Της Φανής Γέμτου
Αν παρατηρήσεις ένα παιδί, πριν ακόμα μάθει να εξηγεί τον κόσμο, θα το δεις να τον μιμείται. Να γίνεται σφουγγάρι. Να απορροφά κινήσεις, φράσεις, συναισθήματα, σχέσεις. Και ύστερα να τα αναμεταδίδει, με έναν παραπλήσιο, αλλά αλλιώτικο τρόπο.
Αυτό το παιχνίδι του μικρού παιδιού είναι μια εύπλαστη, χωρίς κόκαλα σχεδόν, αναδημιουργία της μορφής που εισπράττει. Το παιδί βιώνει τα πράγματα για πρώτη φορά, παίζει με αυτά, γίνεται αυτά. Επαναπροσδιορίζει και επαναπροσδιορίζεται με τη φρεσκάδα και την αθωότητα της πρώτης ματιάς. Δοκιμάζει ρόλους, σαν να ψάχνει μέσα από αυτούς να βρει ποιος είναι, τι είναι τι, και πού ανήκει. Γίνεται καθρέφτης ενός κόσμου, αλλά και είδωλο ενός άλλου κόσμου που μόλις γεννιέται. Παρατηρώντας ένα μικρό παιδί, παρατηρείς – σχεδόν κυριολεκτικά – τη γέννηση του θεάτρου.
Το παιχνίδι ως «σκηνή» της ύπαρξης
Η σχέση παιδιού και θεάτρου δεν είναι μια ποιητική μεταφορά. Είναι μια βαθιά υπαρξιακή συνθήκη. Πριν υπάρξει «τεχνική», πριν υπάρξει «εκπαίδευση», πριν υπάρξει «σκηνή», υπάρχει το παιχνίδι.
Ο Donald Winnicott, από τους πιο σημαντικούς ψυχαναλυτές του 20ού αιώνα, μίλησε για τον «μεταβατικό χώρο» του παιχνιδιού: έναν ενδιάμεσο τόπο ανάμεσα στην εσωτερική πραγματικότητα και τον εξωτερικό κόσμο. Εκεί, το παιδί δεν φαντάζεται απλώς. Εκεί, το παιδί δοκιμάζει να υπάρξει. Στον χώρο αυτό, το παιχνίδι γίνεται πράξη νοήματος. Γίνεται τρόπος σχέσης. Γίνεται τρόπος να αντέξει το άγνωστο.
Αυτό ακριβώς δεν είναι το θέατρο;
Το θέατρο είναι ένας μεταβατικός χώρος ενηλίκων. Ένας τόπος όπου η πραγματικότητα δεν καταργείται, αλλά ξανασυλλαμβάνεται. Όπου το «είμαι» και το «παίζω» δεν συγκρούονται, αλλά γίνονται ένα. Όπου επιτρέπεται να πεις, να δείξεις, να εκθέσεις, να δοκιμάσεις – χωρίς να πληρώσεις το κόστος που θα πλήρωνες στην πραγματική ζωή.
Και εκεί ακριβώς συναντάμε και το πεδίο της δραματοθεραπείας, που παρατηρεί συστηματικά αυτό που ο καθένας μπορεί να δει διαισθητικά: ότι η μίμηση, ο ρόλος, η αφήγηση, η μετατόπιση της ταυτότητας, είναι βαθιά ψυχικές λειτουργίες. Δεν είναι «πολυτέλεια». Είναι τρόπος επεξεργασίας της εμπειρίας.
Από το αρχέγονο θρησκευτικό θέατρο στο σήμερα
Από το αρχέγονο, θρησκευτικό θέατρο των πρώτων κοινωνιών, μέχρι το θέατρο του σήμερα, η σκηνή είναι πάντα μια απόπειρα:
- Να ερευνήσουμε τη φύση μας,
- Το περιβάλλον μας,
- Τον τρόπο που υπάρχουμε και ζούμε,
- Τον τρόπο που πεθαίνουμε.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες μορφές θεάτρου ήταν δεμένες με τη λατρεία, τη συλλογική μνήμη, τη μύηση, την ανάγκη του ανθρώπου να εξηγήσει το ακατανόητο. Ο άνθρωπος ανέκαθεν έστηνε τελετουργίες, αφηγήσεις, ρόλους, μύθους, όχι επειδή του περίσσευε χρόνος, αλλά επειδή έπρεπε να σταθεί απέναντι στο αίνιγμα της ύπαρξης.
Εδώ, η παιδικότητα επιστρέφει ως κλειδί. Το παιδί βλέπει τον κόσμο σαν να είναι καινούργιος. Το θέατρο, όταν είναι ζωντανό, μας αναγκάζει να τον ξαναδούμε σαν να είναι καινούργιος.
Η παιδική ματιά ως μέθοδος: Brook, Grotowski, Lecoq
Δεν είναι λίγοι οι μεγάλοι θεατράνθρωποι που, με διαφορετικό λεξιλόγιο ο καθένας, επιστρέφουν διαρκώς σε αυτή την «πρώτη φορά».
Ο Peter Brook, μιλώντας για τον «Κενό Χώρο», δεν προτείνει μια αισθητική. Προτείνει μια στάση. Μια άσκηση απλότητας. Σχεδόν μια άσκηση απο-γνώσης. Το θέατρο, για τον Brook, δεν είναι ένα σύστημα έτοιμων απαντήσεων. Είναι ένας χώρος όπου κάτι μπορεί να γεννηθεί ξανά, εδώ και τώρα, από το μηδέν. Και για να γεννηθεί, χρειάζεται ένα βλέμμα που δεν έχει κουραστεί. Ένα βλέμμα που δεν παριστάνει ότι ξέρει.
Ο Jerzy Grotowski, από την άλλη, έσπρωξε την έρευνα μέχρι τα όρια της «απογύμνωσης». Το λεγόμενο «φτωχό θέατρο» δεν είναι φτωχό από αδυναμία. Είναι φτωχό από επιλογή. Είναι μια άρνηση του περιττού, για να μείνει μόνο το ουσιώδες: σώμα, φωνή, σχέση, παρουσία. Και μέσα σε αυτή την απογύμνωση, η παιδική ματιά δεν είναι ρομαντισμός. Είναι αναγκαιότητα. Γιατί το παιδί δεν έχει ακόμα «φόρμα» που να το προστατεύει. Είναι εκτεθειμένο. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι αληθινό.
Και ύστερα έρχεται ο Jacques Lecoq – ένας από τους πιο σημαντικούς θεατρικούς παιδαγωγούς – που έβαλε την παιδικότητα στο κέντρο της εκπαίδευσης. Ο Lecoq δεν μιλούσε απλώς για παιχνίδι ως χαλάρωση. Μιλούσε για παιχνίδι ως γνώση. Ως κλειδί της σκηνικής αλήθειας. Μέσα από τη μάσκα, το σωματικό θέατρο, την παρατήρηση της φύσης, την κίνηση, ο ηθοποιός καλείται να ξαναβρεί κάτι που ο ενήλικας συχνά χάνει: την αθωότητα της πρώτης αντίδρασης.
Gaulier: η παιδική ανοιχτότητα και η γλώσσα του κλόουν
Στη σύγχρονη θεατρική εκπαίδευση, ο Philippe Gaulier αποτελεί μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση. Ο Gaulier δεν ζητά από τον ηθοποιό να «γίνει καλός». Ζητά να γίνει ανοιχτός. Να μείνει ευάλωτος. Να μην κρύβεται πίσω από την εξυπνάδα, τη φόρμα, την προσπάθεια να εντυπωσιάσει.
Η δουλειά του γύρω από τον κλόουν είναι, στην ουσία, μια επιστροφή σε κάτι βαθιά παιδικό: στην τόλμη να εκτεθείς. Να αποτύχεις. Να ντραπείς. Να γελάσεις. Να ξανασηκωθείς. Το παιδί δεν παίζει για να αποδείξει. Παίζει για να ζήσει. Και αυτή η – σχεδόν παιδική – ανοιχτότητα είναι ένα από τα πιο καθαρά μονοπάτια προς τη σκηνική αλήθεια.
Το παιδί ως αρχέτυπο του ηθοποιού
Κάπου εδώ γίνεται σαφές ότι η παιδικότητα στο θέατρο δεν είναι χαριτωμένο στοιχείο. Δεν είναι παιδικότητα με την έννοια της ανωριμότητας. Είναι αρχέτυπο.
Ο ηθοποιός, όταν λειτουργεί ουσιαστικά, κάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο:
- Παρατηρεί,
- Απορροφά,
- Μετασχηματίζει,
- Αναμεταδίδει.
Ακριβώς όπως το παιδί.
Μόνο που ο ηθοποιός το κάνει με επίγνωση, με εργαλείο τη μνήμη, το σώμα, τη φωνή, τον ρυθμό και την τεχνική. Όμως ο πυρήνας της διαδικασίας παραμένει ο ίδιος: να βλέπεις τον κόσμο σαν να τον αντικρίζεις για πρώτη φορά. Να μην θεωρείς τίποτα δεδομένο.
Το θέατρο ως αντοχή
Λέμε ιστορίες για να κάνουμε λόγο το παράλογο. Κάνουμε θέατρο για να αντέξουμε.
Αυτό κάνει το παιδί από τη στιγμή που μιμείται. Δεν μιμείται για να γίνει καλλιτέχνης. Μιμείται για να βάλει τάξη στο χάος. Για να πάρει τον φόβο και να τον μετατρέψει σε εικόνα. Για να πάρει το άγνωστο και να το κάνει παιχνίδι.
Και αυτό κάνει ο άνθρωπος στο θέατρο εδώ και αιώνες. Κάθε φορά που ανεβαίνουμε στη σκηνή, αναζητούμε ξανά – σαν παιδιά – εκείνο το βλέμμα της πρώτης φοράς.
Ένα βλέμμα που δεν έχει ακόμη κουραστεί να αναρωτιέται.
Ένα βλέμμα που μας καθρεφτίζει και ταυτόχρονα μας ξαναπλάθει.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























