Χαίρομαι ιδιαίτερα που το ταξίδι αυτού του βιβλίου κάνει σταθμό στη Λάρισα, μια πόλη με έντονο πολιτιστικό και αναγνωστικό παλμό. Είναι η καλύτερη απόδειξη πως, αν και το βιβλίο έχει έντονο τοπικό χρώμα –διαδραματίζεται στις φτωχογειτονιές και τα καρνάγια του Πειραιά και του Περάματος– ο πυρήνας του είναι απόλυτα οικουμενικός. Ο πόνος, η αγάπη και η ανάγκη μας να πιαστούμε από κάπου για να μην πέσουμε, δεν έχουν γεωγραφικά σύνορα
Συνέντευξη στον Λάμπρο Αναγνωστόπουλο
Με αφορμή την παρουσίαση του νέου του βιβλίου «Ιστορίες από μια αθέατη θάλασσα» (Εκδόσεις Γραφή), που θα πραγματοποιηθεί στη Λάρισα την Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026 στις 19:30, ο συγγραφέας Γιώργος Πολυμενάκος μιλά στo larissanet.gr για τον κόσμο του βιβλίου του: για τις αόρατες ζωές των ανθρώπων του μόχθου, για τις μνήμες που επιμένουν και για τις εσωτερικές διαδρομές που ανοίγονται όταν η πραγματικότητα στενεύει ασφυκτικά.
Στη συζήτησή μας, αναλύει τον συμβολισμό της «αθέατης θάλασσας», εξηγεί γιατί επέλεξε τη σπονδυλωτή μορφή αφήγησης και μοιράζεται τις σκέψεις του για τη σχέση της λογοτεχνίας με το τραύμα, τη μνήμη και την ανθρώπινη αντοχή. Μια κουβέντα για τη δύναμη των ιστοριών να δίνουν σχήμα στο χάος και να φωτίζουν, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, τη δυνατότητα του ανθρώπου να στραφεί προς το φως.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε κάτι κρυμμένο ή αόρατο. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η «αθέατη θάλασσα»;
Η «αθέατη θάλασσα» έχει στο βιβλίο μια διπλή υπόσταση: ξεκινά από το κυριολεκτικό τοπίο και καταλήγει σε έναν βαθύ υπαρξιακό συμβολισμό.
Σε πρώτο επίπεδο, παραπέμπει στον πραγματικό τόπο όπου κινούνται οι ήρωες, στις παρυφές του Πειραιά και του Περάματος. Εκεί, γύρω από τη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη, η θάλασσα συχνά κρύβεται πίσω από ψηλούς πέτρινους τοίχους, μάντρες, καρνάγια και πελώριες γερανογέφυρες. Ξέρεις ότι είναι εκεί, τη μυρίζεις, την ακούς, αλλά δεν τη βλέπεις.
Σε ένα δεύτερο, πιο κοινωνικό επίπεδο, αυτή η «θάλασσα» συμβολίζει τους ίδιους τους ανθρώπους αυτών των περιοχών. Ανθρώπους του μόχθου, σαν τους γονείς των ηρώων στη φτωχική, βυθισμένη γειτονιά της «Γούβας» της δεκαετίας του ’60. Είναι οι ζωές που κυλούν κάτω από την επιφάνεια, μακριά από τα φώτα της «επίσημης» Ιστορίας. Ανθρώπινες ιστορίες μόχθου, αξιοπρέπειας και πόνου που παραμένουν αόρατες.
Αλλά η πιο σημαντική, ίσως, διάστασή της είναι η εσωτερική. Η αθέατη θάλασσα είναι ο απέραντος, αχαρτογράφητος εσωτερικός κόσμος των ηρώων. Είναι οι μνήμες τους, τα τραύματα, οι ανείπωτες λέξεις τους, οι ακυρωμένοι έρωτες, αλλά και ο χώρος της τέχνης, της ποίησης και της μουσικής, όπου καταφεύγουν για να σωθούν. Όταν η σκληρή πραγματικότητα της ζωής –όπως η οικονομική κρίση ή η ανημπόρια μιας βαριάς αρρώστιας– στενεύει ασφυκτικά τα όρια του ορατού κόσμου, οι ήρωες στρέφονται προς τα μέσα. Κολυμπούν σε αυτή την αθέατη θάλασσα της ψυχής τους για να βρουν την αντοχή να συνεχίσουν.
Επιλέγετε τη μορφή του σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Τι σας προσφέρει αυτή η δομή στην αφήγηση μιας ιστορίας;
Η σπονδυλωτή δομή είναι, πάνω απ’ όλα, ένα εργαλείο αφαίρεσης. Μου προσφέρει την ελευθερία να παραλείψω τον «θόρυβο» της ρουτίνας και να εστιάσω αποκλειστικά στις κομβικές στιγμές της ζωής των ηρώων. Σε εκείνες τις λίγες, καθοριστικές συναντήσεις, τις ρήξεις ή τις σιωπές, που πραγματικά διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και τη μοίρα τους. Αντί να περιγράφω μια γραμμική καθημερινότητα, φωτίζω επιλεκτικά κάποιες μέρες –από το 1964 έως το 2011– σαν να ρίχνω επιλεκτικά τη φωτεινή δέσμη ενός προβολέα σε μια σκοτεινή σκηνή.
Ένα δεύτερο στοιχείο που μου προσφέρει αυτή η δομή είναι η ενεργοποίηση του αναγνώστη μέσω της σιωπής. Τα χρονικά άλματα από ιστορία σε ιστορία δημιουργούν «λευκά κενά». Αυτά τα κενά δεν είναι αδυναμία, είναι αφηγηματικός χώρος. Εκεί μέσα ο αναγνώστης καλείται να φανταστεί τι μεσολάβησε, πώς μεγάλωσαν οι ήρωες, πώς φθείρονται τα σώματα και οι σχέσεις.
Τέλος, μου έδωσε τη δυνατότητα να παίξω με τη φόρμα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Αν και οι ιστορίες είναι σπονδυλωτές, ενώνονται από έναν αόρατο, σχεδόν παραμυθένιο, ιστό. Αν κάποιος ενώσει τους τίτλους των πέντε μερών του βιβλίου, θα διαβάσει μια ενιαία φράση: «Μια φορά κι έναν καιρό / φύσηξε ένας αέρας δυνατός / και πήρε μακριά όλα τα φύλλα / μόνο ένα φύλλο έμεινε / ψηλά σ’ ένα δέντρο». Η σπονδυλωτή μορφή, λοιπόν, μου προσέφερε τον ιδανικό τρόπο για να φτιάξω ένα σύγχρονο παραμύθι για ενήλικες, αποτελούμενο από θραύσματα της αληθινής ζωής.
Στο βιβλίο, οι ήρωες κουβαλούν βαριά, συχνά ανείπωτα τραύματα: την απώλεια ενός παιδιού, μια ανίατη ασθένεια, την αυτοκτονία ενός φίλου, τη σκληρότητα της φθοράς. Το τραύμα από τη φύση του σε βουβαίνει. Σε εγκλωβίζει σε μια σκοτεινή γωνιά όπου νιώθεις απολύτως μόνος. Εκεί ακριβώς έρχεται η λογοτεχνία –όπως και η μουσική για τους ήρωές μου– να προσφέρει τις λέξεις που λείπουν
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος κατανόησης ή συμφιλίωσης με το τραύμα;
Απόλυτα. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τη λέξη «συμφιλίωση». Η λογοτεχνία δεν λειτουργεί ως ένα μαγικό φίλτρο που σβήνει τον πόνο, ούτε διαγράφει την απώλεια. Αυτό που κάνει –και είναι τεράστιο– είναι να δίνει σχήμα στο χάος.
Στο βιβλίο, οι ήρωες κουβαλούν βαριά, συχνά ανείπωτα τραύματα: την απώλεια ενός παιδιού, μια ανίατη ασθένεια, την αυτοκτονία ενός φίλου, τη σκληρότητα της φθοράς. Το τραύμα από τη φύση του σε βουβαίνει. Σε εγκλωβίζει σε μια σκοτεινή γωνιά όπου νιώθεις απολύτως μόνος. Εκεί ακριβώς έρχεται η λογοτεχνία –όπως και η μουσική για τους ήρωές μου– να προσφέρει τις λέξεις που λείπουν.
Όταν ο κεντρικός ήρωας, καθηλωμένος στο καροτσάκι, παλεύει να γράψει λίγους στίχους ή όταν ανακαλεί τα ποιήματα που διάβαζε, στην ουσία προσπαθεί να κατανοήσει αυτό που του συμβαίνει. Μεταφέροντας τον πόνο στο χαρτί, τον βγάζουμε από μέσα μας, τον αντικειμενοποιούμε και τον κοιτάμε κατάματα. Επιπλέον, ως αναγνώστες, διαβάζοντας για το τραύμα κάποιου άλλου, νιώθουμε την παρηγοριά της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Η λογοτεχνία δεν «γιατρεύει» με την ιατρική έννοια. Σε βοηθάει όμως να μάθεις να πορεύεσαι δίπλα-δίπλα με το τραύμα σου, χωρίς αυτό να σε κατασπαράζει. Όπως αναφέρω και στην προμετωπίδα του βιβλίου: «Ακόμα και στην πιο βαθιά νύχτα, η αυγή πλησιάζει. Αρκεί να βρεις τη δύναμη να κοιτάξεις – προς το φως.» Η λογοτεχνία είναι, πολλές φορές, το εργαλείο που μας βοηθάει να γυρίσουμε το βλέμμα μας προς αυτό το φως.
Η εμπειρία της ασθένειας στο βιβλίο φαίνεται να ανοίγει έναν διάλογο με το παρελθόν. Είναι τελικά η μνήμη μια μορφή θεραπείας;
Όταν το σώμα καταρρέει και ο ορίζοντας του μέλλοντος στενεύει βίαια λόγω της ασθένειας, είναι σχεδόν νομοτελειακό ο άνθρωπος να στρέψει το βλέμμα του προς τα πίσω. Για τον κεντρικό ήρωα, οι σκληρές θεραπείες και το αναπηρικό αμαξίδιο περιορίζουν την κίνησή του στον χώρο, αλλά ταυτόχρονα πυροδοτούν μια τεράστια εσωτερική κίνηση στον χρόνο.
Επιστρέφει στο παλιό του πατρικό, στα αντικείμενα της παιδικής του ηλικίας αναζητώντας απαντήσεις.
Δεν θα αποκαλούσα τη μνήμη «θεραπεία» με την έννοια της ίασης του σώματος. Είναι όμως, αναμφίβολα, μια πράξη υπαρξιακής επούλωσης. Ανακαλώντας το παρελθόν, ο ήρωας θυμάται ποιος πραγματικά είναι. Θυμάται τη φτώχεια της δεκαετίας του ’60 και τους γονείς του που πάλευαν να του προσφέρουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν όσο λίγο κι αν ήταν αυτό. Αντλεί, λοιπόν, δύναμη από εκείνους τους παλιούς, πρώτους αγώνες επιβίωσης για να δώσει τον σημερινό, τον πιο δύσκολο.
Παράλληλα, αυτός ο διάλογος με το παρελθόν τού επιτρέπει να κλείσει ανοιχτούς κύκλους. Με τους φίλους του, με τα νιάτα του, με τον ανεκπλήρωτο έρωτά του. Τελικά, η μνήμη λειτουργεί ως υπαρξιακό αναλγητικό: σου λέει πως, προτού γίνεις απλώς ένας «ασθενής», υπήρξες ένας άνθρωπος που αγάπησε, ονειρεύτηκε, έκανε λάθη και έζησε αληθινά. Και αυτή η επίγνωση είναι ίσως το πιο ισχυρό παυσίπονο απέναντι στη φθορά.

Το βιβλίο παρουσιάζεται στη Λάρισα. Τι σημαίνουν για εσάς αυτές οι συναντήσεις με τους αναγνώστες;
Το γράψιμο είναι, από τη φύση του, μια εξαιρετικά μοναχική διαδικασία. Κλείνεσαι σε ένα δωμάτιο, παλεύεις με τις λέξεις, τις μνήμες και τα δικά σου φαντάσματα για μήνες. Όταν το βιβλίο εκδίδεται, ουσιαστικά παύει να σου ανήκει. Η πραγματική του ζωή, όμως, ξεκινάει τη στιγμή που συναντά τα μάτια και την ψυχή του αναγνώστη.
Οι δια ζώσης συναντήσεις, όπως αυτή η επερχόμενη παρουσίαση στη Λάρισα, είναι η στιγμή που «κλείνει το κύκλωμα». Είναι μαγικό να συνειδητοποιείς πώς οι δικοί σου ήρωες –ο Γιώργος, ο Νίκος, ο Δημήτρης, η Μαρία– έχουν την ευκαιρία να «μετακομίσουν» στο μυαλό κάποιου άλλου και να λειτουργήσουν ως καθρέφτης για τα δικά του βιώματα.
Ειδικά με το συγκεκριμένο βιβλίο, που αγγίζει θέματα πολύ βαθιά και ανθρώπινα, όπως η ασθένεια, η αντοχή της φιλίας στον χρόνο και η απώλεια, η επαφή με τους αναγνώστες αποκτά συχνά τον χαρακτήρα μιας κοινής εξομολόγησης. Βλέπεις ανθρώπους να συγκινούνται, να αναγνωρίζουν κομμάτια του εαυτού τους μέσα στις σελίδες του βιβλίου και να μοιράζονται τις δικές τους ιστορίες από τις δικές τους «αθέατες θάλασσες».
Χαίρομαι ιδιαίτερα που το ταξίδι αυτού του βιβλίου κάνει σταθμό στη Λάρισα, μια πόλη με έντονο πολιτιστικό και αναγνωστικό παλμό. Είναι η καλύτερη απόδειξη πως, αν και το βιβλίο έχει έντονο τοπικό χρώμα –διαδραματίζεται στις φτωχογειτονιές και τα καρνάγια του Πειραιά και του Περάματος– ο πυρήνας του είναι απόλυτα οικουμενικός. Ο πόνος, η αγάπη και η ανάγκη μας να πιαστούμε από κάπου για να μην πέσουμε, δεν έχουν γεωγραφικά σύνορα.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























