Η παραδοχή του πραγματογνώμονα, η επιφύλαξη της προέδρου και η δήλωση αποχής
Του Κωνσταντίνου Κοντοκώστα
Μετά από είκοσι συνεδριάσεις στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας η δίκη για τη διαχείριση του βιντεοληπτικού υλικού της εμπορικής αμαξοστοιχίας του δυστυχήματος των Τεμπών, έφτασε στο αναπάντεχο τέλος της.
Την περασμένη Πέμπτη 2 Απριλίου η πρόεδρος του Μονομελούς μετά από μια έντονη αντιπαράθεση με την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας και συνήγορο συγγενών θυμάτων κα Ζωή Κωνσταντοπούλου προέβη σε δήλωση αποχής. Δήλωση που έγινε δεκτή από το δικαστικό συμβούλιο με αποτέλεσμα ο αναπληρωτής πρόεδρος να ανακοινώσει το βράδυ της Πέμπτης πως το δικαστήριο “αναβάλλει αορίστω” με αποτέλεσμα η υπόθεση να πρέπει να προσδιοριστεί για να ξεκινήσει από το σημείο μηδέν.
Παρά το γεγονός πως ήταν μια δίκη που από τον περασμένο Οκτώβριο που ξεκίνησε υπήρχε διαρκώς ένταση, το σημείο κλειδί στην υπόθεση καταγράφηκε στις αρχές Μαρτίου όταν ο πρώτος μάρτυρας δικαστικός πραγματογνώμονας ανέφερε πως έχει στην κατοχή του φωτογραφίες από τις πρώτες πρωινές ώρες μετά την σύγκρουση και τις οποίες δεν παρέδωσε ποτέ για να μπουν στο κύριο σώμα της δικογραφίας για την σύγκρουση πλην μίας που αξιοποίησε για την δικαστική πραγματογνωμοσύνη.
Η αρχή του τέλους
Η κρίσιμη στιγμή για την έναρξη των κατασχέσεων ήρθε όταν ο δικαστικός πραγματογνώμονας ρωτήθηκε από την πλευρά της υποστήριξης της κατηγορίας για το πότε ασχολήθηκε πρώτη φορά με την υπόθεση. Ο μάρτυρας ανέφερε πως ενημερώθηκε από αξιωματικό της Τροχαίας Λάρισας λίγες ώρες μετά την σύγκρουση και αφού έλαβε την προφορική εντολή για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πήγε μαζί με τον συνάδελφό του στο πεδίο της σύγκρουσης. Όταν έφτασε στο σημείο, αποχώρησε επειδή ήταν σε εξέλιξη η επιχείρηση διάσωσης. Κατέγραψε μόνο με το κινητό του κάποιες φωτογραφίες και βίντεο και αποχώρησε προκειμένου να ελέγξει την σιδηροδρομική γραμμή, μακριά από το σημείο “μηδέν”. Ο μάρτυρας στη συνέχεια της κατάθεσης του διευκρίνισε πως μόνο φωτογραφίες έλαβαν στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο.
Στην ερώτηση συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας απάντησε πως δεν παρέδωσε το σύνολο αυτού του υλικού στις δικαστικές αρχές αξιοποιώντας μόνο αυτό που ήταν απαραίτητο για την δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Αφού λοιπόν ανέφερε πως διατηρεί το υλικό σε σκληρό δίσκο στο σπίτι του, και μετά από σχετικό αίτημα των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας το δικαστήριο διέταξε αρχικά την κατάσχεση των ψηφιακών δεδομένων και στη συνέχεια την κατάσχεση των υλικών φορέων που βρίσκεται αυτό το υλικό όπως κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, drone, και σκληρούς δίσκους και απο τους δύο πραγματογνώμονες. Μάλιστα κατασχέθηκαν και οι υπολογιστές από τις υπηρεσίες που εργάζονται σε Περιφέρεια Θεσσαλίας και Αποκεντρωμένη Διοίκηση Στερεάς Ελλάδας- Θεσσαλίας μετά την παραδοχή του μάρτυρα ότι διατηρεί και εκεί αντίγραφα.
Για τις συγκεκριμένες κατασχέσεις υλικών φορέων η πρόταση της εισαγγελέως της έδρας ήταν να επιλεγεί και να οριστεί μάρτυρας ειδικών γνώσεων για να αξιολογήσει αυτό το υλικό προκειμένου να διευκρινιστεί ποιο αφορά την υπόθεση. Στη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου η πρόεδρος ανακοίνωσε πως το δικαστήριο πρέπει να διακόψει νωρίτερα λόγω ξαφνικής αδιαθεσία που ένιωσε.
Ωστόσο πριν την ξαφνική διακοπή είχε μείνει αναπάντητο το αίτημα των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας για την χορήγηση αντιγράφων. Με προεξάρχουσα λοιπόν την κα Κωνσταντοπούλου υπήρξαν επίμονες προσπάθειες σε δικαστικούς λειτουργούς για να τους χορηγηθούν αντίγραφα. Αυτή η πίεση οδήγησε στα ευτράπελα που σημειώθηκαν λίγες μέρες πριν την έναρξη της μεγάλης δίκης στο ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ όπου η κα Κωνσταντοπούλου έμεινε όλη τη νύχτα στο Δικαστικό Μέγαρο Λάρισας, βιντεοσκόπησε την δικαστική λειτουργό που αναίρεσε την αρχική της απόφαση για χορήγηση αντιγράφων και προχώρησε σε μηνύσεις σε βάρος της και σε βάρος της διευθύνουσας το πρωτοδικείο.
Αυτή ήταν η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί όταν στις 2 Απριλίου μετά την επιστροφή της προέδρου του Μονομελούς από αναρρωτική άδεια, οι συνήγοροι υπέβαλαν ξανά το αίτημα για χορήγηση αντιγράφων.
Η απόφαση της προέδρου ήταν να γίνει δεκτό το αίτημα αλλά μόνο για τις αρχικές κατασχέσεις του διημέρου 6-7 Μαρτίου ενώ για το υπόλοιπο υλικό επιφυλάχθηκε. Ακολούθησε διακοπή και όταν η έδρα επανήλθε η κα Κωνσταντοπούλου ξεκίνησε τις καταγγελίες για “επίορκους” δικαστές και παρασκηνιακές συνεννοήσεις με την διευθύνουσα το πρωτοδικείο. Σε εκείνο το σημείο η πρόεδρος διέκοψε προκειμένου να υποβάλει την δήλωση αποχής και μετά από περίπου έξι ώρες βγήκε και η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου που έκανε δεκτή τη δήλωση.
Έτσι η υπόθεση θα ξεκινήσει ξανά από την αρχή σε άγνωστο χρόνο με τα αρχεία ωστόσο από τις πρώτες κατασχέσεις να βρίσκεται ήδη στα χέρια των πραγματογνωμόνων.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Θυμίζουμε πως η δίκη αφορούσε τη διαχείριση του βιντεοληπτικού υλικού της εμπορικής αμαξοστοιχίας και συγκεκριμένα την μη προσκόμιση των βίντεο από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και την επανεγγραφή νέων δεδομένων στον ψηφιακό σκληρό δίσκο τους πρώτους μήνες μετά το δυστύχημα που είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ανάκτηση του υλικού όταν αυτό παραδόθηκε τελικά στον εφέτη ανακριτή το καλοκαίρι του 2023.
Κατηγορούμενοι είναι ένας πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ, ένας πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ και ο νόμιμος εκπρόσωπος της Interstar Security, της εταιρείας που έχει αναλάβει τη φύλαξη και βιντεοεπιτήρηση του σιδηροδρομικού δικτύου του ΟΣΕ από το 2017. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται είναι η υπεξαγωγή εγγράφων κατ’ εξακολούθηση και απείθεια (το στέλεχος της Interstar), η ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων άπαξ και κατ’ εξακολούθηση και η ηθική αυτουργία στην απείθεια (ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ 2023-2025) και η ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων (ο πρόεδρος του ΟΣΕ την 28η Φεβρουαρίου του 2023).
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























