Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Η Άννα Βαγενά έρχεται στη Λάρισα, στο πλαίσιο της διοργάνωσης του Θεσσαλικού Θεάτρου «Θεατρική Άνοιξη Νεοελληνικής Δραματουργίας», με την παράσταση «Μνήμη Θολή», ένα έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε η ίδια και αναφέρεται στην τόσο σοβαρή ασθένεια της Άνοιας και του Αλτσχάιμερ.
Η παράσταση παίχτηκε επί δύο σεζόν με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο «Μεταξουργείο» και απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές. Με αφορμή την παράσταση αυτή, συνομιλήσαμε με την Άννα Βαγενά. Μέσα από μια ιστορία με έντονη θεατρική δράση και στοιχεία σχεδόν θρίλερ, η παράσταση φωτίζει όχι μόνο την εμπειρία της ασθένειας, αλλά και το βάρος που σηκώνουν οι άνθρωποι που τους φροντίζουν, θέτοντας ερωτήματα για τη μνήμη, την ταυτότητα και την ανθρώπινη αντοχή.
«Είναι ένα έργο που έγραψα και σκηνοθέτησα μόνη μου στο οποίο συμμετέχω μαζί με άλλους τρεις συναδέλφους: τον Νίκο Χατζηπαπά, τη Μαριάννα Μαυριανού, τον Wasaf Butt.
Ασχολήθηκα με το θέμα αυτό γιατί το θέμα της άνοιας, του αλτσχάιμερ και γενικά της απώλειας μνήμης στους ανθρώπους, είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Πάρα πολλοί άνθρωποι, δυστυχώς στις μέρες μας – περίπου 50.000 στην Ελλάδα – έχουν προσβληθεί από αυτή την ασθένεια. Πάντα μου αρέσει να ασχολούμαι με κοινωνικά θέματα και έτσι θέλησα να ασχοληθώ και με αυτό», τόνισε αρχικά για το συγκεκριμένο έργο.
Για να συνεχίσει σχετικά με το θέατρο αλλά και την υπόθεση: «Το θέατρο δεν δίνει λύσεις όπως η επιστήμη· όμως μπορεί να προσεγγίσει κάποια πράγματα και να φωτίσει ορισμένες πλευρές των προβλημάτων που ίσως η επιστήμη δεν μπορεί να φωτίσει με τον δικό της τρόπο. Το έργο αναφέρεται σε μια γυναίκα περίπου στην ηλικία μου, παντρεμένη εδώ και σαράντα χρόνια με έναν καθηγητή πανεπιστημίου. Εκείνη ασθενεί από Αλτσχάιμερ και ο άντρας της την κλείνει σε κλινική. Κάποια στιγμή, όμως, εκείνη το σκάει.
Το έργο ξεκινά από τη στιγμή που περιπλανιέται στους δρόμους, έχοντας φύγει από την κλινική. Εκεί συναντά έναν άστεγο και κοντά του βρίσκει – τουλάχιστον έτσι αισθάνεται – την προστασία και τη στοργή που δεν μπόρεσαν να της δώσουν ούτε η κλινική, ούτε η οικογένεια.
Από εκεί και πέρα αρχίζει μια καταιγιστική δράση. Δεν είναι δοκίμιο το έργο· δεν είναι διάλεξη, παρότι ασχολείται με ένα τόσο σοβαρό θέμα. Έχει έντονη θεατρική δράση, καθώς συμβαίνουν συνεχώς γεγονότα. Η μορφή του είναι κινηματογραφική, με πολύ μικρές και έντονες σκηνές.
Στη συνέχεια ο άντρας της την ψάχνει, τη βρίσκει και την ξαναγυρίζει στο σπίτι. Εκείνη, όμως, εξακολουθεί να χάνεται στον κόσμο της και αρνείται την τροφή της. Παράλληλα, παρατηρούμε και μια σχέση του άντρα της με μια νεαρή φοιτήτρια. Το έργο θίγει πάρα πολλά ζητήματα.
Θα έλεγα ότι είναι σχεδόν σαν θρίλερ. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι έχει μεγάλη αγωνία και έντονη δράση. Χρησιμοποίησα αυτόν τον τρόπο γιατί το θέατρο πρέπει να κινεί το ενδιαφέρον· δεν μπορείς να κάνεις διάλεξη πάνω στη σκηνή. Επιπλέον, θίγονται πολλά θέματα: ο άνθρωπος που συναντά είναι πρόσφυγας, μετανάστης, μοναχικός. Δεν μιλά· έχει κάποιο πρόβλημα και δεν μπορεί να μιλήσει. Κάποια στιγμή εκείνη του λέει στην πρώτη τους συνάντηση: “Ωραία παρέα θα κάνουμε. Εγώ δεν θυμάμαι, εσύ δεν μιλάς”.
Μέσα από αυτή την παράξενη σχέση φαίνεται πως η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να ακουμπήσει εκεί που δεν το φαντάζεται κανείς – να βρει γαλήνη και συντροφικότητα εκεί που δεν θα το περίμενε. Το έργο έχει πολύ σασπένς. Δεν θα έλεγα ότι είναι μια “ωραία” υπόθεση, είναι όμως βαθιά ανθρώπινη».

Επιστροφή στο Θεσσαλικό Θέατρο
«Η ψυχή μου είναι πάντα στη Λάρισα. Με την πατρίδα μου έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Ποτέ δεν έφυγα πραγματικά. Αν με ρωτήσετε πού είναι το σπίτι μου, δεν θα πω κανένα από τα σπίτια στα οποία έζησα τόσα χρόνια, ούτε αυτό της Αθήνας, που ζω τώρα. Θα πω το σπίτι μου στη Λάρισα, που δεν υπάρχει πια, που έχει γκρεμιστεί. Εκεί θεωρώ ότι είναι το σπίτι μου», ανέφερε, ενώ για τα 50χρονα του Θεσσαλικού Θεάτρου, η Άννα Βαγενά η οποία ήταν εκεί από την πρώτη μέρα υπογράμμισε ότι: «Όσον αφορά τα 50 χρόνια, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πρόκειται για το ίδιο Θέατρο, για τον ίδιο Οργανισμό. Το Θεσσαλικό Θέατρο ξεκίνησε το 1975 με τη μορφή Συλλόγου, με την επωνυμία “Θεσσαλική Πνευματική Πορεία”. Από παιδί ονειρευόμουν να γίνω ηθοποιός και να κάνω θέατρο στην πατρίδα μου και είχα την ιδέα αυτή για τη δημιουργία του Θεάτρου.
Το 1975 η ιδέα αυτή ωρίμασε. Την επικοινώνησα αρχικά στον σύντροφό μου, Λουκιανό Κηλαηδόνη και στη συνέχεια στον Κώστα Τσιάνο και στον Γιώργο Ζιάκα. Ήταν ένα τολμηρό εγχείρημα, χωρίς οικονομική στήριξη. Ο Λουκιανός ήταν καθοριστικός. Με στήριξε και ψυχολογικά και οικονομικά. Ξεκινήσαμε μαζεύοντας συνδρομές, για τον Σύλλογο τότε. Ιδρυτικά μέλη ήταν προσωπικότητες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Γκάτσος, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αλλά και οι Δήμαρχοι και οι Πρόεδροι Κοινοτήτων σχεδόν όλης της Θεσσαλίας, καθώς και πλήθος απλών πολιτών. Ήταν ένα πολιτιστικό κίνημα, δεν ήταν απλά ένας Σύλλογος.
Ξεκινήσαμε στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας, με τεράστια προσπάθεια. Μέσα σε λίγους μήνες ο Σύλλογος μεγάλωσε απρόβλεπτα. Ανεβάσαμε την “Αυλή των Θαυμάτων” τα Χριστούγεννα του 1975. Και στη συνέχεια ανεβάσαμε άλλα 18 έργα δίνοντας εκατοντάδες παραστάσεις σε πόλεις και χωριά της Θεσσαλίας. Τα πρώτα, λοιπόν, 8 χρόνια δεν ήταν Δημοτικό Θέατρο· ήταν Σύλλογος. Το 1983, με πρωτοβουλία της Μελίνας Μερκούρη και του Γιώργου Γεννηματά, ιδρύθηκαν τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ) με πρότυπο το Θεσσαλικό. Το πρώτο ΔΗΠΕΘΕ ιδρύθηκε στη Λάρισα.
Το 1983 εγώ έφυγα για την Αθήνα. Από τότε το θέατρό μας ακολούθησε μια λαμπρή πορεία. Έκανε σπουδαία δουλειά ο Κώστας Τσιάνος, ως σκηνοθέτης αλλά και ως πρώτος Καλλιτεχνικός Διευθυντής, το ίδιο και οι άλλοι Καλλιτεχνικοί Διευθυντές, που ανέλαβαν στη συνέχεια. Ακόμα και προς μεγάλη τους τιμή όλοι οι Δήμαρχοι της πόλης μας ανεξάρτητα πολιτικής τοποθέτησης στήριξαν το θέατρό μας».
Θέατρο Μεταξουργείο και πολιτική κατάσταση
«Το 1999 ιδρύσαμε με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη το Θέατρο Μεταξουργείο, το οποίο εδώ και 27 χρόνια έχει δώσει το στίγμα του στη θεατρική ζωή της Αθήνας, με σημαντικές παραστάσεις και συνεργασίες. Φέτος οι παραστάσεις «Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», η «Μνήμη θολή», η «Πλεξούδα» και «Τα γενέθλια της Ριρίκας», είχαν όλες πολύ μεγάλη επιτυχία, εμπορική και καλλιτεχνική. Για εμένα, είναι σημαντικό ότι τα παιδιά μου, η Γιασεμί και η Μαρία Κηλαηδόνη, συνεχίζουν, χαράσσοντας το δικό τους όραμα. Παίρνουν πάνω τους την ιστορία του Θεάτρου μας».
Όσο για τα πολιτικά, η Άννα Βαγενά παραμένει ενεργός και πολιτικοποιημένος άνθρωπος και δεν θα μπορούσαμε να μην της ζητήσουμε ένα σχόλιο. «Αυτή τη στιγμή δεν συμμετέχω ενεργά σε κάποιο κόμμα, όμως παραμένω βαθιά πολιτικοποιημένη. Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή για όλη την ανθρωπότητα και οφείλουμε να είμαστε σε διαρκή επιφυλακή», αρκέστηκε να πει.
«Τέλος, το έργο αυτό, για να γυρίσουμε στην παράσταση, θέτει βασικά ερωτήματα: Υπάρχει συναισθηματική λειτουργία χωρίς μνήμη; Πώς διαχειριζόμαστε την αρρώστια ενός αγαπημένου προσώπου; Πώς αντέχουμε το σοκ της διάγνωσης; Και τι γίνεται όταν κουραζόμαστε από το βάρος της φροντίδας; Πόσο εύκολα αποδεχόμαστε ότι δεν αντέχουμε άλλο;
Εκτός από τους ανθρώπους που νοσούν, τεράστιο βάρος σηκώνουν και η οικογένεια, οι άνθρωποι που τους φροντίζουν. Σε αυτούς είναι αφιερωμένη αυτή η παράσταση. Είναι ένας μικρός φόρος τιμής στους ανθρώπους που παλεύουν με τα σκοτάδια του μυαλού τους και σε όσους στέκονται δίπλα τους».
Η «Μνήμη Θολή» δεν επιχειρεί να δώσει απαντήσεις εκεί όπου η επιστήμη ακόμη αναζητά λύσεις. Επιχειρεί, όμως, να αγγίξει τις σιωπές, να φωτίσει τις ρωγμές και να αναδείξει τη βαθιά ανθρώπινη διάσταση μιας ασθένειας που αλλάζει ζωές.
Για την Άννα Βαγενά, ο ερχομός της στη Λάρισα δεν είναι απλώς μια θεατρική στάση· είναι μια επιστροφή μνήμης και ψυχής. Και μέσα από αυτή την παράσταση, αφιερωμένη σε όσους παλεύουν με την απώλεια και σε όσους στέκονται δίπλα τους, το θέατρο γίνεται ένας μικρός φόρος τιμής στην αντοχή, την αγάπη και τη συντροφικότητα, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν να χάνονται.
Ταυτότητα παράστασης
«Μνήμη θολή» της Άννας Βαγενά
Παίζουν: Άννα Βαγενά, Νίκος Χατζηπαπάς, Μαριάννα Μαυριανού, Wasaf Butt.
Σκηνοθεσία : Άννα Βαγενά
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Επεξεργασία – προσαρμογή μουσικής και ήχων : Νείλος Καραγιάννης
Δημιουργία Video – γραφιστικά : Μαριάννα Μαυριανού
Φωτογραφίες: Άννα Μαρία Πετροπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτης: Γωγώ Μαρινάκου
Παραγωγή: Μεταξουργείο ΑΜΚΕ

Πού: Θέατρο «Κώστας Τσιάνος» (πρώην Θέατρο του Μύλου), Γεωργιάδου 53, Λάρισα.
Πότε : Σάββατο 14/3 στις 21:00 και Κυριακή 15/3 στις 19:00
Προπώληση εισιτηρίων στο κατάστημα Public, Κούμα 6, Λάρισα
Τηλεφωνικές κρατήσεις στο 210-5234382
Εισιτήρια:
17,00€ (γενική είσοδος),
15,00€ (προπώληση έως 13 Μαρτίου 2026)
15,00€ (φοιτητές, άνεργοι, συνταξιούχοι άνω των 65 ετών, πολύτεκνοι)
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/offer/mnimi-tholi-larisa-14-15-martiou-2026/
Διάρκεια: 1 ώρα και 15 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























