Γράφει ο Δρ Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης
Με την άφιξή του στην Ελλάδα (11 Ιανουαρίου 1828) ο Καποδίστριας ανέλαβε το δύσκολο έργο να δημιουργήσει κράτος από μηδενικές βάσεις. Γνώριζε πως για να υπάρξει κράτος έπρεπε να συντρέχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις, τις οποίες μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής: α) δημιουργία ισχυρού κέντρου με ταυτόχρονη εξαφάνιση κάθε μορφής τοπικής εξουσίας, β) ασφάλεια στην ύπαιθρο και στις πόλεις, η οποία θα βοηθούσε στην αναγέννηση της οικονομίας, γ) δημόσια έργα και υποδομές και δ) αναδιοργάνωση των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων. Στήριγμά του στην τιτανιώδη προσπάθεια που ανέλαβε η αγάπη του ελληνικού λαού.
Η αναδιοργάνωση και ανασύνταξη στρατού και στόλου, απαραίτητη για την εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων από τα ελληνικά εδάφη και την καταπολέμηση της ληστείας και της πειρατείας, παρουσίαζε τα πιο περίπλοκα προβλήματα που έπρεπε να λυθούν αποφασιστικά από τον Καποδίστρια. Επρόκειτο για θέματα σχετικά με την ηγεσία, την οργάνωση, τον εφοδιασμό, την πειθαρχία και την απόκτηση υψηλού ηθικού. Η φύση των προβλημάτων αυτών απαιτούσαν ειδικούς χειρισμούς, τους οποίους ο Καποδίστριας ήταν διατεθειμένος να κάνει.
Από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, αποφάσισε ότι την ανώτατη διοίκηση του στρατού και του ναυτικού θα την ασκούσε η κυβέρνηση, στην ουσία όμως ο ίδιος, με σκοπό να περιορίσει τις οποιεσδήποτε φιλοδοξίες οπλαρχηγών και άλλων. Εκεί που εντόπιζε το πρόβλημα ο Κυβερνήτης ήταν η εξεύρεση των κατάλληλων προσώπων για τις ανώτερες θέσεις, αφού θα έπρεπε να επιλέξει πρόσωπα με ικανότητες, τα οποία θα τύχαιναν ευρύτερης αποδοχής στον χώρο των αγωνιστών. Τελικά κατέληξε στα πρόσωπα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για την στρατιωτική περιφέρεια Πελοποννήσου, του Δημητρίου Υψηλάντη και του στρατηγού Τσωρτς (Richard Church) για τις περιφέρειες της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδας αντίστοιχα.
Ανώτερη μονάδα στρατού καθορίσθηκε η χιλιαρχία στην οποία αποφασίσθηκε να χρησιμοποιηθούν ως επικεφαλής χιλίαρχοι οι νεότεροι οπλαρχηγοί, αφού οι μεγαλύτεροι θα παρέμεναν κοντά στον Καποδίστρια σε κάποιες τιμητικές γι’ αυτούς θέσεις. Η δυσκολία που είχε να ξεπεράσει ο Καποδίστριας, ήταν μεγάλη. Έπρεπε να πείσει οπλαρχηγούς με δάφνες και πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολεμικά γεγονότα του Αγώνα να υπηρετήσουν με βαθμό μικρότερο στο στράτευμα-αυτό του χιλιάρχου-και σε θέσεις τις οποίες ήταν σίγουρο πως θα θεωρούσαν κατώτερες γι’ αυτούς και τις υπηρεσίες που προσέφεραν κατά τη διάρεκια της Επανάστασης.
Λαμβάνοντας υπόψη του ο Καποδίστριας την όλη κατάσταση, πλησίασε τον Κίτσο Τζαβέλα προσπαθώντας να τον πείσει ότι έπρεπε να δεχθεί τον βαθμό του χιλίαρχου και τη διοίκηση της Α΄ Χιλιαρχίας αποτελώντας παράδειγμα και για τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς. Ο γενναίος Σουλιώτης δεν έφερε αντίρρηση στον Καποδίστρια και αποδέχθηκε τον προτεινόμενο βαθμό του χιλιάρχου. Ο Κυβερνήτης είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση των χιλιαρχιών. Αμέσως μετά προχώρησε-με τη βοήθεια του Κωλέττη- στη συγκρότηση της Β΄ Χιλιαρχίας με επικεφαλής τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο που είχε συμμετάσχει στην πολιορκία του Μεσολογγίου και σώθηκε κατά την Εξόδο. Με τον ίδιο τρόπο προχώρησε και στη συγκρότηση των υπολοίπων χιλιαρχιών.
Αξίζει όμως να δούμε πως έγινε η στελέχωση των στρατιωτικών αυτών τμημάτων αλλά και την αγωνιώδη προσπάθεια κάποιων Ελλήνων αγωνιστών να αποκτήσουν μια θέση στον στρατό. Αυτόπτης μάρτυρας αυτών των προσπαθειών υπήρξε ο αγωνιστής και μετέπειτα ιστορικός της Επανάστασης Ν. Κασομούλης.
Με την ανακοίνωση των δύο πρώτων χιλιάρχων, του Τζαβέλα και του Χατζηπέτρου, ξεκίνησαν οι διεργασίες για να βρεθούν οι επικεφαλής των πεντακοσιαρχιών, της πρώτης υποδιαίρεσης της χιλιαρχίας. Στην περίπτωση αυτή, κατά τον Κασομούλη, ανέκυψε κίνδυνος μεγάλης αναταραχής. Τελικά αποφασίστηκε οι Σουλιώτες να αποτελέσουν την Α΄ Χιλιαρχία με πεντακοσίαρχους τους Χρήστο Φωτομάρα και Γιαννούση Πανομάρα.

Τα πράγματα ήταν όμως πιο δύσκολα στη στελέχωση της Β΄ Χιλιαρχίας και στον ορισμό των δυο πεντακοσιάρχων. Κι αυτό, γιατί η συγκεκριμένη χιλιαρχία είχε αποφασιστεί να στελεχωθεί από τους αγωνιστές της Φρουράς του Μεσολογγίου. Οι υποψήφιοι για το αξίωμα δεν δέχονταν να παραιτηθούν από τη διεκδίκησή του και αποφάσισαν να συγκεντρωθούν μυστικά με σκοπό να συζητήσουν και να αποφασίσουν από κοινού για τους δύο πεντακοσιάρχους. Μεταξύ των υποψηφίων ήταν και ο Κασομούλης. Καθώς όμως η συζήτηση οδηγούσε σε αδιέξοδο και κανένας δεν έδειχνε πρόθυμος να αποσυρθεί από τη διεκδίκηση του αξιώματος, ο Κασομούλης τους πρότεινε να συμφωνήσουν στην εκλογή δύο «έξωθεν» προσώπων, ώστε να μη διαταραχθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και έτσι κατέληξαν στην ομόφωνη εκλογή του Σπυρομήλιου και του Γεωργίου Βάγια, αγωνιστών της Φρουράς του Μεσολογγίου.
Όμως ούτε κι αυτοί οι δυο δέχθηκαν αρχικά τη συγκεκριμένη πρόταση, γιατί ήλπιζαν ότι θα πάρουν τον βαθμό του χιλίαρχου της Β΄ Χιλιαρχίας από τον Χατζηπέτρο. Αναγκάστηκαν όμως να πεισθούν και να αποδεχθούν την προταθείσα θέση, όταν η ομάδα των αποσυρθέντων από το αξίωμα αγωνιστών- τους μίλησε σε αυστηρό τόνο: «Καθώς ημείς διά το καλόν της Πατρίδος και του Στρατού όλοι, θυσιάζοντες εν μέρος της φιλοτιμίας μας, δεχόμεθα υμάς διά 500άρχους, ούτως και εσείς να θυσιάσητε από την φιλοτιμίαν σας, να δεχθήτε τον Χριστόδουλον διά χιλίαρχον, ο οποίος είναι της εκλογής μας, χωρίς δυσκολίαν, ειδεμή να μας απαντήσητε ευθύς να προχωρήσωμεν» (Ενθυμήματα, σ. 26). Οι δύο ζήτησαν προθεσμία μιας ώρας να το σκεφθούν και μετά την παρέλευση της προθεσμίας «μας ανήγγειλαν με ευχαρίστησίν των» γράφει ο Κασομούλης, «ότι το δέχονται» (Ενθυμήματα, σ. 26).
Έτσι μπορούσαν να αρχίσουν οι διεργασίες για την επάνδρωση της Β΄ Χιλιαρχίας. Σε δύο μόλις μέρες η χιλιαρχία είχε στελεχωθεί από 1050 σχεδόν υπαξιωματικούς και στρατιώτες και διαιρέθηκε σε 10 εκατονταρχίες. Στη συνέχεια ο κατάλογος της Β΄ Χιλιαρχίας, όπως κι αυτός της Α΄, δόθηκε από τον Υψηλάντη και τον Κωλέττη στον Καποδίστρια προς έγκριση.
Ο Καποδίστριας μόλις παρέλαβε τους καταλόγους έδωσε εντολή στον Γερμανό στρατιωτικό Korring να επιθεωρήσει τις χιλιαρχίες. Η επιθεώρηση στιγματίστηκε και από ένα αστείο στιγμιότυπο, που κατέγραψε ο Κασομούλης. Ο Korring δεν ικανοποιήθηκε από το θέαμα που παρουσίασαν οι παρατεταγμένες χιλιαρχίες, και ειδικότερα απογοητεύθηκε από τους χαμηλόσωμους στρατιώτες. Απαίτησε από τον Υψηλάντη να διαγράψει αρκετούς, εισπράττοντας όμως την άρνηση του Υψηλάντη. Τη δυσφορία του Γερμανού αντιλήφθηκε ο Γιαννούσης Πανομάρας, ο ένας από τους δυο πεντακοσίαρχους, ο οποίος δεν φημιζόταν για το ύψος του. Θέλοντας να περιπαίξει τον Korring «ετυλίχθη με μία κάπα ενός στρατιώτου και εστάθη εις την ουράν, όπου έμελλεν να διαβή (ο Korring) να επιθεωρήση, προσποιούμενος τον στρατιώτην. Ο Γκαίρριγκ άμα τον είδεν λέγει εις τον Στρατάρχην:
-Είναι λοιπόν διά στρατιώτης αυτός να τον αφήσω;
Ο Στρατάρχης (ο Υψηλάντης) εκοινοποίησεν <μεγαλοφώνως> την ερώτησιν· γενικώς γέλως έγινεν. Του λέγει λοιπόν ότι αυτός είναι ο <περίφημος διά την ανδρείαν του> πεντακοσίαρχος <του υπό επιθεώρησιν σώματος>.
-Πεντακοσίαρχος, λέγει, αυτός, και μάλιστα της <Α΄> χιλιαρχίας; Και το έκαμεν επίτηδες;
Ο Γκαίρριγκ, παραξενευθείς, ανεχώρησεν με δυσαρέσκειαν» (Ενθυμήματα, σ. 28).
Σειρά να σχηματισθεί είχε πλέον η Γ΄ Χιλιαρχία.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























