπολύσει οι Τούρκοι στη Μακεδονία με την είδηση της έκρηξης της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Το ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας ερημώθηκε, η περιοχή της Καλαμαριάς, της Κασάνδρας, τα χωριά που βρίσκονται στον Χολομώντα μέχρι τα όρια του Αγίου Όρους γνώρισαν την οργή και τη μήνι των Τούρκων. Και όσοι αγιορείτες μοναχοί βρίσκονταν στα μετόχια των Μονών τους συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο κάστρο της Θεσσαλονίκης (Επταπύργιο) μαζί με τους προεστούς των χωριών. Λίγο αργότερα όλοι εκτελέστηκαν από τους Τούρκους ποτίζοντας με το αίμα τους το δένδρο της Ελευθερίας.
Η Επανάσταση στη Μακεδονία δεν είχε ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς. Οι Τούρκοι έσφαζαν, λεηλατούσαν και ερήμωναν τη μακεδονική ύπαιθρο, ώστε να προλάβουν και την παραμικρή εκδήλωση διάθεσης των ντόπιων για Επανάσταση. Η Θεσσαλονίκη γνώρισε την ανείπωτη εκδικητική μανία των Οθωμανών. Κατά τον Μάιο του 1821 η πόλη είχε μετατραπεί σε ένα «απέραντο σφαγείο». Ο τοποτηρητής του επισκοπικού θρόνου της Θεσσαλονίκης, επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος συνελήφθη μαζί με τον παπα-Γιάννη, εφημέριο του ναού του Αγίου Μηνά, και μαρτύρησαν στην κεντρική αγορά της πόλης (αγορά Βλάλη).
(συνεχίζεται)
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















