Nικολέττα Μπασδέκη: «Έχουμε κατ’ αρχήν μια απλοποίηση της ποινικής διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος μπορεί σε οποιαδήποτε στάδιο της διαδικασίας να αιτηθεί την διαπραγμάτευση. Να ομολογήσει την πράξη και να διαπραγματευτεί το ύψος της ποινής»
Του Γιάννη Ανδρεάκη
Ένα νέος θεσμός, αυτός της Ποινικής Διαπραγμάτευσης, έχει εισαχθεί στην ελληνική έννομη τάξη από το 2019 με βασικό στόχο την απλοποίηση της ποινικής διαδικασίας.
Η larissanet απευθύνθηκε στην πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας Νικολέττα Μπασδέκη, η οποία και αναλύει τις παραμέτρους που διέπουν τον θεσμό, τις καινοτομίες που αυτός συνεπάγεται, αλλά και τα προβληματικά σημεία.
«Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας εισήγαγε στην ελληνική έννομη τάξη έναν αγγλοσαξωνικής προέλευσης θεσμό, την Ποινική Διαπραγμάτευση. Ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται σχεδόν σε όλες τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης πλην δύο, της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν» επισημαίνει η κ. Μπασδέκη και αναλύει τα βασικά στοιχεία του νέου θεσμού: «Πρόκειται για την “ανταλλαγή” της ομολογίας της ενοχής του κατηγορουμένου με την επιβολή μειωμένης ποινής, λαμβάνει δε χώρα μεταξύ του συνηγόρου του κατηγορουμένου και του Εισαγγελέα. Πιο συγκεκριμένα μέχρι την τυπική περαίωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας Ποινικής Διαπραγμάτευσης. Με την υποβολή του αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα (Πλημμελειοδικών επί πλημμελημάτων, Εφετών επί κακουργημάτων) ο οποίος και θα κρίνει αν η υπόθεση είναι δεκτική διαπραγμάτευσης(συνθήκες τέλεσης της πράξης, προσωπικότητα του κατηγορουμένου κλπ.) και σε καταφατική περίπτωση καλεί τον κατηγορούμενο μετά ή δια του συνηγόρου του να εμφανιστεί ενώπιόν του και αν το κρίνει αναγκαίο και τον παθόντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η έναρξη διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος (πχ. πλαστογραφία).
Αν ο κατηγορούμενος συμφωνήσει με τον Εισαγγελέα για την ποινή συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης στο οποίο περιέχεται η ομολογία και η συμφωνηθείσα ποινή. Το ύψος της ποινής ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 303 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας(για παράδειγμα αν για την πράξη του κατηγορουμένου προβλέπεται κατά τον Ποινικό Κώδικα κάθειρξη 10 ετών, η προτεινόμενη από τον Εισαγγελέα ποινή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 5 χρόνια φυλάκισης).

Σε πέντε μέρες από τη σύνταξη του πρακτικού η υπόθεση εισάγεται στο ακροατήριο, με υποχρεωτική την παράσταση δικηγόρου. Το Δικαστήριο κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη της συμφωνηθείσας.
Ποινική Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει ακόμη και στο ακροατήριο και όχι μόνο στο στάδιο της ανάκρισης ή προανάκρισης».
Σχετικά με τις υποθέσεις που επιδέχονται του θεσμού της Ποινικής Διαπραγμάτευσης, όπως και αυτές που απαγορεύεται να εισαχθούν, η πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας υπογραμμίζει ότι «ο νέος θεσμός αφορά όλα τα εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα και χρήση μπορούν να κάνουν όλοι οι κατηγορούμενοι που διώκονται για αυτά. Απαγορεύεται η Ποινική Διαπραγμάτευση στα παρακάτω εγκλήματα: α) τα κακουργήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας κάθειρξης, β) τα κακουργήματα που αφορούν τρομοκρατικές πράξεις- τρομοκρατικήοργάνωση (187 Α ΠΚ) και γ) τα κακουργήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής».
Σε ότι αφορά την εκκίνηση της Ποινικής Διαπραγμάτευσης: «Ο νέος θεσμός εισήχθη με το Ν. 4620/2019 (τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του με τους Ν. 4637/2019 και 4640/2019. Όπως προανέφερα ισχύει σε όλες τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης (πλην δύο) και αυτό αποδεικνύει ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο κυριαρχούν οι εναλλακτικές διαδικασίες (όπως και η ποινική συνδιαλλαγή) επίλυσης των ποινικών διαφορών για ταχύτερη απονομή της ποινικής δίκης».
Η κ. Μπασδέκη επισημαίνει ότι στη Λάρισα – από πληροφορίες που διαθέτει – ο θεσμός ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί.

Τα πλεονεκτήματα και τα προβληματικά σημεία
Η πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας αναλύει τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την επιλογή της Ποινικής Διαπραγμάτευσης δηλώνοντας πως «έχουμε κατ’ αρχήν μια απλοποίηση της ποινικής διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος μπορεί σε οποιαδήποτε στάδιο της διαδικασίας να αιτηθεί την διαπραγμάτευση. Να ομολογήσει την πράξη και να διαπραγματευτεί το ύψος της ποινής. Οι ποινές διαμορφώνονται ως εξής: 1) αν για την πράξη προβλέπεται κάθειρξη μέχρι 10 έτη το μέγιστο της ποινής είναι φυλάκιση 5 ετών, 2) αν για την πράξη προβλέπεται κάθειρξη άνω των 10 ετών το μέγιστο της ποινής είναι 7 έτη, 3) αν για την πράξη προβλέπεται πρόσκαιρη κάθειρξη το μέγιστο της ποινής είναι 2 έτη και 4) στα πλημμελήματα δεν μπορεί να υπερβεί τα 2 έτη. Πέραν αυτών η όλη διαδικασία υπόκειται στην ακροαματική διαδικασία, όπου ένα δικαστήριο θα αποφασίσει για το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης και για το ύψος της επιβαλλόμενης ποινής».
Η Νικολέττα Μπασδέκη κάνει ειδική μνεία στα περιθώρια βελτίωσης που μπορούν να υπάρξουν στο νέο θεσμό υπογραμμίζοντας ότι «η όλη διαδικασία ακόμη είναι στα σπάργανα. Πάντοτε υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Όπως είναι γνωστό στο νομικό κόσμο η εφαρμογή ενός νέου θεσμού και μιας νέας διαδικασίας επιφέρει και την αναγκαιότητα τροποποιήσεων των διατάξεων. Η νομολογία εξάλλου των δικαστηρίων θα επιλύσει και όσα προβλήματα εμφανιστούν από την εφαρμογή των νέων διατάξεων.
Προβληματική κατά τη γνώμη μου, από την εφαρμογή των νέων διατάξεων είναι η ικανοποίηση του παθόντος από την παράνομη πράξη του κατηγορουμένου. Και ναι μεν προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 304 ΚΠΔ η ικανοποίηση του παθόντος, με την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία έχουν κατασχεθεί ή δεσμευτεί (τραπεζικοί λογαριασμοί, θυρίδες, ακίνητη ή κινητή περιουσία) αυτό όμως προϋποθέτει ότι έχουν δεσμευτεί τα περιουσιακά στοιχεία του δράστη».
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























