Δήμοι Νομού » Δήμος Λάρισας » Η πολιτιστική κληρονομιά της πόλης υπό το πρίσμα της οικολογίας
ΣΤΟΧΟΣ Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Η πολιτιστική κληρονομιά της πόλης υπό το πρίσμα της οικολογίας

Η πολιτιστική κληρονομιά της πόλης υπό το πρίσμα της οικολογίας

Προσδοκώντας οφέλη από την υιοθέτηση μεθόδων της οικολογίας στον τομέα της διατήρησης της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης

Είναι κοινά αποδεκτό, σε παγκόσμιο επίπεδο, ότι το περιβάλλον των πόλεων χρειάζεται ιδιαίτερη μέριμνα, αφού οι βιώσιμες πόλεις αποτελούν προϋπόθεση για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, ενώ η περιβαλλοντική υποβάθμιση αποτελεί τροχοπέδη στην συμβολή των πόλεων στην ανάπτυξη. Η συνετή διαχείριση του αστικού περιβάλλοντος, με τις τρεις έννοιές του, του φυσικού, του χτισμένου και του ιστορικού (https://historicengland.org.uk/advice/hpg/historic-environment/) είναι κρίσιμης σημασίας για τις ευρωπαϊκές πόλεις, καθώς, μέχρι το 2020 εκτιμάται ότι το 80% των Ευρωπαίων θα ζει στις αστικές περιοχές, ενώ σε επτά χώρες αυτό το ποσοστό θα ξεπερνά το 90% (European Economic Area 2010).

Του Νίκου Χ. Σαμαρά Λέκτορα του Τμ. Πολιτικών Μηχανικών ΤΕ (Τρίκαλα) του ΤΕΙ Θεσσαλίας Μέλους του Πανελλαδικού Συμβουλίου των Οικολόγων Πράσινων

Του Νίκου Χ. Σαμαρά
Λέκτορα του Τμ. Πολιτικών Μηχανικών ΤΕ (Τρίκαλα) του ΤΕΙ Θεσσαλίας
Μέλους του Πανελλαδικού Συμβουλίου των Οικολόγων Πράσινων

Ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, στο ζήτημα της ιστορικής διατήρησης καταλυτικός είναι ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών, στην Ελλάδα αυτή είναι αποκλειστική ευθύνη του κεντρικού κράτους. Έτσι, εφαρμόζεται η απλούστερη και φθηνότερη «εποπτεία δι’ απαγορεύσεως» (Στεφάνου, 1995), αντί της απαιτητικής και δαπανηρής λαϊκής ενεργού συμμετοχής, καθώς το κράτος δεν εμπιστεύεται την προστασία στους κατοίκους, αλλά επιλέγει να τους την επιβάλλει, αστυνομεύοντας την εφαρμογή της. Μια άυλη και μακροπρόθεσμη, όχι μικρότερη όμως, ζημιά, παράλληλα με την υιοθέτηση ενός γραφειοκρατικού, αστυνομικού τύπου και εν τέλει αμφίβολης αποτελεσματικότητας μοντέλου προστασίας, είναι κι αυτή που γίνεται σε επίπεδο συνείδησης του κόσμου, που καταλήγει να αδρανοποιείται και να ιδιωτεύει, όταν δεν τοποθετείται αμυντικά σε ένα «εχθρικό» μηχανισμό απαγορεύσεων και περιορισμών στη χρήση της ιδιοκτησίας του.

Η Λάρισα, ιστορικά, έχει να επιδείξει πολύ χαμηλές επιδόσεις στο ζήτημα της ιστορικής διατήρησης, ενώ οι αιτίες του φαινομένου μπορούν να αναζητηθούν και στη σφαίρα των νοοτροπιών και των διαχρονικών συμπεριφορών.

ΜΟΥΣΣΩΝ (3)

H Ιστορική απόφαση για την εξαγορά του κτιρίου Μουσών, στη συμβολή των οδών Παλαιστίνης και Φαρμακίδου, από το Δήμο Λαρισαίων και μάλιστα από ιδίους πόρους του, μετά από διαπραγματεύσεις με τους ιδιοκτήτες που κράτησαν μήνες, μοιάζει να επιχειρεί να «σώσει την χαμένη τιμή της πόλης», όσον αφορά τη διαχρονική της στάση στο ζήτημα της διατήρησης της πολιτιστικής της κληρονομιάς.

Πολιτιστική κληρονομιά και οικολογία

Οι Brabec και Chilton, στην εργασία τους «Προς μια οικολογία της πολιτιστικής κληρονομιάς» (2015), προτείνουν μια διεπιστημονική προσέγγιση της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς κατά κανόνα οι κοινότητες, οι πόλεις και οι κυβερνήσεις συνήθως διαχωρίζουν τους πολιτιστικούς/ιστορικούς πόρους από τους φυσικούς πόρους σε θέματα σχεδιασμού και ανάπτυξης. Δεδομένου μάλιστα ότι η κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει σε επιταχυνόμενες μεταβολές για τις ανθρώπινες κοινότητες, σ’ αυτή την εργασία τους, διερευνώνται  προσεγγίσεις για την καταστροφή, την προσαρμογή και την ανθεκτικότητα μέσα από το πρίσμα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι συγγραφείς αναφέρουν τους αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και τα ιστορικά κτήρια και αντικείμενα, ως τις απτές μορφές πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης, διακρίνοντάς τις από τις έννοιες, τις αξίες και τη σύγχρονη κοινωνική συμπεριφορά που συνδέεται με αυτές.

Στο πνεύμα μιας «ετερόδοξης» θεώρησης της κληρονομιάς (Wells, 2015), με κύρια χαρακτηριστικά της τη διεύρυνση τόσο της αντίληψης του αντικειμένου, όσο και της ομάδας των ενδιαφερομένων -σε αντιδιαστολή προς την «ορθόδοξη» της ιστορικής διατήρησης και των ειδικών- εξυπακούεται επίσης και η αξιοποίηση επιστημονικής μεθοδολογίας και ερευνητικών πρωτοκόλλων άλλων επιστημονικών πεδίων, που εμπλέκονται στο ζήτημα της διατήρησης της κληρονομιάς, με την ευρύτερη έννοια του όρου, όπως, για παράδειγμα, οι προστατευόμενες φυσικές περιοχές. Το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση (WWF) έχει χρησιμοποιήσει κοινωνικές έρευνες, προκειμένου να εκτιμηθεί και να αυξηθεί η κοινωνική απήχηση των προγραμμάτων της, αφού, καθώς πρεσβεύει πως «η διατήρηση είναι για τους ανθρώπους», έχει την αποστολή να «εξουσιοδοτήσει τις τοπικές κοινωνίες… να αναβαθμισθούν από απλοί χρήστες των πόρων σε ειδικούς, περιβαλλοντολόγους» (Glew, Mascia και Pakiding, 2015). Κατ’ αντιστοιχία, η επιδίωξη για την ιστορική κληρονομιά θα ήταν να εξουσιοδοτηθούν οι τοπικές κοινωνίες να αναβαθμισθούν από απλοί χρήστες των ιστορικών πόρων σε «ειδικούς της ιστορικής προστασίας», ενώ η διατύπωση «η διατήρηση είναι για τους ανθρώπους» μπορεί να ισχύσει αυτούσια και για την ιστορική διατήρηση χωρίς καν παράφραση.

ΔΙΔΥΜΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ (2)

Μεταξύ άλλων, το WWF χρησιμοποιεί μελέτες για την εφαρμογή της «θεωρίας της αλλαγής» των συμπεριφορών, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα έξι βήματα:

  1. Γνώση: Αυξήστε την ευαισθητοποίηση των πολιτών για τη φύση γύρω τους και για το πώς η συμπεριφορά τους την επηρεάζει.
  2. Στάση: Μιλήστε με τους ανθρώπους σε ένα συναισθηματικό επίπεδο σχετικά με τα προσωπικά, πολιτιστικά και οικονομικά οφέλη από την προστασία της φύσης.
  3. Διαπροσωπικές επικοινωνίες: Βάλτε τους ανθρώπους να μιλούν ο ένας στον άλλο για τα ζητήματα αυτά. Έρευνες συσχετίζουν τον κοινοτικό διάλογο με αυξημένη πιθανότητα αλλαγής.
  4. Άρση των φραγμών: Προσδιορίστε τα εμπόδια -κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά ή τεχνολογικά- για την αλλαγή συμπεριφοράς. Δώστε εναλλακτικές λύσεις.
  5. Αλλαγή συμπεριφοράς: Προωθήστε βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις σε βασικές ομάδες-στόχους μέσω των «Pride campaign».
  6. Μείωση των απειλών: Μετρήστε την μείωση των ανθρωπογενών απειλών για τη βιοποικιλότητα, όπως η υπεραλίευση ή η παράνομη υλοτομία. Η «Pride campaign» χρησιμοποιεί τα δεδομένα αυτά για να «εμπνεύσει τους ανθρώπους να υπερηφανεύονται για τα είδη και τους οικοτόπους, που καθιστούν τις κοινότητές τους μοναδικές» (Rare, 2015).

Η προοπτική αξιοποίησης επιστημονικής μεθοδολογίας και αντίστοιχων ερευνητικών πρωτοκόλλων, όπως τα αναφερθέντα παραπάνω, και στο πεδίο της ιστορικής προστασίας, δεν απαιτεί καν νέο θεωρητικό υπόβαθρο ή επαναδιατύπωση, παρά μόνον, απλή αντικατάσταση κάποιων όρων με άλλους αντίστοιχους, όπως λ.χ. του όρου «φύση» με τον όρο «ιστορία», του όρου «βιοποικιλότητα» με τον όρο «μνημειακός πλούτος», του όρου «υπεραλίευση» με τον όρο «οικοδομική υπερεκμετάλλευση», του όρου «παράνομη υλοτομία» με τον όρο «παράνομες κατεδαφίσεις», του όρου «οικότοποι» με τον όρο «τόποι» κ.ο.κ., ώστε να γίνει αντιληπτή η συγγένεια των δυο πεδίων και εμφανές το προσδοκώμενο όφελος.

ΔΙΔΥΜΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ (5)

Ανοίγει, ίσως, τώρα ο δρόμος και για τη σωτηρία και άλλων διατηρητέων της πόλης, που μετριούνται πια στα δάχτυλα του ενός χεριού, όπως, για παράδειγμα, τα «δίδυμα» της 31ης Αυγούστου. Τέτοιες ενέργειες, με αποκορύφωμα τον διεθνή διαγωνισμό για τη διαμόρφωση της περιοχής γύρω από το Α΄ Αρχαίο Θέατρο, θα αποτελούν ποιοτικό δείγμα γραφής της παρούσας δημοτικής αρχής, ικανό να αλλάξει την εικόνα του ιστορικού κέντρου της πόλης. 

Πολιτιστική κληρονομιά και κυκλική οικονομία

Σήμερα, νέοι όροι, όπως η εναλλακτική χρήση, η επισκευή και επαναχρησιµοποίηση, η αποκατάσταση, η ανακαίνιση και η ανακύκλωση υφιστάµενων αγαθών, ώστε η προστιθέµενη αξία τους να διατηρείται όσο το δυνατόν περισσότερο και να απομακρύνεται το χρονικό σημείο του τέλους της ωφέλιμης ζωής τους, εμπλουτίζουν, όλο και περισσότερο, το λεξιλόγιο του θεωρητικού προβληματισμού αλλά και του επιχειρησιακού οπλοστασίου, πολύ περισσοτέρων πεδίων, από αυτά της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας, και βεβαίως αφορούν προνομιακά κι αυτά τα δύο, σε ευρωπαϊκή κυρίως κλίμακα, ως μια βιώσιµη επιλογή. Η υιοθέτηση αντίστοιχων συμπεριφορών από τους πολίτες απαιτεί χρόνο για την ευαισθητοποίηση και την αλλαγή νοοτροπίας, αλλά κυρίως προϋποθέτει το ενδιαφέρον και την αυτενέργειά τους. Η τάση αυτή μπορεί να ιδωθεί ενταγμένη στη γενικότερη λογική της κυκλικής οικονοµίας, ως εναλλακτικού μοντέλου αντίληψής της, σε αντίθεση με το παραδοσιακό γραμμικό, σύμφωνα με το οποίο κάθε αγαθό φτάνει στο τέλος της ωφέλιµης ζωής του, μετά από την αδυναμία του να ανταποκριθεί στη συμβατική χρήση του ή όταν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε.

Η θεώρηση του ζητήματος υπ’ αυτό το πρίσμα, στην Ελλάδα, αποκτά χαρακτηριστικά κρίσιμης επικαιρότητας, καθώς πολύ πρόσφατα (Απρίλιος 2018), το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής (ΚΥ.Σ.ΟΙ.Π.) ενέκρινε το πλαίσιο της δημόσιας πολιτικής για την Κυκλική Οικονομία ως κομβικό στοιχείο της Αναπτυξιακής Στρατηγικής της χώρας, θέτοντας σε δημόσιο διάλογο το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο 2018-2019, αναδεικνύοντας την Κυκλική Οικονομία ως ευκαιρία και ανάγκη για την Ελλάδα, και καταλύτη για την παραγωγική ανασυγκρότηση, με σαφή περιφερειακή διάσταση, που στηρίζεται στην ορθή αξιοποίηση των πόρων, στην ιδέα της ανακύκλωσης-επαναχρησιμοποίησης και ενθαρρύνει την χρήση δευτερογενών υλικών και αποβλήτων ως παραγωγικών πόρων και χρήσιμων υλικών, προσδίδοντας μια αειφορική διάσταση στο παραγωγικό μοντέλο (https://government.gov.gr/egkrisi-tou-plesiou-tis-dimosias-politikis-gia-tin-kikliki-ikonomia/).

Η ευρωπαϊκή πόλη, κυρίως χάρις στην ποιότητα των κτιρίων της, με τις ανακαινίσεις-επαναχρήσεις κτηρίων και τις αναπλάσεις κεντρικών περιοχών, έχει ιστορικά αποδειχθεί «περισσότερο ανακυκλώσιμη παρά μιας χρήσης» (Burgel, 2007). Καθώς τα κτήρια και οι πόλεις διαρκούν περισσότερο από τις ανάγκες που τα δημιούργησαν, σε μια διαρκή διαδικασία επανάχρησης, κατά την οποία «ο χώρος προϋπάρχει της λειτουργίας», στον ευρωπαϊκό γεωγραφικό χώρο, ακολουθείται, στην πράξη, διαχρονικά, μια αντι-φονξιοναλιστική θεώρηση της πόλης, σύμφωνα με την οποία ο χώρος δεν προκύπτει μονοσήμαντα από τη λειτουργία, αλλά, πολλές φορές, «ο χώρος είναι το δεδομένο, ενώ η λειτουργία μια μεταβλητή» (Reichen, 1992).

ΔΙΔΥΜΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ (1)

Τοπικοποιημένη αντίληψη της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς

Η έρευνα των κοινωνικών επιστημόνων Williams, Kruger και Farnum (2015) για την Εθνική Δασική Υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (USDA) εντάσσεται στις προσπάθειες για μια «βασισμένη-στον-τόπο διατήρηση» στην οποία τα «τοπικά νοήματα» και οι «τοπικές αξίες» οδηγούν τις διαδικασίες προγραμματισμού, ώστε να αλλάξει «η κυρίαρχη από-πάνω-προς-τα-κάτω», καθοδηγούμενη από ειδικούς, δομή λήψης αποφάσεων σε πολυκεντρική διακυβέρνηση, τονίζοντας την συμμετοχή και τη συνεργασία. Στόχος της «βασισμένης-στον-τόπο διατήρησης» είναι η ενσωμάτωση της τοπικής γνώσης και κατανόησης της πολιτισμικής και συμβολικής συνείδησης, που έχουν οι άνθρωποι, για τον τόπο τους, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου, που συναισθηματικά είναι συνδεδεμένοι με το περιβάλλον τους. Η «ολίγον κλισέ» αντίληψη ότι «όλη η πολιτική είναι τοπική», είναι «εγγενής της πρακτικής της ιστορικής διατήρησης του 21ου αιώνα» επισημαίνει η Esther Hall (2016).

Βεβαίως, η τοπικοποιημένη αντίληψη της Ιστορικής Διατήρησης αποκτά ολοκληρωμένο χαρακτήρα, όταν συνοδεύεται από τη θεσμική δυνατότητα θέσπισης κι εφαρμογής τοπικών πολιτικών, όπως συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η Esther Hall αναφέρει, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα των πολιτών της Louisville του Κολοράντο, που, το 2008, θεσμοθέτησαν ένα φόρο επί των πωλήσεων, προορισμένο για την χρηματοδότηση της ιστορικής διατήρησης, ως αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, των προσπαθειών συνηγορίας της τοπικής κοινότητας διατήρησης και ιδιαίτερα των τοπικών Επιτρόπων Ιστορικής Διατήρησης. Η πρόσφατη σχετική διεθνής εμπειρία δεν περιορίζεται σε ζητήματα διατήρησης ή διαχείρισης της ιστορικής κληρονομιάς, αλλά αφορά και επιτυχημένα παραδείγματα σημερινής κοινής χρήσης των ιστορικών τόπων, μέσα από κοινοτικές συνεργασίες και σύγχρονες εταιρικές σχέσεις, που ενεργοποιούν τη γειτονιά, κάνοντάς την αξιοβίωτη για τους κατοίκους της, κι ελκυστική για επισκέπτες, επιχειρηματίες και νέους κατοίκους (Petersen, 2016).

ΔΙΔΥΜΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ (8)

Η τάση για «τοπικοποιμένες» λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα, εντάσσεται στο πλαίσιο της οικολογικής αρχής: «σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά», αλλά, σε μεγάλο βαθμό, πηγάζει και από τις γενικότερες επιφυλάξεις απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και τις επιπτώσεις της στην πολιτιστική φυσιογνωμία των τόπων. Μέρος της διεθνούς βιβλιογραφίας, που εξετάζει την παγκόσμια επιρροή στην ιστορική διατήρηση (Shao, 2012), ενώ χρεώνει στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και την επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης τις μεγάλης κλίμακας κατεδαφίσεις κατοικιών και ιστορικών κτηρίων, τεκμηρίων ιστορικής συνέχειας, παράλληλα αναγνωρίζει πως η παγκοσμιοποίηση έχει επίσης προσφέρει στους κατοίκους όχι μόνο μιαν αυξημένη συνειδητοποίηση της ιστορικής διατήρησης, κυρίως ως αμυντικό μηχανισμό με στόχο τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας, αλλά και επαρκές θεωρητικό υπόβαθρο και αντίστοιχη μεθοδολογία δράσης, μέσα από την παγκοσμιοποιημένη πληροφορία και τη σχετική τεχνογνωσία.

ENTYΠΗ LARISSANET

© LARISSANET.GR. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο larissanet.gr. Απαγορεύεται η αναπαραγωγή από επισκέπτες της ιστοσελίδας.

Διαβάστε επίσης: