Του Μόσχου Λαγκουβάρδου
«Ζουν οι γάτες, ζουν οι σκύλοι, ζουν κι οι ποντικοί στις τρύπες.» Λαϊκή παροιμία.
Οι ψυχές είναι αθάνατες τόσο αυτές που γνωρίζουν το Θεό, όσο κι αυτές που αγνοούν το Θεό. Άγνοια ή λήθη του Θεού έχουν οι ψυχές που ζουν στο αιώνιο πνευματικό σκοτάδι και γι’ αυτό ονομάζονται «νεκρές ψυχές».
Το αιώνιο πνευματικό σκοτάδι είναι ο κλήρος αυτών που χάνουν την παρρησία και απομακρύνονται συνειδητά ή ασυνείδητα απ΄ το Θεό. Η απομάκρυνση απ’ το Θεό σύμφωνα με την Ορθόδοξη Διδασκαλία είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος η οποία αποτελεί ασυγχώρητη αμαρτία.
Αυτό που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια δεν είναι λόγια που γρήγορα ξεχνιούνται. Ο κόσμος στην κωμόπολη, όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, στην αγαπημένη Δεσκάτη, ήταν ένας κόσμος, που μιλούσε με εικόνες και μεταφορές.
Αγάπησα το λόγο τους, αν και δεν μπορούσα να τον μιμηθώ. Στα χωριά μας ποτέ δε μιλούσαν ούτε τώρα μιλούν για γενικές ιδέες. Ίσως έτσι εξηγείται η δυσκολία μου με τον επιστημονικό λόγο, που αντί εικόνες και μεταφορές έχει την στατιστική και την ανάλυση. Στην επιστήμη δε μιλάει κανείς προσωπικά. Γι’ αυτό και ενδιαφέρει μόνο τους λίγους που ασχολούνται με την επιστήμη.
Η πραγματικότητα που ενδιαφέρει όλους έχει πάντα μέσα της ένα «εγώ». Ο απλός άνθρωπος δε βιώνει την απουσία του εγώ. Στα χωριά τον απλό κόσμο τον ενδιέφερε η πραγματικότητα, όπως τη ζούσε με τις προσωπικές εμπειρίες του. Δεν είχαν αξία για να τις θυμάσαι οι γενικές ιδέες. Δεν τις καταλάβαιναν και δεν ήταν αυτές η πραγματικότητα που ζούσαν. Αυτό δε σημαίνει ότι δε φιλοσοφούσε ο κόσμος στα χωριά. Η Εκκλησία έδινε το παράδειγμα του λόγου με τις Παραβολές του Ιησού.
Μιλώντας για το τέλος της παρρησίας, θα χρησιμοποιήσω κι εγώ μια εικόνα, αντί έναν ορισμό του τί είναι το τέλος της παρρησίας. Αν δεν επιθυμήσαμε ποτέ ν’ ανοίξει η γη να μας καταπιεί, επειδή δεν είχαμε το θάρρος να πούμε την αλήθεια και προδώσαμε ό,τι είχαμε πολυτιμότερο στη ζωή, δεν γνωρίζουμε το τέλος της παρρησίας.
Στην Ορθοδοξία πιστεύουμε πως η αγάπη του Θεού είναι για τους δίκαιους το φως που φωτίζει και για τους άδικους το φως που καίει. Το φως του Θεού που καίει είναι το τέλος της παρρησίας.
Είναι φοβερό να νιώθεις ότι δεν έχεις πρόσωπο να δεις τον κόσμο. ‘Ετσι νιώθουμε όταν προδίδουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπο και πάνω από όλα το Χριστό που έχυσε το αίμα του επάνω στο σταυρό για εμάς.
«Μη ταραζέσθω υμών η καρδία. Έκαστος έχει διδαχή, έχει ψαλμούς, έχει γλώσσα (προσευχή). Δεν είναι ακαταστασίας ο Θεός, αλλά ειρήνης. « Ο Θεός είναι αγάπη, αλλά ο ένοχος δεν έχει πρόσωπο να δει στα μάτια, αυτόν που πρόδωσε. Οι δολοφόνοι του Ιβύκου, ακόμα και στο θέατρο έκραξαν από το φόβο τους βλέποντας τους γέρανους του Ιβύκου, να περνούν στον ουρανό, όπως την ώρα του φόνου.
» Το ψέμα του Αδάμ αφαίρεσε την αθωότητα, με την οποία μέχρι τότε έβλεπε μόνο το καλό στον εαυτό του, στα πράγματα και στο Θεό, και του έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει το κακό, όχι μόνο θεωρητικά, αλλά με προσωπική εμπειρία.
Η εμπειρία αυτή του παραμορφωτικού ψέματος κατέστρεψε τη φυσική παρόρμηση του Αδάμ για την πνευματική αλήθεια. Μπήκε μέσα του η απάτη και κατέστρεψε την υπαρξιακή κλίση του για κοινωνία της ψυχής του με το Θεό. Ήταν το τέλος της π α ρ ρ η σ ί α ς.» (Τόμας Μέρτον)
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























