Οι 200 της Καισαριανής ήταν Έλληνες κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής από τις ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής, ως αντίποινα για τη δράση της αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΛΑΣ. Ογδόντα δύο χρόνια μετά, ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο που έρχεται στο φως δεν είναι απλώς ένα ακόμη ιστορικό εύρημα. Είναι μια υπενθύμιση. Και ταυτόχρονα, μια δοκιμασία. Η εικόνα έχει μια ιδιότητα που το κείμενο συχνά δυσκολεύεται να αποκτήσει: δεν επιτρέπει εύκολες υπεκφυγές. Δεν αφήνει χώρο για «ναι μεν, αλλά».
Το πρόσωπο, το βλέμμα, η στάση του σώματος, η τελευταία στιγμή πριν από την εκτέλεση, όλα λειτουργούν ως αδιαμεσολάβητη μαρτυρία. Η φωτογραφία δεν αφηγείται απλώς αλλά εκθέτει. Και εκθέτει όχι μόνο το έγκλημα της ναζιστικής θηριωδίας, αλλά και εμάς, τους μεταγενέστερους, ως προς το πώς διαχειριζόμαστε τη μνήμη. Οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν αφηρημένες ιδεολογικές ταυτότητες. Ήταν άνθρωποι με ονόματα, οικογένειες, φίλους. Εκτελέστηκαν και για τις ιδέες τους, στο πλαίσιο μιας κατοχικής πολιτικής τρόμου.
Γι’ αυτό και προκαλεί ανησυχία όταν, ογδόντα δύο χρόνια μετά, ο δημόσιος λόγος επιστρέφει σε όρους εμφυλιοπολεμικής καχυποψίας. Όταν ένας Υπουργός Υγείας επιλέγει τα τηλεοπτικά παράθυρα για να μιλήσει απαξιωτικά για «κομμουνιστές», ειδικά τέτοιες μέρες, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, είναι βαθιά πολιτικό και ηθικό. Οι νέες φωτογραφίες λειτουργούν σαν ρήγμα στον χρόνο. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με το γεγονός ότι η Ιστορία δεν είναι αφηρημένη αφήγηση αλλά έχει σάρκα και οστά.
Μας θυμίζουν ότι ο ναζισμός δεν έκανε διακρίσεις με βάση το αν οι ιδέες των θυμάτων ήταν «αρεστές» στο μέλλον. Στόχευε στην εξόντωση, στην παραδειγματική τιμωρία, στον τρόμο. Το να εστιάζει κάποιος στην κομματική ταυτότητα των θυμάτων, συνιστά μια μορφή μετατόπισης της συζήτησης: από το έγκλημα στον «χαρακτήρα» του θύματος. Είναι μια ολισθηρή λογική που, αν γενικευτεί, μπορεί να διαβρώσει τη συλλογική μας συνείδηση. Διότι αύριο θα αφορά άλλους.
Πάντα αφορά «άλλους» μέχρι να πάψει να αφορά μόνο αυτούς. Η Ιστορία λοιπόν ζητά να κατανοήσουμε ότι η εκτέλεση των 200 ήταν έγκλημα κατοχικής βαρβαρότητας και ότι η μνήμη τους αποτελεί μέρος της δημοκρατικής μας ταυτότητας. Όταν οι φωτογραφίες επανέρχονται στο φως, δεν το κάνουν για να διχάσουν. Το κάνουν για να μας ρωτήσουν τι μάθαμε; Ο τρόπος που απαντούμε, με σοβαρότητα, με σεβασμό, με ιστορική επίγνωση ή με τηλεοπτικά «σόου» και ιδεολογικές ρεβάνς, είναι τελικά το μέτρο της ωριμότητάς μας. Και ίσως, 82 χρόνια μετά, αυτό να είναι το πιο κρίσιμο διακύβευμα.
Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























