Η λάσπη στον Γ. Μπαρτζιώτα στέγνωσε
αλλά τα απομεινάρια της παραμένουν…
Γράφει ο Δημήτρης Γ. Κουμπιάς
Πέρασαν σχεδόν 8 χρόνια και ένα κατακίτρινο δημοσίευμα – που αναπαρήχθη «ελαφρά τη καρδία» και χωρίς διασταύρωση σε διάφορα ΜΜΕ με cory paste – εξακολουθεί να ταλανίζει τον χειρουργό Γιώργο Μπαρτζιώτα. Μετά τον διορισμό του γιατρού ως αναπληρωτή διοικητή στον «Ευαγγελισμό» το 2018, εκτοξεύτηκαν τόνοι λάσπης εναντίον του. Η λάσπη στέγνωσε, αλλά τα απομεινάρια της παραμένουν…
Η υπόθεση δεν αποκάλυπτε κάποιο σκάνδαλο, αποκαλύπτει ωστόσο κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: πόσο εύκολα ένα τμήμα του δημόσιου λόγου διολισθαίνει στον κοινωνικό κανιβαλισμό, όταν θεωρεί ότι μπορεί να πλήξει έναν επιστήμονά που κάποιοι τον είδαν σαν πολιτικό αντίπαλο.
Το δημοσίευμα που παρουσιάστηκε ως «αποκάλυψη» δεν κατέγραψε διαφθορά, ούτε κατάχρηση εξουσίας. Δεν βρήκε φακελάκια, μίζες ή προνομιακές σχέσεις με εταιρείες. Αντί για αυτά, επέλεξε να δημοσιοποιήσει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ενός γιατρού και να τα μετατρέψει σε πολιτικό όπλο. Η «κατηγορία» εναντίον του Μπαρτζιώτα ήταν ότι είχε διαγνωστεί με διαταραχή άγχους και κατάθλιψης και ότι του είχε αποδοθεί υψηλό ποσοστό αναπηρίας από το ΚΕΠΑ.
Πίσω από την ψυχρή αυτή διατύπωση όμως κρύβεται μια ανθρώπινη τραγωδία. Ο γιατρός έχασε τον 23χρονο γιο του, τελειόφοιτο της Ιατρικής, σε ένα τραγικό γεγονός που συγκλόνισε την οικογένειά του. Η απώλεια αυτή τον οδήγησε σε σοβαρή ψυχική δοκιμασία και σε ανάγκη θεραπείας. Αντί η κοινωνία να δείξει κατανόηση για έναν άνθρωπο που βίωσε το πιο οδυνηρό πλήγμα που μπορεί να δεχθεί ένας γονιός, ορισμένοι επέλεξαν να τον διασύρουν δημόσια, παρουσιάζοντας τη θεραπεία του σχεδόν ως απόδειξη ανικανότητας.
Ακόμη πιο ανησυχητικές ήταν οι δηλώσεις που ακολούθησαν στον δημόσιο διάλογο, σύμφωνα με τις οποίες ένας άνθρωπος με τέτοια αναπηρία «δεν θα έπρεπε να βγαίνει από το σπίτι του». Πρόκειται για μια αντίληψη που θυμίζει σκοτεινές εποχές κοινωνικού αποκλεισμού. Στη σύγχρονη δημοκρατία, η αναπηρία δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού από την εργασία ή τη δημόσια ζωή. Το να παρουσιάζεται ως τέτοιος αποτελεί όχι μόνο άγνοια, αλλά και επικίνδυνη αναπαραγωγή στερεοτύπων που εδώ και δεκαετίες η κοινωνία προσπαθεί να ξεπεράσει.
Η ειρωνεία είναι ότι ο άνθρωπος που στοχοποιήθηκε δεν είναι κάποιος άγνωστος ή αμφιλεγόμενος παράγοντας. Ο Γιώργος Μπαρτζιώτας είναι γιατρός με μακρά επιστημονική και επαγγελματική διαδρομή. Γεννημένος από γονείς πρόσφυγες στη Ρουμανία, σπούδασε ιατρική, έγινε χειρουργός, δίδαξε ως καθηγητής στο Βουκουρέστι και στις Ηνωμένες Πολιτείες και υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως διευθυντής σε δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας. Πρόκειται για έναν επιστήμονα που αφιέρωσε δεκαετίες στο δημόσιο σύστημα υγείας και στην εκπαίδευση νέων γιατρών.
Βεβαίως, το ποσοστό αναπηρίας που αφορούσε στην κατάθλιψη ήταν μόλις 10%, ενώ τα υπόλοιπα ποσοστά αφορούσαν υπέρταση, διαβήτη και χειρουργημένα αγγεία. Αλλά, όταν θέλεις να εκτοξεύσεις λάσπη παραβλέπεις «λεπτομέρειες που μπορεί να χαλάσουν μια ωραία ιστορία».
Πάντως, το «αποκαλυπτικό ρεπορτάζ» δεν εμπόδισε την τωρινή κυβέρνηση να ανανεώσει τη θητεία Μπαρτζιώτα, ο οποίος ως αναπληρωτής διοικητής αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις και προκλήσεις, με κορυφαία αυτήν της πανδημίας.
Όταν η πολιτική αντιπαράθεση φτάνει στο σημείο να χρησιμοποιεί την ψυχική υγεία ενός ανθρώπου ως μέσο απαξίωσης, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο διορισμός. Το πρόβλημα είναι η ποιότητα του δημόσιου λόγου. Η στοχοποίηση ενός ανθρώπου επειδή χρειάστηκε θεραπεία μετά τον θάνατο του παιδιού του δεν αποτελεί «δημοσιογραφική αποκάλυψη». Είναι μια πράξη ηθικού εκτροχιασμού.
Αν κάτι πρέπει να μας απασχολεί σε αυτή την υπόθεση, δεν είναι ο διορισμός ενός έμπειρου γιατρού σε θέση ευθύνης. Είναι το γεγονός ότι στον δημόσιο διάλογο εξακολουθούν να βρίσκουν χώρο ο στιγματισμός της ψυχικής υγείας, η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και η ρητορική που αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που αφορά ολόκληρη την κοινωνία.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























