Της Εύης Μπουτζέτη – Πανίδου
Η πρόσφατη πρωτοβουλία της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνας Μιχαηλίδου, με το πρόγραμμα «Μετεγκατάσταση», που προβλέπει οικονομική ενίσχυση 10.000 ευρώ για όσους επιλέξουν να μεταφέρουν την κύρια κατοικία τους σε περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, αποτελεί μια μικρή προσπάθεια να αντιμετωπιστεί έστω και καθυστερημένα η βαθιά δημογραφική κρίση της χώρας. Η Ελλάδα γερνάει και αδειάζει. Και η ερήμωση της υπαίθρου δεν είναι πλέον μια αφηρημένη έννοια, αποτυπώνεται με τον πιο σιωπηλό αλλά και δραματικό τρόπο στα σχολεία που κλείνουν.
Τα τελευταία χρόνια, τα σχολεία σε ολόκληρη τη χώρα παλεύουν με την έλλειψη μαθητών. Ο αριθμός των παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχει μειωθεί κατά 111.000 μέσα σε μόλις επτά χρόνια, ενώ εκατοντάδες σχολικές μονάδες συγχωνεύθηκαν ή έκλεισαν. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς υπάρχουν αυλές που άδειασαν, τάξεις που σίγησαν και χωριά που χάνουν σταδιακά την ψυχή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και διεθνή μέσα, όπως οι Financial Times, επισημαίνουν ότι το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας οδηγεί αναπόφευκτα στο κλείσιμο σχολείων σε πολλές περιοχές της χώρας. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν ζωντανή την ελπίδα της ελληνικής υπαίθρου.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η δασκάλα Παναγιώτα Διαμαντή από το μικρό χωριό Φουρνά Ευρυτανίας. Δίδαξε στο μικρό δημοτικό σχολείο του χωριού, που κινδύνευε να κλείσει επειδή είχε ελάχιστους μαθητές. Με πρωτοβουλίες της προσπάθησε να κρατήσει το σχολείο ανοιχτό και να φέρει νέες οικογένειες στο χωριό. Μαζί με κατοίκους και τον ιερέα της περιοχής έκαναν καμπάνια ώστε οικογένειες να μετακομίσουν εκεί, για να ξαναζωντανέψει το χωριό. Το σχολείο που είχε μόνο λίγους μαθητές άρχισε να έχει περισσότερα παιδιά και το χωριό πήρε ξανά ζωή. Η εκπαιδευτικός από ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο κατάφερε να βρεθεί ανάμεσα στους 50 κορυφαίους εκπαιδευτικούς του κόσμου για το 2025, ως φιναλίστ του διεθνούς βραβείου Global Teacher Prize, ενός θεσμού που υποστηρίζεται από την UNESCO. Η διάκρισή της δεν είναι μόνο προσωπική επιτυχία. Είναι μια υπενθύμιση ότι στα πιο μικρά και απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδας, υπάρχουν εκπαιδευτικοί που κρατούν ζωντανή την εκπαίδευση και την κοινωνική συνοχή.

Οι δάσκαλοι της επαρχίας, όπως και οι γιατροί των μικρών νησιών, αποτελούν συχνά τους πραγματικούς πυλώνες ζωής των τοπικών κοινωνιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και η στήριξη της ιατρικής κάλυψης μικρών νησιών από το Ίδρυμα Στέλιου Χατζηιωάννου, μέσω μηνιαίας χορηγίας για την παρουσία γιατρών εκεί όπου το κράτος δυσκολεύεται να εξασφαλίσει επαρκείς υπηρεσίες υγείας. Δυστυχώς, η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει και μια πικρή αλήθεια. Η ελληνική περιφέρεια στηρίχθηκε στην αυταπάρνηση ανθρώπων και σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες παρά σε ένα συνεκτικό κρατικό σχέδιο. Για δεκαετίες η ανάπτυξη συγκεντρώθηκε κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι ευκαιρίες εργασίας, οι υποδομές και οι δημόσιες υπηρεσίες μετακινήθηκαν προς τις πόλεις, αφήνοντας την επαρχία να φθίνει. Το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες οικογένειες να μεταναστεύσουν ή να εγκαταλείψουν τα χωριά τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στις πόλεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα «Μετεγκατάσταση» μπορεί να αποτελέσει μια μικρή, αλλά ουσιαστική παρέμβαση. Αν νέες οικογένειες εγκατασταθούν στις περιοχές αυτές, δε θα μεταφερθούν μόνο κάτοικοι θα μεταφερθούν και παιδιά. Και κάθε παιδί που εγγράφεται σε ένα σχολείο της περιφέρειας μπορεί να αποτελέσει τη συνέχιση της λειτουργίας του ή το κλείσιμό του. Ωστόσο, μια επιδότηση μετακόμισης δεν αρκεί. Η αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου απαιτεί συνδυασμό πολιτικών, δημιουργία θέσεων εργασίας, φορολογικά κίνητρα για επιχειρήσεις, στήριξη νέων οικογενειών, αξιόπιστες υπηρεσίες υγείας και σύγχρονες ψηφιακές υποδομές.
Παλιότερα υπήρξε μια άλλη Ελλάδα, η Ελλάδα των πατεράδων και των παππούδων μας. Τότε που τα χωριά παρά την φτώχεια τους ήταν γεμάτα ζωή, τα σχολεία είχαν πολλές τάξεις και οι οικογένειες μεγάλωναν τρία και πέντε παιδιά. Μέσα σε λίγες δεκαετίες όμως, χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους κυνηγώντας το όνειρο της πόλης. Ο αριθμός των παιδιών τους όμως δυστυχώς μειώνονταν σταδιακά μη μπορώντας να επιβιώσουν και να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις ανάγκες τους. Σήμερα όλοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα, καθώς η υπογεννητικότητα είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας, η οποία οφείλεται διαχρονικά στις πολιτικές επιλογές. Δυστυχώς, για χρόνια οι πολιτικοί εθελοτυφλούσαν. Αντιμετώπισαν αυτή τη βαθιά δημογραφική κρίση με αποσπασματικά μέτρα σαν να επιχειρείς να θεραπεύσεις μια σοβαρή ασθένεια με απλές ασπιρίνες.

Επομένως λοιπόν, αν θέλουμε πραγματικά, η Ελλάδα να βελτιώσει την υπογεννητικότητα, να ξαναφέρει ζωή στα χωριά της και παιδιά στις σχολικές αυλές της επαρχίας, τότε χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από μικρά προγράμματα. Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο που θα εκπονηθεί από ειδικούς επιστήμονες σε συνεργασία με τους Δήμους και την κεντρική κυβέρνηση, ώστε να ξαναδώσει προοπτική στις οικογένειες της ελληνικής υπαίθρου. Ας ελπίζουμε λοιπόν…
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























