Τη στιγμή που αρχίζει να ψάλλεται το «Ω γλυκύ μου έαρ», κάτι αλλάζει μέσα στον ναό. Δεν είναι μόνο η μελωδία ούτε οι λέξεις.
Είναι εκείνη η αδιόρατη μετάβαση, όπου η ιστορία της Σταύρωσης παύει να είναι αφήγηση και γίνεται βίωμα. Ο θρήνος της Παναγίας βρίσκει χώρο μέσα στον καθένα και αποκτά μια δύναμη που δύσκολα περιγράφεται.
«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» Δεν είναι απλώς ένας ύμνος. Είναι μια φωνή που σπάει μέσα στη σιωπή. Η Παναγία δεν στέκεται εδώ ως ιερό πρόσωπο μακρινό και άφθαστο, αλλά ως μάνα που θρηνεί. Μια μάνα που βλέπει το παιδί της νεκρό και δεν μπορεί να κατανοήσει το αδιανόητο.
Ο Χριστός, η «άνοιξη» του κόσμου, η ζωή που υπόσχεται αναγέννηση, βρίσκεται τώρα άψυχος. Το κάλλος «έδυ». Και μέσα σε αυτή τη φράση χωρά όλη η τραγικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας: η στιγμή που το φως σβήνει.
Το «Ω γλυκύ μου έαρ», μέρος των Εγκωμίων του Επιταφίου, αποτελεί κορυφαίο δείγμα βυζαντινής υμνογραφίας. Όμως η δύναμή του δεν βρίσκεται σε περίτεχνα σχήματα. Βρίσκεται στην απλότητα.
Οι λέξεις είναι λιτές, σχεδόν γυμνές. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι αληθινές. Δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τον πόνο, δεν επιχειρούν να τον μετριάσουν. Τον αφήνουν να υπάρξει.
Η θεολογία εδώ δεν διδάσκει. Συμμετέχει.
Όταν ψάλλεται ο ύμνος, η ατμόσφαιρα πυκνώνει. O καθένας αναμετριέται με το δικό του βάρος. Με τις απώλειες που κουβαλά.
Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.
Το μυστήριο της συντριβής
Το «Ω γλυκύ μου έαρ» δεν είναι μόνο θρήνος. Είναι και μια μορφή αποκάλυψης. Δείχνει ότι η πίστη δεν αρνείται τον πόνο — τον διαπερνά.
Η Παναγία δεν κρατά αποστάσεις από το δράμα. Το ζει. Και μέσα από αυτό, δίνεται στον άνθρωπο η άδεια να πενθήσει, να λυγίσει, να νιώσει.
Σε έναν κόσμο που συχνά απαιτεί δύναμη, ο ύμνος αυτός θυμίζει ότι η ευθραυστότητα είναι κι αυτή αλήθεια.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη βαθιά συντριβή, υπάρχει κάτι που δεν σβήνει. Δεν εκφράζεται με λόγια, δεν δηλώνεται. Υπάρχει σιωπηλά. Γιατί αυτός ο θρήνος δεν είναι ο τελευταίος λόγος. Είναι το πέρασμα.
Το «Ω γλυκύ μου έαρ» στέκεται στο πιο σκοτεινό σημείο της διαδρομής, εκεί όπου όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί. Και ακριβώς εκεί, χωρίς θόρυβο, γεννιέται η ελπίδα. Ότι ακόμη και μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει κάτι που επιμένει να ανατέλλει.
Πηγή: naftemporiki.gr
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























