Είναι μια ηλιόλουστη Κυριακή και το φως είναι σκληρό. Η Παρασκευή, ένα εικοσάχρονο κορίτσι από τους Γόννους, το κοντινότερο χωριό στον τόπο της τραγωδίας, έρχεται στο μνημείο τακτικά.
«Από το μπαλκόνι μου έχω θέα το “νεκροταφείο”», περιγράφει για να εξηγήσει τους λόγους που κάθε Κυριακή φροντίζει και καθαρίζει το μνημείο, μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας της από τη γύρω περιοχή. Το βράδυ του δυστυχήματος ο πατέρας της ήταν από τους πρώτους που δέχτηκαν τηλεφώνημα.
«Το κτήμα που βλέπετε εδώ δίπλα είναι δικό μας», λέει δείχνοντας ένα χωράφι μερικά μέτρα πιο πέρα. «Τον κάλεσαν για να τον ρωτήσουν πώς θα κατέβουν στο σημείο, το οποίο είναι εξαιρετικά δύσβατο. Εκείνη την ημέρα άλλαξε η ζωή όλων μας», αναφέρει η Παρασκευή.
«Της ηλικίας μας παιδιά, θα μπορούσαμε να ήμασταν εμείς», λέει, για να ξεκινήσει την καθιερωμένη της ρουτίνα. Μαζεύει τα λιωμένα κεριά από το μανουάλι, σκουπίζει το πάτωμα στο ξωκλήσι, πετάει τα μαραμένα λουλούδια και τα σκουπίδια στους κάδους.



Για τους νέους της περιοχής τα Τέμπη είναι τόπος μνήμης, πένθους και διεκδίκησης. Στους Γόννους έχουν μείνει λίγα νέα παιδιά, 300 όλα και όλα, από τους συνολικά 1.800 κατοίκους. «Το τρένο ήταν η απόδρασή μας, και μετά συνέβη αυτό», λέει η νεαρή κοπέλα για να περιγράψει την ερήμωση της επαρχίας. «Τα χωράφια πλημμύρισαν με τον “Ντάνιελ”, η εκκλησία όπου λειτουργούμασταν, η Αγία Παρασκευή, δεν είναι πια προσβάσιμη, η κρεμαστή γέφυρα που τη συνδέει με τον δρόμο έχει καταστραφεί. Τα Τέμπη είναι πλέον η εκκλησία μας. Ερχόμαστε εδώ για να προσευχηθούμε και να επισκεφθούμε τα παιδιά».
Τα Τέμπη είναι πλέον η εκκλησία μας. Ερχόμαστε εδώ για να προσευχηθούμε και να επισκεφθούμε τα παιδιά.
Δίπλα της στέκεται η φίλη της, η Πολυξένη. Οταν πρωτοήρθε πριν από έναν χρόνο δεν μπορούσε καν να πλησιάσει, «είχε παγώσει». Οταν πλέον βρήκε το κουράγιο να κατέβει στο σημείο, συνειδητοποίησε πως ήταν καθήκον της να φροντίζει το μέρος αυτό. «Μας αρέσει να το περιποιούμαστε, να είναι νοικοκυρεμένο, καθαρό». Η νύχτα εκείνη τη στοιχειώνει ακόμη. «Το έμαθα τα ξημερώματα. Μου το είπε ο αδελφός μου μέσα στο σκοτάδι. Οτι τράκαραν τα τρένα στα Τέμπη. Οταν ξύπνησα, στην αρχή δεν το συνειδητοποίησα. Οπότε λέω: εντάξει, όνειρο είναι. Οταν το είδα το πρωί, έπαθα σοκ. Λέω, αποκλείεται να συμβαίνει αυτό. Οχι, αποκλείεται να έγινε αυτό. Στενοχωρήθηκα πολύ γιατί γνώριζα ένα κορίτσι, την Κλαούντια. Ηταν ένα πολύ καλό κορίτσι. Ενα κορίτσι στην ηλικία μου».


«ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΩΡΩ»
Στα Τέμπη, τα ονόματα έχουν πρόσωπο. Η Κλαούντια, ο Τάσος, η Αφροδίτη, ο Ντένις, η Αναστασία και τόσοι άλλοι. «Οχι, δεν τους συγχωρώ. Κανέναν δεν συγχωρώ», αναφωνεί η Αλμα Λάτα, η μητέρα της Κλαούντιας. «Κανείς δεν έκανε τη δουλειά του. Ηταν θεατές, όλοι θεατές. Οταν χάνεις το σπλάχνο σου, να μην μπει φυλακή αυτός που φταίει;», αναρωτιέται. Η κόρη της ήταν φοιτήτρια, «αριστούχος», τονίζει. «Είχε εργαστήρια και δεν ήθελε να χάσει βαθμούς», και επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη. «Ενα κορίτσι που έκανε σχέδια για το επόμενο Σαββατοκύριακο». Δάκρυα κυλούν στα μάτια της. Δίπλα της στέκονται κι άλλες μάνες. «Είμαστε πολλές, δεν είμαστε μία. Εχουμε τον ίδιο πόνο», λέει και η φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν σαν όρκος. «Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Πενήντα επτά ζωές χάθηκαν εκείνο το βράδυ, πενήντα επτά ψυχές. Θα τα δώσουμε όλα για τη δικαιοσύνη». Για εκείνην ο χρόνος σταμάτησε τις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα. «Μαμά, φεύγω, θα έρθω το άλλο Σαββατοκύριακο», της είπε η κόρη της. Δεν γύρισε ποτέ.

Παραδίπλα κάθεται η «φύλακας», όπως την αποκαλούν, η «γιαγιά Αννα», η γιαγιά του Τάσου. Φυλάει τον εγγονό της. Μιλάει σιγανά, σαν να μοιρολογεί. «Εσωσε μια κοπέλα και έφυγε εκείνος». Ο Τάσος ήταν φοιτητής της Γεωπονικής, επέστρεφε στη σχολή του στη Θεσσαλονίκη. «Ημασταν πλούσιοι και γίναμε φτωχοί. Αυτός ήταν ο πλούτος μας», λέει τον πόνο του ο παππούς του, Γιώργος Κουτσόπουλος. «Το σπίτι άδειασε. Η καθημερινότητά μας κατέρρευσε. Δεν έχουμε όρεξη για τίποτα. Περιμένουμε τη δίκη για να δικαιωθούμε, και εμείς και τα παιδιά που φύγανε», καταλήγει.


ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Ανάμεσα στους συγγενείς των θυμάτων, νέοι προσεγγίζουν με ευλάβεια το μνημείο, κάνουν τον σταυρό τους, αγκαλιάζονται, ανάβουν κεράκια. Η Ελένη είναι από την Αλεξανδρούπολη. Ηρθε για να επισκεφθεί την Αθηνά, όπως λέει. «Διάβαζα την ιστορία της κοπέλας, ήταν μητέρα ενός μικρού παιδιού. Εκανε πολλές αναρτήσεις ο σύντροφός της για εκείνη, για το πόσο του έλειπε, και ήθελα να έρθω να της ανάψω ένα κεράκι», λέει, εξηγώντας πως διένυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φτάσει εδώ. «Ηθελα να έρθω να της πω δύο κουβέντες».
Διάβαζα την ιστορία της κοπέλας, ήταν μητέρα ενός μικρού παιδιού. Εκανε πολλές αναρτήσεις ο σύντροφός της για εκείνη, για το πόσο του έλειπε, και ήθελα να έρθω να της ανάψω ένα κεράκι.
«Καταραμένος τόπος», ψιθυρίζει η Φοίβη από τα Γιάννενα, που έχει σταματήσει μαζί με δύο φίλους της καθ’ οδόν για Αθήνα. «Αντί να πάμε για καφέ, είπαμε να έρθουμε εδώ. Δεν θα κλείσουμε τα μάτια σε όλο αυτό. Είμαστε παρόντες σε κάθε πορεία, σε κάθε διαμαρτυρία, και θα εξακολουθήσουμε να είμαστε. Για το δικό μας μέλλον, το μέλλον των παιδιών μας».

Ενα αμάξι παρκάρει. Τέσσερα νέα αγόρια με ποδοσφαιρική στολή βαδίζουν προς τα μνήματα. «Mετά τον αγώνα, ερχόμαστε εδώ τις Κυριακές. Δεν πάμε στις καφετέριες. Μας ηρεμεί αυτός ο τόπος, ερχόμαστε να κάνουμε παρέα στα παιδιά. Θα μπορούσαμε να ήμασταν εμείς, το ξέρουμε αυτό», λέει ο ψηλότερος της παρέας. Ο 20χρονος Κώστας κοντοστέκεται μπροστά στη φωτογραφία της Κλαούντιας. «Ημουν στρατό όταν έγινε το δυστύχημα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ για εβδομάδες, με είχε ταράξει. Οταν απολύθηκα, στην τελετή της ορκωμοσίας μου φώναξα δυνατά το όνομά της. Τα Τέμπη δεν έχουν τελειώσει», λέει ο νεαρός.
Ο Κώστας κοντοστέκεται μπροστά στη φωτογραφία της Κλαούντιας. «Ημουν στρατό όταν έγινε το δυστύχημα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ για εβδομάδες, με είχε ταράξει. Οταν απολύθηκα, στην τελετή της ορκωμοσίας μου φώναξα το όνομά της».
Ούτε για την ίδια την Παρασκευή τα Τέμπη έχουν τελειώσει. Κάθε Σαββατοκύριακο συναντά εδώ τους συγγενείς των θυμάτων. Δεν τους μιλάει όμως αν δεν της απευθύνουν τον λόγο εκείνοι. «Τι να τους πω, τι να πω σε αυτούς τους ανθρώπους;». Από το σπίτι της αγναντεύει καθημερινά τον κάμπο, και στο βάθος μέσα από την ομίχλη ξεπροβάλλει το μνημείο. «Είμαστε τέσσερα αδέλφια συνολικά. Φαντάσου να χάσεις το αδελφό σου, την αδελφή σου. Καλύτερα να έφευγα εγώ», φαντάζεται και εκείνη τον εαυτό της συνεπιβάτη στην τραγική αυτή ιστορία. «Το λιγότερο που μπορούμε να περιμένουμε είναι μια δικαιοσύνη για αυτά τα παιδιά», θα πει πριν αναχωρήσει για το χωριό. «Τα παιδιά είναι εδώ. Και περιμένουν. Μας βλέπουν. Τη νύχτα, αν ακούσεις προσεκτικά, όπως είπε και ο παππούς του Τάσου, κελαηδάνε πουλιά. Είναι τα παιδιά που μιλάνε».
Πηγή: kathimerini.gr
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























