Του Βάιου Κουτριντζέ*
Τα βράδια, καθώς το θολερό και νοτερό σκοτάδι στρωνόταν σαν μαύρο πέπλο πάνω στην πόλη κι άναβαν τα φώτα, στηνόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο κι έκοβε βόλτες πέρα δώθε. Το κορίτσι εργαζόταν ως πωλήτρια στο γωνιακό βιβλιοπωλείο. Πάντα όμορφα ντυμένη, καλοχτενισμένη, χαμογελούσε στους πελάτες και μετά τύλιγε μ’ επιμέλεια τα βιβλία. Δεν του ξέφευγε ούτε μία της κίνηση. Αφοσιωνόταν, δε, σε τέτοιο βαθμό, που κάποια φορά παρασύρθηκε κι άπλωσε το χέρι του να πάρει αυτός το πακέτο. Έφευγε όμως, λίγο πριν σχολάσει, επειδή δε διέθετε το απαραίτητο θάρρος που χρειαζότανε για να την πλησιάσει. Πού να το ’βρισκε; Ούτε μοντέρνα ρούχα φορούσε, ούτε ήξερε να κάνει κόρτε στα κορίτσια. Ωστόσο, εκείνο το βράδυ, που ’ριχνε τη βροχή με το τουλούμι και δεν έλεγε να σταματήσει, το αποφάσισε. «Ή τώρα ή ποτέ!» είπε από μέσα του, ξεπερνώντας όλες του τις φοβίες, κι ας γινόταν μουσκίδι παίρνοντάς την στο κατόπι.
Η δεσποινίδα βγήκε στην ώρα της. Στάθηκε κάτω απ’ τη μαρκίζα κι έδεσε σφιχτά στη μέση της το παλτό, με τη ζώνη. Έδειχνε πολύ κομψή, φιγουρίνι, σαν τα μανεκέν που χάζευε στα οικογενειακά περιοδικά. Άνοιξε τη χρωματιστή ομπρελίτσα της και κοίταξε προς το μέρος του. Πάγωσε, κι ας ήταν καλά κρυμμένος. Έπειτα, στράφηκε αριστερά. Του φάνηκε πως στιγμιαία αμφιταλαντεύτηκε για την κατεύθυνση που θ’ ακολουθούσε, αλλά, αμέσως, έβαλε το δεξί της χέρι στην τσέπη του παλτού και ξεκίνησε.
*
Αυτή η φανταχτερή ομπρέλα τού ’χε τραβήξει την προσοχή στην αρχή του φθινόπωρου, με τις πρώτες βροχές. Γκρενά, με βούλες που σχημάτιζαν ευθείες γραμμές, όπως και να τις κοιτούσε. Οριζόντια, κάθετα, λοξά. Μετά παρατήρησε τα τρίγωνα, τα τετράγωνα, τους ρόμβους. Κι όλ’ αυτά σε μια καμπύλη επιφάνεια! Τέλος, πρόσεξε και τις αρμονικές καμπύλες του κοριτσιού. Διέσχιζε την Πλατεία Ταχυδρομείου, και την ακολούθησε μέχρι το σπίτι της. Κι άρχισε να την παρακολουθεί, ώσπου έμαθε που δούλευε.
*
Την είδε που έστριψε ξανά αριστερά, κατά την πλατεία. Φοβήθηκε να μην τη χάσει κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ξοπίσω της. Φτάνοντας στη γωνία, κοκάλωσε. Είχε τα χέρια βυθισμένα στις τσέπες του παλτού και κουβέντιαζε μ’ ένα μακρυμάλλη πλέι-μπόι, ο οποίος τής κρατούσε τη φανταχτερή ομπρελίτσα και που, τώρα τελευταία, τον έβλεπε, όλο και πιο συχνά, να στέκεται μπροστά στις βιτρίνες του καταστήματος και να περιεργάζεται τα βιβλία, χωρίς ωστόσο να μπαίνει μέσα ν’ αγοράσει κάτι. Δεν αντιλήφθηκε, όμως, ότι ενδιαφερόταν και κείνος για την ίδια κοπέλα. Τόση απειρία είχε απ’ αυτά τα πράγματα! Αυτή μιλούσε κι εκείνος του φάνηκε πως γελούσε.
Το φοβερό αστροπελέκι, που κροτάλισε κάπου κοντά, τον λαχτάρισε και, στη βιασύνη του ν’ απομακρυνθεί, πάτησε μες στη λακκούβα με τα νερά. Μια βρώμικη σταγόνα εκτινάχτηκε κι έβρεξε την αριστερή γάμπα του κοριτσιού, πιτσιλίζοντας το ριγωτό καλσόν της. Η κοπέλα σήκωσε απότομα, αλλά με χάρη, το πόδι της να δει, ξεστόμισε ένα καλλικέλαδο, απορημένο «Α!..», και φευγαλέα τα διάφανα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Ταυτόχρονα, ακούστηκε ο πλέι-μπόι να λέει με ύφος επιτιμητικό:
– Τι ηλίθιος!
Ράισ’ η καρδιά του, και βιάστηκε ν’ απομακρυνθεί. Και, φυσικά, δεν άκουσε τι ειπώθηκε κατόπιν. Περιπλανιόταν ώρες πολλές, ώσπου να βρει το δρόμο για το δωμάτιο που νοίκιαζε. Όλη τη νύχτα, αναθυμόταν εκείνες τις ανοιχτόχρωμες χάντρες, κομμάτια γαλανού ουρανού, που, ακίνητες, καρφώθηκαν πάνω του, κι έκλαιγε βουβά.
*
Η λογική τον συμβούλευε να τα παρατήσει, πως το ’χε χάσει το παιχνίδι. Έπρεπε να το παραδεχτεί ότι δεν τα κατάφερνε με τα κορίτσια, πάει και τέλειωσε. Αλλά γιατί να στενοχωριέται; Δεν ήταν ερωμένη του, τίποτε δεν του ήταν, αφού και τίποτε δεν είχε συμβεί μεταξύ τους. Ναι, αυτό θα έκανε. Αύριο κιόλα θα την ξεχνούσε, θα τη διέγραφε απ’ το μυαλό του, κι όλα μέλι γάλα.
Ωστόσο, το επόμενο βράδυ, τα βήματά του τον οδήγησαν εκεί. Κάποια επιτακτική παρόρμηση τον ώθησε να κάνει μια ύστατη προσπάθεια. Η κοπελιά έμοιαζε με κινούμενη φλόγα μες στο αέρινο ολοπόρφυρο φόρεμα που έκανε κύκλους γύρω της. Μια φλόγα που θα τον έκαιγε ολόκληρο, όσο παρέμενε και δεν έφευγε. Ο πλέι–μπόι πέρασε μπροστά απ’ τη φωτισμένη βιτρίνα και κοίταξε με φανερή αδημονία στο εσωτερικό του καταστήματος. Έκανε μάλιστα και τη χαρακτηριστική κίνηση να δει την ώρα, σηκώνοντας το χέρι. Βιαζόταν βλέπεις. Δε χρειαζόταν και μεγάλη φιλοσοφία, για να καταλάβει τη συνέχεια. Θα την περίμενε στη γωνία και κείνη θα ’τρεχε να πέσει στην αγκαλιά του κι ύστερα θα ’ψαχναν για καμιά άφωτη μεριά. Έριξε το βλέμμα του και προς το μέρος του, αδιάφορα. Τώρα που τον παρατηρούσε, έδειχνε γοητευτικός, γι’ αυτό εξ άλλου θα κέρδισε και την καρδιά της όμορφης κοπέλας. Κι αυτός τι ζητούσε ανάμεσά τους; Να φορτωθεί άλλη μια στενοχώρια; Με τις απαισιόδοξες σκέψεις να τον βασανίζουν, είχε αφαιρεθεί και δεν πρόσεξε πως το κορίτσι, με ανοιχτό το παλτό, έτσι ώστε να διακρίνεται το φλογάτο φόρεμα, διέσχιζε κάθετα την οδό κι ερχόταν ίσια καταπάνω του! Μόλις το συνειδητοποίησε, πανικοβλήθηκε και γύρεψε μέρος να τρυπώσει μην τον δει. Δε θ’ άντεχε ένα επιπλέον ρεζίλεμα.
Εκείνη ήρθε και στάθηκε, προσοχή, δίπλα του. Οι δίπλες του φουστανιού έπεσαν και της κάλυψαν τα γόνατα, όπως στράφηκε χορευτικά. Άμα τον κεντούσες, αίμα δε θα ’βγαινε.
− Θαρρείς πως είμαι στραβή και δε σε βλέπω που με κατασκοπεύεις, κάθε βράδυ; Μ’ αυτόν τον τρόπο φλερτάρεις εσύ… από μακριά… και περιμένεις να βρεις φιλενάδα; Εσύ δεν είσαι που μου λέρωσες το καλσόν, εψές; Τι να σου πω, καημένε!..
Έχασε τη λαλιά του, του ’ρχόταν να κλάψει. Τραύλισε, συνταιριάζοντας σπαράγματα λέξεων, πως λυπόταν, αλλά ήταν εντελώς τυχαίο, και, παρατηρώντας τον πλέι-μπόι να διευθύνεται ταχύτατα προς το μέρος τους, βιάστηκε να την ενημερώσει.
− Έρχεται το αγόρι σου!
− Γρήγορα, αγκάλιασέ με!
− Δε θέλω φασαρίες.
− Μη φοβάσαι, θα μας αφήσει ήσυχους.
Κατάπληκτος, συνειδητοποίησε ότι η κοπέλα τον χρησιμοποιούσε! Προφανώς, ήθελε να διακόψει μαζί του και το θηλυκό μυαλό της τον είδε σαν σανίδα σωτηρίας. Στο μεταξύ, ο πλέι-μπόι όλο και τους πλησίαζε. Πώς θ’ αντιδρούσε ο νεαρός, αν τον έβλεπε ν’ αγκαλιάζει το κορίτσι του; Άκουγε ότι έπεφτε πολύ βρίσιμο και ξύλο, σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Απ’ την άλλη όμως, του παρουσιαζόταν και μια ανέλπιστη ευκαιρία να τη διεκδικήσει, γιατί δε φανταζόταν πως μετά το επεισόδιο, απ’ το οποίο ήλπιζε να βγει ζωντανός −ε,.. δε θα τον σκότωνε κιόλα−, δε θα του αναγνώριζε ότι διακινδύνεψε για χάρη της. Κι εκείνος… ας του έλεγε οτιδήποτε, θα βούλωνε τ’ αυτιά του, μόνο να μην τον χτυπούσε άσχημα. Μα πώς έμπλεξε έτσι, στα καλά καθούμενα; Έκανε νοερά το σταυρό του και, ανακτώντας την αυτοκυριαρχία του, την άδραξε απ’ τη μέση κάτω απ’ το παλτό, που το σήκωσε εκείνη για να τον διευκολύνει. Ταυτόχρονα, πρόσεξε δυο χαριτωμένα λακκάκια στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της, απότοκα ενός αρχόμενου χαμόγελου, εξαίσιου, αταίριαστου όμως για την περίσταση, και, ευθύς αμέσως, άκουσε την ήρεμη φωνή του.
− Βλέπω τα βρήκατε.. αδελφούλα! Εγώ φεύγω· μην αργήσεις πολύ, κοριτσάκι.
* Ο Βάιος Κουτριντζές είναι συγγραφέας, με καταγωγή από την Ξυνόβρυση. Τα μυθιστορήματά του «Γυμνό σχέδιο» 2016 και «Ο τελευταίος αριθμός» 2017 κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Θράκα».
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























