Γράφει ο Φίλιππος Σαχινίδης, Πρώην Υπουργός Οικονομικών
Η εκτίμηση των συνεπειών για την ελληνική οικονομία από τις επιθέσεις των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν είναι εξαιρετικά αβέβαιη καθώς θα καθοριστούν από τη διάρκεια τους. Οι αντεπιθέσεις του Ιράν σε χώρες του Περσικού κόλπου δείχνουν ότι εξελίσσεται σε περιφερειακή σύρραξη μεγαλύτερης διάρκειας.
Βραχυπρόθεσμα, οι αρνητικές συνέπειες θα είναι υπαρκτές αλλά όχι σημαντικές. Αν οι συγκρούσεις ξεφύγουν από ένα χρονικό όριο τότε τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου θα μειωθούν και η ενεργειακή αναδιάταξη, μετά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση, θα χάσει τη δυναμική της. Σε αυτήν την περίπτωση δύσκολα θα επιτευχθεί ο στόχος για μεγέθυνση του ΑΕΠ κατά 2,4% το 2026.
Σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τρέχει ταχύτερα από την υπόλοιπη ευρωζώνη θα έχουμε έναν πρόσθετο παράγοντα ανατροφοδότησης του, αποτέλεσμα της εκτίναξης τιμών φυσικού αερίου, πετρελαίου και ηλεκτρισμού. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα το 2025 έκλεισε στο 2,9% (από 3% το 2024).
Οι πρωτογενείς επιπτώσεις στην οικονομία θα εκδηλωθούν κυρίως μέσα από τρία κανάλια. Το πιο σημαντικό είναι αυτό της ενέργειας. Μια επίμονη αύξηση των τιμών στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο θα επηρεάσει την ελληνική οικονομία, που είναι ευάλωτη στις ενεργειακές κρίσεις, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων σε μια περίοδο που είναι ήδη αντιμέτωπες με υψηλό ενεργειακό κόστος. Αυτή η αύξηση θα περάσει στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών, επιβαρύνοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό, γεγονός που θα επηρεάσει τη ζήτηση στο εσωτερικό αλλά και τις εξαγωγές. Σύμφωνα με οικονομετρικές εκτιμήσεις, για κάθε σταθερή αύξηση 10 δολαρίων το βαρέλι – το βασικό σενάριο του προϋπολογισμού 62,5 δολάρια – οι απώλειες στο ΑΕΠ είναι 0,05-0,07 ποσοστιαίες μονάδες.
Η παράταση των συγκρούσεων θα ενισχύσει την αβεβαιότητα. Κάποια επενδυτικά σχέδια μπορεί να καθυστερήσουν, με αντίκτυπο στην υπόθεση του προϋπολογισμού για αύξηση των επενδύσεων κατά 10,2% ετησίως και συμβολή στην ετήσια πραγματική ανάπτυξη το 2026 κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Ένα δεύτερο κανάλι είναι η μείωση των εσόδων από τη ναυτιλία, η οποία έχει μια συνολική οικονομική επίδραση που κυμαίνεται μεταξύ 7%-8% του ΑΕΠ ετησίως. Το κλείσιμο των στενών Ορμούζ επηρεάζει το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και το 33% των λιπασμάτων, τομείς που η ελληνική ναυτιλία έχει σημαντική παρουσία. Οι επιπτώσεις στο λειτουργικό κόστος αλλά και η πιθανή μείωση της δραστηριότητας μεταφορών θα είναι σημαντικές αν οι επιθέσεις διαρκέσουν περισσότερο από τρεις μήνες. Τα έσοδα από ναύλα για τις ελληνικές εταιρείες μπορεί να αυξηθούν αλλά θα μειωθεί το περιθώριο κέρδους.
Τέλος, ένα τρίτο κανάλι μετάδοσης της κρίσης στην οικονομία λόγω αβεβαιότητας είναι ο τουρισμός και ειδικότερα οι κρουαζιέρες που όμως έχουν μικρή συμμετοχή στα έσοδα.
Αυτή η κρίση, αν διαρκέσει περισσότερο από τρεις μήνες, θα αναδείξει αν η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς διαταραχές ή διασφάλισε την ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Το 2020 η Ελλάδα είχε την τρίτη μεγαλύτερη ύφεση 9,5% έναντι 4,3% στην ευρωζώνη. Αν σε αυτή την κρίση φανεί ότι είναι λιγότερη ανθεκτική – παρά τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που στόχευαν στην ενίσχυσή της – οι κοινωνικοί δείκτες θα επιδεινωθούν και η Ελλάδα θα χάσει έδαφος στην πορεία για πραγματική σύγκλιση με τις υπόλοιπες οικονομίες της ευρωζώνης. Αν πρέπει κάτι να διδαχτούμε από αυτή την κρίση είναι ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να παραιτηθεί από την πορεία για μια δίκαιη πράσινη μετάβαση γιατί οι επιλογές του παρελθόντος δεν μπορούν να έχουν μέλλον.
*ΑΡΘΡΟ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΧΙΝΙΔΗ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 7-8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























