Ο αλά καρτ λογοτέχνης δεν θα γίνει ποτέ αληθινός, γνήσιος λογοτέχνης
Συνέντευξη στον Λάμπρο Αναγνωστόπουλο
Με αφορμή την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Κώστα Λάνταβου «Αμέμπτου ηθικής», από τις Εκδόσεις «Αρμός» συνομιλήσαμε με έναν δημιουργό που εδώ και δεκαετίες κινείται με συνέπεια και ευαισθησία στον χώρο της λογοτεχνίας. Ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος – εκτός από γιατρός- ο κ. Λάνταβος έχει διαμορφώσει μια ιδιαίτερη σχέση με τη μνήμη, τον τόπο και τις ανθρώπινες ιστορίες, στοιχεία που διαπερνούν το σύνολο του έργου του.
Στη συζήτηση που ακολουθεί μιλά για τη σημασία του τίτλου του βιβλίου του και για το κοινωνικό βάρος που κουβαλούσε κάποτε η έννοια της «άμεμπτης ηθικής», κυρίως για τις γυναίκες. Αναφέρεται επίσης στη σχέση της μνήμης με τη μυθοπλασία, στον ρόλο που έχει παίξει η Λάρισα στη συγγραφική του πορεία, αλλά και στη μακρόχρονη ενασχόλησή του με τη μετάφραση σημαντικών ποιητών και κλασικών κειμένων.
Παράλληλα, μοιράζεται σκέψεις για τη λογοτεχνία, την ανάγνωση και τη σημασία της αφοσίωσης στη γραφή.
Ακολουθεί η συνέντευξη:
Ο τίτλος «Αμέμπτου ηθικής» είναι ιδιαίτερα φορτισμένος. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η έννοια μέσα στον κόσμο των ιστοριών σας;
Ο τίτλος αυτός όντως είναι ιδιαίτερα φορτισμένος, καθώς παραπέμπει σε μια εκτεταμένη περίοδο της ζωής των ανθρώπων που καθόριζε ανεξίτηλα το μέλλον των γυναικών κυρίως. Γιατί, σχεδόν αποκλειστικά, η φράση «αμέμπτου ηθικής» αναφερόταν στον αν η γυναίκα είχε πριν τον γάμο ερωτική σχέση ή όχι. Και όχι σεξουαλική σχέση, αλλά απλώς αν είχε «δώσει την καρδιά της» σε κάποιον άντρα και αυτό ήταν δημόσια γνωστό. Αν η γυναίκα χαρακτηριζόταν «αμέμπτου ηθικής» ο δρόμος προς τον γάμο ήταν ανοιχτός κατ’ αρχήν. Η προίκα ήταν η άλλη βασική παράμετρος. Ο έρωτας σπανιότερα καθόριζε την υπόθεση «γάμος». Θέλω να πω ότι ο έρωτας μπορούσε να αγνοήσει την προίκα, δύσκολα όμως αγνοούσε την «άμεμπτο ηθική». Ήταν δηλαδή «παράσημο» η άμεμπτη ηθική της γυναίκας, ενώ το αντίθετο σήμαινε καταδίκη.
Στα κείμενά σας φαίνεται να λειτουργεί έντονα η μνήμη. Πόσο αυτοβιογραφική είναι αυτή η επιστροφή στις «αφετηρίες» σας;
Όπως σε κάθε συγγραφέα που αφηγείται ιστορίες ανθρώπων, πολλά σημεία των ιστοριών είναι αυτοβιογραφικά με την έννοια ότι πέρασαν από τη ζωή του. Τα έζησα δηλαδή, όχι απαραίτητα ως πρωταγωνιστής, αλλά ως θεατής και παρατηρητής ή, στην καλύτερη περίπτωση, να είχα κάποιον επιμέρους ρόλο. Τα υπόλοιπα κομμάτια της κάθε ιστορίας τα συμπληρώνει η μυθοπλασία.
Η Λάρισα φαίνεται να αποτελεί έναν σημαντικό τόπο αναφοράς στο έργο σας. Πόσο καθοριστικός είναι ο τόπος για τη δημιουργία σας;
Γενικά η Λάρισα όντως είναι συνδεδεμένη με το έργο μου στο σύνολό του. Κυρίως με την ποίηση. Και έχω πει, ότι αν είχα μεγαλώσει και ζήσει σε άλλη πόλη, το έργο μου θα ήταν διαφορετικό. Διότι οι άνθρωποι είναι η κύρια πηγή της έμπνευσής μου. Στο βιβλίο μου όμως για το οποίο μιλάμε τώρα, η Λάρισα μικρή συμμετοχή έχει. Τα περισσότερα αφηγήματα, τα εννέα νομίζω, εκτυλίσσονται σε άλλους τόπους, εκτός Λάρισας.

Ως μεταφραστής έχετε δουλέψει πάνω σε σημαντικούς δημιουργούς όπως ο William Blake, ο Ezra Pound και ο Fernando Pessoa, αλλά και Αισχύλο, Σοφοκλή και Ευριπίδη. Πως προέκυψε αυτή η δραστηριότητα και πόση εύκολη η δύσκολη είναι η διαδικασία;
Η δημιουργική ενασχόληση με το έργο ξένων ποιητών και των δικών μας τραγικών ξεκινάει -και φαντάζομαι για πολλούς έτσι αρχίζει- από την έντονη επιθυμία μου να έρθω σε άμεση επαφή – όχι μέσω τρίτων, μεταφραστών εννοώ- και σε δεύτερο χρόνο να «αναμετρηθώ» με μεγάλα κείμενα ή με κείμενα που ένοιωθα ότι με συγκινούσαν προσωπικά. Έτσι ξεκίνησα με τον William Blake, καθώς με γοήτευσε ο ρομαντικός και μυστηριακός χαρακτήρας της ποίησής του. Και εξακολούθησα με το ίδιο μοτίβο. Με τους Έλληνες τραγικούς –πάντα το ονειρευόμουν και το σκεφτόμουνα, αλλά δεν το προχωρούσα – αφορμή ήταν ο Γιώργος Ζιάκας, όταν ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεσσαλικού Θεάτρου. Τότε μου πρότεινε να δοκιμάσω να μεταφράσω τις Τρωάδες του Ευριπίδη με σκοπό να τις ανεβάσει το Θεσσαλικό Θέατρο. «Με τον όρο, μου είπε, να μου αρέσει η μετάφραση, αλλιώς… τίποτα». Δέχτηκα την πρόσκληση-πρόκληση, του άρεσε η μετάφραση, κάποια αποσπάσματα τα δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών αργότερα, αλλά εκείνη τη χρονιά ο Ζιάκας αποχώρησε από το Θεσσαλικό Θέατρο και το σχέδιο ναυάγησε. Εμένα όμως μου έμεινε η μετάφραση και κυρίως το μεράκι να συνεχίσω. Εντέλει έχω μεταφράσει 12 τραγωδίες (και των τριών τραγικών), τον Φαίδρο του Πλάτωνα και τον Δύσκολο του Μενάνδρου.
Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που μεταφράσατε και νιώθετε ότι συνομιλεί με το προσωπικό σας έργο;
Μεγάλη κουβέντα το «συνομιλεί», αλλά βρίσκομαι πιο κοντά στον D. H. Lawrence και με τον Fernando Pessoa, καθώς αυτοί είναι και στοχαστικοί ποιητές. Βέβαια ο Lawrence είναι γνωστός κυρίως ως πεζογράφος, αλλά έχει γράψει και σπουδαία ποίηση. Έχω μεταφράσει το ποίημα του Το πλοίο του θανάτου και έχει εκδοθεί από την δική μας ΘΡΑΚΑ.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο άνθρωπο που θέλει σήμερα να ασχοληθεί με τη γραφή;
Διάβασμα πολύ. Διαρκή επαφή με τους προλαλήσαντες, ντόπιους και ξένους, και καθημερινή –κατά το δυνατόν – επαφή με το γράψιμο. Να αφιερωθούν στη γραφή. Ο αλά καρτ λογοτέχνης δεν θα γίνει ποτέ αληθινός, γνήσιος λογοτέχνης.
Σχετικά με την παρουσίαση του βιβλίου
Το νέο βιβλίο του Κώστα Λάνταβου με τίτλο «Αμέμπτου ηθικής» από τις Εκδόσεις «Αρμός» πρόκειται να παρουσιαστεί στη Λάρισα, στη Λογοτεχνική Γωνία, την Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026 και ώρα 20:00 σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων και το Βιβλιοπωλείο Καλτσάς. Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού, Θωμάς Ρετσιάνης, ενώ για το βιβλίο θα μιλήσουν ο ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Εμβόλιμον» Γιώργος Χ. Θεοχάρης και ο δημοσιογράφος Λάμπρος Αναγνωστόπουλος. Ο συγγραφέας του βιβλίου Κώστας Λάνταβος θα διαβάσει.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























