Φωτό και βίντεο: larissanet// Θανάσης Καλιακούδας
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δήλωσε ότι σήμερα επιβεβαιώνεται με τον πιο περίτρανο τρόπο πως υπάρχουν ακραίες παρεμβάσεις, προκειμένου οι συγγενείς να μην αποκτήσουν πρόσβαση στα στοιχεία που κατασχέθηκαν, τα οποία είναι πρωτογενή και όχι αντίγραφα, στις 9 Μαρτίου.
Ανέφερε ότι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο σημειώθηκε, κατά την άποψή της, μια σκηνοθετημένη και σίγουρα συνδεδεμένη με πιέσεις κατάρρευση της προέδρου της έδρας στις 10 Μαρτίου, ημερομηνία κατά την οποία επρόκειτο να δοθούν τα αντίγραφα, όπως είχε καταγραφεί στα πρακτικά της προηγούμενης ημέρας.
Όπως είπε, η ίδια αποχώρησε το βράδυ της 9ης Μαρτίου με τη βεβαιότητα ότι την επόμενη ημέρα θα δοθούν αντίγραφα στους συναδέλφους της, κάτι που τελικά δεν συνέβη. Αντίθετα, την 10η Μαρτίου η διαδικασία καθυστέρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, μέχρι που σημειώθηκε το γνωστό επεισόδιο με την κατάρρευση της προέδρου, η οποία αρχικά ξέσπασε σε κλάματα, δήλωσε αδυναμία να συνεχίσει και στη συνέχεια κατέρρευσε, χωρίς να επανέλθει μέχρι πρόσφατα.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ίδια, όταν επανήλθε, ανακοίνωσε ότι το θέμα των αντιγράφων θα επανεξεταστεί αργότερα μέσα στην ημέρα. Μετά από αντιδράσεις, ακολούθησαν συνεχείς διακοπές που, όπως υποστήριξε, στόχο είχαν την καθυστέρηση. Κατήγγειλε επίσης ότι η πρόεδρος εθεάθη να αποχωρεί για συνεννόηση και πιθανές οδηγίες με την προϊσταμένη του Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία, όπως ανέφερε, εμπλέκεται σε άλλη υπόθεση παρέμβασης και έχει καταμηνυθεί.
Η κ. Κωνσταντοπούλου επισήμανε ότι δύο δικαστές ανακάλεσαν αποφάσεις για τη χορήγηση αντιγράφων, κάτι που χαρακτήρισε πρωτοφανές, αφήνοντας αιχμές ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν υπό επιρροή. Παράλληλα, τόνισε ότι η εισαγγελέας της έδρας διαφοροποίησε σαφώς τη θέση της, δηλώνοντας ότι δεν θα συνεχίσει εάν δεν λυθεί το ζήτημα της πρόσβασης στο υλικό.
Κατά την ίδια, επιχειρήθηκε παράκαμψη της εισαγγελέως μέσω διαδικασιών εκτός έδρας, ενώ όταν ζητήθηκε να επιστρέψει, εκείνη δήλωσε αποχή, γεγονός που ερμήνευσε ως μέρος σχεδίου καθυστέρησης και παρεμπόδισης της διαδικασίας.
Η ίδια υπογράμμισε ότι πρόκειται για ιδιαίτερα κρίσιμο αποδεικτικό υλικό, όπως βίντεο, φωτογραφίες και λήψεις από drone από τη νύχτα του εγκλήματος και τις πρώτες ώρες μετά από αυτό, το οποίο δεν ήταν γνωστό μέχρι τις αρχές Μαρτίου και κατασχέθηκε μετά από επιμονή της πλευράς των συγγενών.

Τόνισε ότι πρόκειται για υλικό που για πρώτη φορά αναμένεται να περιέλθει στα χέρια τους και κατήγγειλε ότι γίνονται προσπάθειες να μην συμβεί αυτό, κάνοντας λόγο για ισχυρές πιέσεις. Ανέφερε ότι οι πιέσεις αυτές είναι αισθητές και ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση υποχώρησης από την πλευρά τους.
Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη στάση της εισαγγελέως, η οποία, όπως είπε, εξέφρασε σαφώς ότι η περαιτέρω καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη και ότι η ευθύνη ανήκει στην πρόεδρο του δικαστηρίου, η οποία δεν έλαβε απόφαση για τη χορήγηση των αντιγράφων.
Σε προσωπικό τόνο, ανέφερε ότι η δικηγορία είναι μια μάχιμη διαδικασία που ενέχει κινδύνους, τονίζοντας ότι συνάδελφοί της έχουν χάσει ακόμη και τη ζωή τους ή έχουν υποστεί διώξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επισήμανε ότι όσοι στοχοποιούν δικηγόρους, δημοσιογράφους ή λειτουργούς της Δικαιοσύνης επιδιώκουν να καταπνίξουν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Υπογράμμισε ότι η ίδια και οι συνάδελφοί της έχουν δεσμευτεί να υπερασπίζονται τη δημοκρατία, το δίκαιο και την αλήθεια, δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει μέχρι τέλους απέναντι σε ό,τι χαρακτήρισε ως σκοτεινές και παραδικαστικές πρακτικές.
Απαντώντας σε ερωτήσεις, διέψευσε ότι υπήρξαν παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά της στο δικαστήριο, τονίζοντας ότι υπάρχουν στα πρακτικά. Επέκρινε επίσης δημοσιογραφικές αναφορές που, όπως είπε, περιείχαν ανακρίβειες, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της για σχόλια περί μη σύλληψής της.

Αναφέρθηκε ακόμη στο γεγονός ότι η πρόεδρος του δικαστηρίου δεν εξήγησε επαρκώς τις ενέργειές της κατά τη διάρκεια διακοπής, ενώ επανέλαβε ότι υπήρξε ανάκληση απόφασης για τη χορήγηση αντιγράφων μετά από πολύωρη καθυστέρηση. Υποστήριξε ότι εάν τα αποδεικτικά στοιχεία φυλάσσονται από πρόσωπα που, κατά την άποψή της, παρεμβαίνουν στη διαδικασία, τότε προκύπτει σοβαρό ζήτημα.
Τόνισε επίσης ότι ζήτησε τη διαβίβαση των πρακτικών για έλεγχο ενδεχόμενης παραδικαστικής λειτουργίας και ότι η αποχή της προέδρου συνέβαλε στην καθυστέρηση αυτής της διαδικασίας.
Αναφερόμενη στον Υπουργό Δικαιοσύνης, δήλωσε ότι ενημερώθηκε μέσω δημοσιευμάτων για πρόθεση σχηματισμού δικογραφίας εις βάρος της. Τόνισε ότι δεν πρόκειται να φοβηθεί και ότι δεν υπάρχει κανένα αδίκημα στις ενέργειές της, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση στοιχείων αποτελεί νόμιμο και συνταγματικό της καθήκον.
Καταλήγοντας, έκανε λόγο για επανειλημμένες περιπτώσεις αλλοίωσης, απόκρυψης ή καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων στην υπόθεση των Τεμπών, επισημαίνοντας ότι η καταγραφή και δημοσιοποίηση της αλήθειας είναι αναγκαία για να αποδοθούν ευθύνες και να αποτραπεί κάθε προσπάθεια συγκάλυψης.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























